Ποιόν αντιπολιτεύεται ο Χατζηαβάτης–Σαμαράς;

samΓράφει ο Μάκης Γεωργιάδης

Αν γίναμε σε κάτι σοφότεροι από το τριήμερο της συζήτησης στη Βουλή επί της πρότασης δυσπιστίας, αυτό δεν αφορά ούτε κατ΄ ελάχιστον την ασκούμενη τρέχουσα πολιτική.  Η συγκυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου άλλωστε  έχει αποδείξει εμπράκτως ότι η πολιτική δεν έχει πια ανάγκη το Κοινοβούλιο καθώς ουσιαστικά έχει καθοριστεί με τα μνημόνια και τις δανειακές συμβάσεις, τα κείμενα των οποίων σύμφωνα και με τον υπουργό οικονομικών, Γ. Στουρνάρα είναι οι «ιερές Βέδδες»  του αστικού μπλοκ  εξουσίας και τα σοβαρότερα πολιτικά κείμενα που έχουν συνταχθεί σε αυτόν τον τόπο.

Υπό αυτό το πρίσμα  η αναγκαιότητα η οποία προκύπτει για την πιο αδίστακτη μεταπολιτευτική κυβέρνηση, είναι η συνειδητή υποβάθμιση  της πολιτικής  αντιπαράθεσης.  Είναι η απονέκρωση  των ίδιων των θεσμών της αστικής δημοκρατίας και η ταυτόχρονη μετατόπιση  της  τεράστιας θεωρητικής  και πολιτικής σύγκρουσης στο προνομιακό για την κυβέρνηση πεδίο της εντυπωσιοθηρίας  και μάλιστα με όρους σαπουνόπερας.

Η απαράμιλλη ένδεια επιχειρημάτων  από πλευράς Α. Σαμαρά έρχεται σε αυτό το νέο στάδιο να υπερκαλυφθεί  από έναν  αρχόμενο, στην παρούσα φάση, πολιτικό αμοραλισμό ο οποίος φυσικά ξεπερνά  κατά πολύ  τη μακιαβελική ρήση  περί  σκοπού και αγιασμού των μέσων.

Απότοκο αυτής της διαδικασίας είναι  και η εμφάνιση του πρωθυπουργού αργά το βράδυ της Κυριακής. Η πλέον εκχυδαϊσμένη εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού και της ακροδεξιάς   δεν ήταν δυνατό να κρύψει το βαθύ ταξικό μίσος  που τρέφει για την κινητήρια δύναμη της  οικονομίας και της κοινωνίας, την εργατική τάξη.

Ακόμη και η  χρήση σε σημειολογικό επίπεδο  του θεάτρου σκιών  καθώς χαρακτήρισε  «καραγκιόζ μπερντέ»  το «θέατρο» που δήθεν έπαιξε ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ, Αλ. Τσίπρας έγινε με σαφώς  υποτιμητικούς  όρους και στην πραγματικότητα δε σημάδευε τον Α. Τσίπρα, αλλά συνολικά τον ελληνικοί λαό.  Έχει διαγνώσει ο Α. Σαμαράς ότι  η  βαθιά περιφρόνηση και αποστροφή  προς  της λαϊκή παράδοση είτε αυτή πρόκειται  για  εργατικούς  αγώνες είτε  για το λαϊκό πολιτισμό έχει ακόμη δυνατότητες διείσδυσης σε μεγάλα τμήματα των λαϊκών στρωμάτων τα οποία εμφορούνται από μικροαστικές αντιλήψεις  και παρουσιάζουν πολιτική καθυστέρηση ή ρέπουν σε μια τυφλή αντίδραση έναντι του πολιτικού συστήματος.

Σε πρώτη ανάγνωση η διαπίστωση αυτή του Σαμαρά είναι  ορθή και βασίζεται στην απόλυτη ως τα τώρα κυριαρχία  και ιδεολογική ηγεμονία  των αστικών – φιλελεύθερων  δογμάτων και πολιτισμικών προτύπων τα οποία δεν διασυνδέονται άμεσα με την εκλογική επιρροή των πολιτικών δυνάμεων αλλά είναι ευρύτερα  συστατικά στοιχεία του συστήματος εξουσίας. Όμως αυτό ακριβώς είναι και το επίδικο ζήτημα από τη στιγμή που είναι εμφανές ότι στην κοινωνία σχηματίζονται και είναι κάτι περισσότερο από υπαρκτά τα ρεύματα και οι τάσεις αμφισβήτησης και ανατροπής ολόκληρου του αστικού προτύπου.

Από αυτήν την άποψη οι  ακατάσχετη λοιδορία κάθε εργατικού και λαϊκού αγώνα, η συκοφάντηση των αντίπαλων ιδεών και αξιών, η διαστρέβλωση και η επίκληση των  πάντα «επάρατων» συντεχνιών, προνομιούχων ομάδων και των δήθεν «υπολειμμάτων του χτες», δεν έχει ως άμεσο στόχο ούτε το ΣΥΡΙΖΑ ούτε φυσικά κάποιο άλλο κοινοβουλευτικό κόμμα αλλά βάλλει ευθέως εναντίον του «εχθρού λαού» ο οποίος  με τους αγώνες και την πάλη του είναι αυτός που έμπρακτα να αμφισβητήσει  αυτήν την κυριαρχία. Για να εξακολουθήσει να κυριαρχεί αυτό το μοντέλο έχει ανάγκη από την τρομοκρατία και το μονοπώλιο της κρατικής βίας, ως δεύτερη αιχμή έχει ανάγκη την ιδεολογική  χειραγώγηση και τον έλεγχο της πληροφορίας και ως τρίτη αιχμή την αποδόμηση, τον κατακερματισμό  και την περιχαράκωση  σε ανέξοδα και ακίνδυνα μονοπάτια των λαϊκών αντιστάσεων.

Ο πολιτικός αμοραλισμός της Δεξιάς  η οποία έχει διαγνώσει τον κίνδυνο  απώλειας της  ιδεολογικής ηγεμονίας και της πολιτικής πρωτοβουλίας,,  εξυπηρετεί χωρίς  κανένα δισταγμό όλα τα μέσα  προκειμένου να  διατηρήσει  ανέπαφη την καθεστηκυία τάξη.

Έστω κι αν σε φραστικό επίπεδο ακόμη και ο ίδιος ο πρωθυπουργός αναγκάζεται να εμφανίζεται  σαν «κουτσαβάκι». Σαν ένας ψευτόμαγκας ο οποίος στο όνομα των «μεταρρυθμίσεων»   δεν διστάζει να επιδεικνύει μια μνημειώδη υπεροψία, μια αισθητική  θατσερικής έμπνευσης η οποία δεν έχει  άλλα επιχειρήματα εκτός από  ευφυολογήματα για «μπερντέδες», «Τζουράσικ Πάρκ» κα ολίγη από… Σαίξπηρ να ομιλεί  για την απόσταση σοβαρότητας και γελοιότητας. Έστω κι αν ο Σαίξπηρ μάλλον δεν είχε στο μυαλό του τότε τη σοβαροφάνεια  η οποία μαστίζει τους εκπροσώπους του αστικού πολιτικού μπλοκ.

Απολύτως φυσιολογικά λοιπόν οι ομιλίες του πρωθυπουργού  αναλώνονται κατά 90%  σε αντιπολίτευση  στην… αντιπολίτευση και  στις πληγές του Φαραώ που θα ανοίξουν έτσι και πέσει η κυβέρνησή του. Το άλλο 10% ενίοτε  μπορεί  και να είναι η παρουσίαση της δικής του πολιτικής, αλλά και εκεί προσφεύγοντας σε εύκολους αφορισμούς, απολυτοποιήσεις και φυσικά συκοφαντίες και χυδαιότητες εναντίον των λαϊκών στρωμάτων  των οποίων τα αυτιά χάιδευε επί τέσσερις δεκαετίες τόσο η ΝΔ όσο και το ΠΑΣΟΚ  που τυγχάνει να συγκυβερνούν σήμερα λόγω… υπευθυνότητας.

Όσο λοιπόν κι αν προσπάθησε  με φανερά υποτιμητικό ύφος να κατηγορήσει  για «καραγκιόζ μπερντέ» το ΣΥΡΙΖΑ και πίσω από αυτόν το λαό, ένα είναι το βέβαιο. Πως στο θέατρο σκιών της κυβέρνησής του μέσα από τον καθρέφτη του  πρωθυπουργού εμφανίζεται ο μοναδικός ρόλος που πραγματικά άξια καταλαμβάνει στην παράσταση. Ο ρόλος του Χατζηαβάτη. Ο ρόλος του κουτοπόνηρου δουλικού και υποτακτικού  στον πασά ανθρωπάκου  ο οποίος  διαχειρίζεται τη μιζέρια του  προτρέποντας  τους πεινασμένους κι εξαθλιωμένους φτωχοδιάβολους σε αδιαμαρτύρητη υποταγή στις βουλές της εξουσίας, σε  γονυκλισίες και σκύψιμο της μέσης μπροστά  στους αφεντάδες  για να μπορέσουν να διατηρήσουν το ξεροκόμματο που τους πετάνε όταν έχουν την  ευσπλαχνία.

Αυτή την Ελλάδα των Χατζηαβάτηδων υπηρετεί ο Α. Σαμαράς. Αυτή είναι η αισθητική του και ο πολιτισμός που εκπροσωπεί κι όσο κι αν  μισεί το λαϊκό πολιτισμό τα διδάγματά και οι συμβολισμοί που αυτός διαχρονικά έχει προσφέρει διά του θεάτρου σκιών, δεν μπορεί να τα αποφύγει.

Αν και όπως ήδη αναφέραμε η διάγνωση των συνθηκών  που επιτρέπει αυτές τις συμπεριφορές είναι γενικά σωστή, εντούτοις ελλοχεύει ένας μεγάλος κίνδυνος.  Η λαϊκή οργή η οποία  εμφανίζεται  να είναι υποτονική αυτόν τον καιρό και τα κινήματα βρίσκονται στην άμπωτη, δεν μπορεί να υποτιμάται και μάλιστα ο λαός να προκαλείται  συνεχώς. Το ξέσπασμα αυτής της οργής μοιάζει πιο πολύ απ΄ όλα τα φυσικά φαινόμενα με την έκρηξη ενός ηφαιστείου.  Κάποια σημάδια έχουν  φανεί όπως καπνοί και στάχτες  από τον κρατήρα.

Όποιος πιστεύει ότι  αυτά τα σημάδια ήταν και η εκτόνωση μπορεί να κάνει και πάλι λάθος και να μην είναι παρά μόνο τα πρόδρομα σημάδια της μεγάλης έκρηξης που θα εκτοξεύει  την άκαυστη κοινωνική λάβα. Ακόμη λοιπόν κι αν  κάποιοι τη γλιτώσουν από  τα πύρινα ποτάμια, δεν θα μπορέσουν να γλιτώσουν από το πεπρωμένο του Χατζηαβάτη  που λέει πως στο τέλος  τρώει πολλές καρπαζιές, από ποιόν άλλον, από τον Καραγκιόζη. Γι αυτό ας μην υποτιμούν τόσο αυτήν  την παράμετρο  τα κουτσαβάκια κι οι ψευτόμαγκες  της  ακροδεξιάς κυβερνητικής συμμορίας…

ΧΙ – ΧΙ – 2013

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *