Πώς κάλυπταν τα κυκλώματα της μίζας

mizes91Πηγή: “Επίκαιρα”

Καταιγιστικές είναι οι εξελίξεις στην υπόθεση της διερεύνησης από τη Δικαιοσύνη των υποθέσεων μίζας και μαύρου χρήματος στα εξοπλιστικά. Τρία πρόσωπα που ανήκουν ακόμα στο δυναμικό του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με ρόλο στα εξοπλιστικά προγράμματα, φέρονται να ενέχονται στην υπόθεση της προμήθειας του συστήματος αυτοπροστασίας των F-16 και βρίσκονται, σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες των «Επικαίρων», στο στόχαστρο των δικαστικών Αρχών.

Πρόκειται για τους Γ.Κ., Λ.Μ. και Γ.Ο., τα πλήρη στοιχεία των οποίων βρίσκονται στη διάθεση του περιοδικού. Με βάση το αποκλειστικό ρεπορτάζ των «Επικαίρων», εξετάζεται η πιθανή εμπλοκή τους σε μία ακόμα υπόθεση με «άρωμα σκανδάλου», καθώς το συγκεκριμένο πρόγραμμα, που συνδέεται άμεσα με την πτητική ικανότητα και κυρίως την ασφάλεια των F-16, δεν παραδόθηκε ποτέ στην Πολεμική Αεροπορία.

Μάλιστα, απόλυτα έγκυρες πληροφορίες των «Επικαίρων» αναφέρουν ότι ένα από τα τρία εμπλεκόμενα πρόσωπα -τα στοιχεία του οποίου έχουμε υπόψη- φέρεται να επιχειρεί να ανοίξει διαύλους επικοινωνίας με τον ΣΥΡΙΖΑ προκειμένου να παράσχει στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης στοιχεία, με στόχο να διασφαλίσει στοιχειώδη ασυλία σε πολιτικό επίπεδο ενόψει μελλοντικών εξελίξεων.

Εν τω μεταξύ, όπως αποκαλύπτουν τα «Επίκαιρα», από τον Οκτώβριο του 2004 η Εισαγγελία του Μονάχου διερευνούσε τις «γκρίζες ζώνες» στις διαδρομές του μαύρου χρήματος για τις προμήθειες στα εξοπλιστικά κι ενώ είχαν προηγηθεί όσα αναφέρει στην απολογία του ο κ. Αντώνης Κάντας. Σύμφωνα με τα έγγραφα που έλαβε το περιοδικό από γερμανική πηγή, στη δικαστική συνδρομή που ζήτησε από τις ελληνικές δικαστικές Αρχές ο διευθύνων γενικός εισαγγελέας του Μονάχου η Αθήνα όχι μόνο απάντησε με καθυστέρηση τεσσάρων ετών, αλλά επέστρεψε, μάλιστα, τα σχετικά έγγραφα που εστάλησαν από τη γερμανική Δικαιοσύνη ως «ανεκτέλεστα». Παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, δε, το γεγονός ότι η δικαστική συνδρομή για την προανακριτική διαδικασία που ζήτησε η Εισαγγελία του Μονάχου συνέπεσε με τη συγκρότηση Εξεταστικής Επιτροπής για τα εξοπλιστικά από τη Βουλή (φθινόπωρο του 2004), από την οποία όλοι οι «εξεταζόμενοι» -συμπεριλαμβανομένου του κ. Άκη Τσοχα-τζόπουλου- κρίθηκαν… αθώοι!

Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται σε έγγραφο με ημερομηνία 6 Οκτωβρίου 2004 που αποστέλλεται προς το Πρωτοδικείο Αθηνών, ο διευθλυνων γενικός εισαγγελέας του Μονάχου, ενημερώνει τις ελληνικές δικαστικές Αρχές ότι η Εισαγγελία του Μονάχου πραγματοποιεί προανακριτική διαδιασία για την υπόθεση της πώλησης αρμάτων μάχης στην Ελλάδα μέσω της εταιρείας  Krauss-Maffei Wermann (KMW) προκειμένου να διερευνηθεί αν υλοποιήθηκαν «ποινικές πράξεις».

Η Εισαγγελία του Μονάχου αναφέρει μάλιστα, ότι έχει στη διάθεση της στοιχεία εκ των οποίων συμπεραίνει ότι η Εισαγγελία Αθήνας  πρέπει να πραγματοποιήσει εξακριβώσεις. Με βάση αυτό, λοιπόν, το σκεπτικό η γερμανική Δικαιοσύνη, που προφανώς δεν είχε υπόψη της το παρασκήνιο του πολιτικού παζαριού που βρισκόταν σε εξέλιξη στην Ελλάδα προκειμένου να μην αποδοθούν ευθύνες για το πρόγραμμα-«μαμούθ» των εξοπλισμών, -πίσω από κάθε αγορά κινείται ένα όργιο μίζας και διακίνησης μαύρου χρήματος- ζητά από την ελληνική Δικαιοσύνη -η οποία επίσης προφανώς δεν γνώριζε τις πολιτικές μεθοδεύσεις συγκάλυψης- τις εξής πληροφορίες:

• Έχει αρχίσει η Εισαγγελία Αθηνά λόγω της υποψίας ποινικών πράξεων σε σχέση με την πώληση αρμάτων μάχης προανακριτική διαδικασία;

• Με βάση ποιων πραγματικών στοιχείων βλέπει η Εισαγγελία Αθηνών μία υποψία ποινικών πράξεων;

• Ποιές ανακρίσεις έχει πραγματοποιήσει  η Εισαγγελία Αθηνών;

• Εχει η Εισαγγελία Αθηνών πληροφορίες τις εταιρείες  International Barter end Corporation και  Evanston group LTD (Εδρα υποκαταστημάτων, υπεύθυνα πρόσωπα, τραπεζικοί λογαριασμοί);

•Εχει η Εισαγγελία Αθηνών πληροφορίες για τυχόν πληρωμές μέσω της εταιρείας Krauss-Maffei Wegmann σε σχέση με την προαναφερθείσα συναλλαγή αρμάτων μάχης;

• Σε ποιους τραπεζικούς λογαριασμούς έχουν φτάσει τέτοιες πληρωμές;

• Ποιοι συνεργάτες της εταιρείας Krauss-Maffei Wegmann  υπολογίζονται ως υπεύθυνοι για τέτοιες πληρωμές;

Tο έγγραφο του διευθύνοντος γενικού εισαγγελέα του Μονάχου καταλήγει εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη των γερμανικών δικαστικών Αρχών αν η ελληνική Δικαιοσύνη διέθετε φωτοαντίγραφα των πρωτοκόλλων ανάκρισης και υπηρεσιακές πληροφορίες από τη σχετική διαδικασία.

Με βάση τα στοιχεία που έχουν στη διάθεση τους τα «Επίκαιρα», το έγγραφο της Γενικής Εισαγγελίας του Μονάχου χρεώνεται, ένα μήνα αργότερα -συγκεκριμένα, σας 16 Νοεμβρίου του 2004- σε τακτικό ανακριτή. Η Εισαγγελία, μάλιστα, του Μονάχου επανέρχεται στο σχετικό αίτημα της την άνοιξη του 2007 με αντίστοιχο έγγραφο δικαστικής συνδρομής, το οποίο και πάλι φτάνει στο Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο καI ορίζει νέο τακτικό ανακριτή στη σχετική υπόθεση. Ο νέος τακτικός ανακριτής απαντά προς το Πρωτοδικείο ότι δεν έχει προηγούμενη γνώση της υπόθεσης και δεν προκύπτουν απ το ίδιο το αίτημα της δικαστικής συνδρομής στοιχεία και προτείνει η δικογραφία να διαβιβαστεί στον ανακριτή που είχε προηγουμένως χειριστεί την υπόθεση. Τελικά στις 16 Ιανουαρίου το 2008 το Πρωτοδικείο Αθηνών επιστρέφει τα σχετικά έγγραφα δικαστικής συνδρομής προς τη Γενική Εισαγγελία Μονάχου ως “ανεκτέλεστα” και καλεί τη γερμανική Δικαιοσύνη “αν επιθυμεί να επανέλθει με περισσότερα στοιχεία”.

Εν τω μεταξύ, το πολιτικό “σύστημα” είχε βρει τον Ακη Τσοχατζόπουλο αθώο …

Ας δούμε όμως τι ακριβώς έψαχνε η Εισαγγελία του Μονάχου με βάση τα στοιχεία από την απολογία του Αντώνη Κάντα.

Όπως ανέφερε ο κατηγορούμενος, «το επόμενο πρόγραμμα ήταν το πρόγραμμα των αρμάτων LEOPARD 2, το οποίο προμηθευτήκαμε από τη γερμανική  Krauss-Maffei Wegmann » και συμπληρώνει: «Η σύμβαση υπογράφτηκε όταν είχα φύγει εγώ, επί υπουργίας Γιάννου Παπαντωνίου, από τον Σπυρίδωνα Τραυλό. Εκπρόσωπος της κατασκευάστριας εταιρείας στην Ελλάδα ήταν ο κ. Θωμάς Λιακουνάκος. Ο Θωμάς Λιακουνάκος ήταν εκπρόσωπος της άνω γερμανικής εταιρείας και ο ίδιος είναι ιδιοκτήτης της εταιρείας ΑΧΟΝ. Έχει μεσολαβήσει για πολλά εξοπλιστικά προγράμματα και έχει εκπροσωπήσει πολλές εξεταστικές εταιρείες. Τον κ. Λιακουνάκο τον είχα γνωρίσει από το 1988, όπως και τον κ. Αποστόλου, το συνεργάτη του. Από τον κ. Λιακουνάκο είχα δεχτεί εκείνη την περίοδο κάποια χρήματα, αλλά δεν θυμάμαι πόσα ακριβώς. Δεν θυμάμαι αν ήταν μετρητά ή καταθέσεις σε τραπεζικό λογαριασμό μου, πιθανόν στη UBS Ζυρίχης.

Στην ερώτηση του ανακριτή γιατί δεν ήθελε να συναντιέται με τον κ. Λιακουνάκο  αφού τον γνώριζε και είχε παλαιότερα λάβει χρήματα από αυτόν, ο κ. Κάντας απάντησε ότι το 1997 είχε πληροφορηθεί από το συνεργάτη του, κ. Αποστόλου, ότι «τα προγράμματα που αυτοί εκπροσωπούσαν θα προτιμούνταν και θα προωθούνταν και θα επιλέγονταν οπωσδήποτε γιατί αυτό το είχε συμφωνήσει ο ίδιος ο Λιακουνάκος με τον κ. Σμπώκο και τον κ. Τσοχατζόπουλο» και πρόσθεσε ότι «οι πρώτες συζητήσεις μεταξύ Λιακουνάκου – Σμπώκου – Τσοχατζόπουλου είχαν γίνει στο πολιτικό γραφείο του Τσοχατζόπουλου». Συμπλήρωσε, δε, τα εξής διαφωτιστικά: ότι του είχε πει και για «τα επίπεδα ιεραρχίας, πώς και ποιος θα ελάμβανε χρήματα», συγκεκριμένα πως «στα μεγάλα προγράμματα τα χρήματα στον Τσοχατζόπουλο θα τα έδιναν οι κατασκευάστριες εταιρείες τις οποίες εκπροσωπούσε ο Λιακουνάκος», χωρίς να του πει μέσω ποιου θα γινόταν αυτό, ότι «τα χρήματα στον Σμπώκο θα τα έδινε ο κ. Λιακουνάκος και σε χαμηλότερο επίπεδο (από τον κ. Σμπώκο και κάτω) θα τα έδινε ο κ. Αποστόλου». Γι’ αυτό, διευκρινίζει ο κ. Κάντας, απέφευγε να συναντά τον κ. Λιακουνάκο.

Στη συνέχεια αναφέρει στον ανακριτή ότι ο κ. Λιακουνάκος προσπάθησε να τον συναντήσει «στέλνοντας τον κ. Αποστόλου και τον κ. Αρκουμανέα, ο οποίος ήταν διευθυντής της εταιρείας SONAK, συμφερόντων Λιακουνάκου».

Ο κ. Κάντας περιγράφει στην κατάθεση του ότι όταν στο υπουργείο ανέλαβε ο κ. Γιάννος Παπαντωνίου είχε ετοιμαστεί να υποβάλει την παραίτηση του, το Νοέμβριο του 2001, εκείνος όμως δεν την έκανε δεκτή: «Του είπα ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να ενημερώσω αυτόν και τον κ. Τραυλό για την πορεία των εξοπλιστικών προγραμμάτων, αυτών που ήταν προς υλοποίηση και αυτών που βρίσκονταν σε διαδικασία λήψης αποφάσεων. Του συμπλήρωσα ότι υπήρχε τότε σε εξέλιξη ένα πολύ μεγάλο πρόγραμμα, αυτό των LEOPARD 2, και του είπα ότι αυτό το πρόγραμμα κόστιζε πάρα πολύ και δεν ήταν απαραίτητο. Μου απάντησε ότι αυτό το ζητάει ο Στρατός και δεν μπορούμε να τους το αρνηθούμε». Συγκεκριμένα, ο κ. Κάντας ανέφερε ότι ο κ. Παπαντωνίου του είπε: «Πήραμε [Σ.Σ.: οπλικά συστήματα] για το Ναυτικό και την Αεροπορία, δεν μπορούμε να μην πάρουμε και για το Στρατό».  

Ο κ. Κάντας του απάντησε ότι «η επιχειρησιακή τους ωφέλεια είναι δυσανάλογη με το κόστος και η προμήθεια τους δεν είναι αναγκαία».
Ο κ. Λιακουνάκος από την πλευρά του έχει διαψεύσει την κατάθεση Κάντα, κάνοντας λόγο για «ανερμάτιστες, αναπόδεικτες, έωλες, ασαφείς, συκοφαντικές και αντιφατικές αναφορές», διαψεύδοντας ότι έχει συναντηθεί με τον κ. Κάντα στο γραφείο του και λέγοντας ότι ουδέποτε του προσέφερε σε μετρητά 600.000 ευρώ. Σύμφωνα με τα όσα υποστήριξε ο κ. Κάντας, ο κ. Παπαντωνίου δεν τον ξαναφώναξε «ούτε για ενημέρωση», παρότι, όπως λέει, τον ήξερε πάρα πολύ καλά από παλιά και στην αρχή δεν ήθελε να φύγει. «Η αίσθηση μου ήταν ότι ήθελε το πρόγραμμα των LEOPARD 2. Στη συνέχεια ο κ. Λιακουνάκος ίσως να πληροφορήθηκε ότι δεν ήμουν υποστηρικτής των αρμάτων και τηλεφωνικά επέμενε να με συναντήσει, ίσως και γιατί είχε αλλάξει το καθεστώς υπουργών. Έτσι, περί το Δεκέμβριο του 2001 τον δέχτηκα στο γραφείο μου. Εκείνος μου υπενθύμισε τις πολύ φιλικές σχέσεις που είχαμε στο παρελθόν και μου μίλησε ακόμη και για τα οικογενειακά του προβλήματα. Ήξερα ότι ενδιαφέρεται για τα LEOPARD, αλλά δεν μου ανέφερε τίποτα. Μετά από λίγες μέρες, το Δεκέμβριο του 2001, ξαναζήτησε και ήρθε στο γραφείο μου. Ήταν αργά το απόγευμα και μου είπε στο επίπεδο μου να μην φέρω κανένα πρόβλημα στη διαδικασία προμήθειας των LEOPARD 2. Μαζί του κρατούσε και ένα sac de voyage το οποίο φεύγοντας το άφησε στον καναπέ του γραφείου μου. Μόλις το αντιλήφθηκα βγήκα από το γραφείο στην πόρτα και του είπα: “Ξέχασες την τσάντα”. Μόλις έφυγε, άνοιξα την τσάντα και διαπίστωσα ότι εντός υπήρχαν 600.000 ευρώ. Εγώ πράγματι έπαψα να φέρνω αντιρρήσεις για την προμήθεια αυτή και δεν ξαναμίλησα γι’ αυτό το θέμα ούτε στον υπουργό ούτε στο γενικό διευθυντή».

Στην ερώτηση του ανακριτή αν ο κ. Κάντας πήρε 600.000 ευρώ για να μην φέρει αντιρρήσεις για το θέμα των LEOPARD, τότε, κατά την άποψη του, τι πρέπει να έχουν λάβει οι ανώτεροι του που εισηγήθηκαν και ενέκριναν το πρόγραμμα, ο κατηγορούμενος απάντησε: «Όταν δόθηκαν 600.000 ευρώ σε εμένα, ο οποίος έφυγα πριν την υπογραφή και υλοποίηση της σύμβασης, με βάση τον κοινό νου θεωρώ απίθανο να μην πήραν παράνομες προμήθειες οι από πάνω μου που αναφέρατε και θεωρώ βέβαιο ότι αυτά τα ποσά θα ήταν πολύ μεγαλύτερα από τα δικά μου. Αυτό το συμπέρασμα εξάγεται με βάση την κοινή λογική, χωρίς να μπορώ να κατονομάσω και να φέρω αποδείξεις».

Αυτές οι αναφορές, όπως και οι ανάλογες αιχμές του άλλου κατηγορούμενου, Νίκου Ζήγρα, έχουν προκαλέσει την αντίδραση του Γιάννου Παπαντωνίου, ο οποίος έχει προειδοποιήσει με προσφυγή στη Δικαιοσύνη. Η οποία έχει πολλή δουλειά ακόμα. Και η γερμανική, η οποία ξεκινά νέα έρευνα για την υπόθεση των LEOPARF… 

ΕΡΕΥΝΑ ΓΙΑ ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΚΟΣΤΙΣΑΝ ΖΩΕΣ

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ

Σύνδεση ατυχημάτων στο ελληνικό στράτευμα-ακόμα και του περίφημε. ΣΙΝΟΥΚ- αναμένεται να επιχειρηθεί από τις δικαστικές Αρχές εντός του επόμενου διαστήματος. Κι αυτό διότι η στόχευση είναι οι υπεύθυνοι για τις μίζες στα εξοπλιστικά στρατιωτικοί και πολιτικοί παράγοντες να «δεθούν» με περισσότερες κακουργηματικού χαρακτήρα κατηγορίες και να πάνε γα μεγαλύτερες ποινές.

Σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές, ήδη οι δικαστικές Αρχές έχουν ξεκινήσει την πρώτη διερεύνηση του κατά πόσο οι προμήθειες οπλικών συστημάτων συνδέονται με προβλήματα που κόστισαν τη ζωή σε Έλληνες στρατεύσιμους, καθώς σε πολλές περιπτώσεις η βιασύνη πραγματοποίησης των προμηθειών λόγω των μιζών μπορεί να οδήγησε σε θανάτους.

Ειδικότερα, πηγές αναφέρονται σε δύο περιπτώσεις θανατηφόρων ατυχημάτων που βρίσκονται ήδη στο μικροσκόπιο και αφορούν η πρώτη σε ατύχημα με άρματα μάχης σε μονάδα της μεθορίου και η άλλη σε πτώση ελικοπτέρου που συντάραξε το πανελλήνιο.

Παράλληλα, οι έρευνες επικεντρώνονται και σε σειρές αρμάτων που, ενώ αγοράστηκαν, δεν χρησιμοποιούνται και κυριολεκτικά ρημάζουν, με αποτέλεσμα την απώλεια πόρων για το Ελληνικό Δημόσιο. Μία περίπτωση αφορά συγκεκριμένα σε γαλλικά άρματα μάχης που δεν χρησιμοποιήθηκαν παρά ελάχιστες φορές και ζημίωσαν το Δημόσιο πάνω από 100 εκατ. ευρώ.

Ταυτόχρονα, έλεγχοι γίνονται και για τις προμήθειες κινητήρων F-16, σε μια προμήθεια με την υπογραφή του Αντώνη Κάντα, η οποία στις αρχές του 2000 είχε ξεσηκώσει μεγάλο θόρυβο μεταξύ των συμμετεχουσών εταιρειών P&W και General Electric. Για την υπόθεση αυτή ο κ. Κάντας είχε αλληλογραφία μέχρι και με την πρεσβεία των ΗΠΑ και, όπως θυμούνται παράγοντες της τότε εποχής, ο πρώην γενικός διευθυντής Εξοπλισμών «έλυνε κι έδενε». 

Την ίδια στιγμή, με βάση πολύ καλά ενημερωμένες πηγές των «Επικαίρων», στο στόχαστρο των ερευνών έχει τεθεί και εν ενεργεία στέλεχος του υπουργείου Εθνικής Αμυνας, που ερευνάται μυστικά για την περίπτωση αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το συγκεκριμένο στέλεχος φέρεται να έχει ακίνητα στην Ανατολική Αττική που με τίποτα δεν δικαιολογούνται και ήδη οι δικαστικές Αρχές είναι ενήμερες γι’ αυτά. Πρόκειται για πρώην στρατιωτικό με σχέσεις με τον κ. Κάντα αλλά και με τον πρώην υπουργό Ακη Τσοχατζόπουλο, ο οποίος χάρη σ’ αυτές τις «πλάτες» ανελίχθηκε πολύ γρήγορα.

Παράλληλα έχει ξεκινήσει η συζήτηση για την τύχη των χαμένων Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων που ξεπερνούν το ποσό των 1,3 δις ευρώ και τα οποία το Μέγαρο Μαξίμου θέλει να ενεργοποιήσει ώστε να υπάρξει αναπτυξιακή στόχευση των ξεχασμένων αυτών κονδυλίων. Πρόκειται για πόρους που λόγω αδυναμίας του κράτους αλλά και πολλών «λουκέτων» σε προμηθεύτριες εταιρείες αμυντικών συστημάτων ουδέποτε παραδόθηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο και τους οποίους ο πρωθυπουργός επιδιώκει να αξιοποιήσει. Μάλιστα, πηγές αναφέρουν πως εντός του επόμενου διαστήματος θα υπάρξει συζήτηση για ενδεχόμενη ρύθμιση αυτών των ωφελημάτων προς αναπτυξιακή κατεύθυνση με στόχο την τόνωση της απασχόλησης. Για το θέμα, μάλιστα, ενήμεροι είναι ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, κ. Δημήτρης Αβραμόπουλος, καθώς και ο υπουργός Ανάπτυξης, κ. Κωστής Χατζηδάκης, προς το υπουργείο του οποίου θα κατευθυνθούν και οι πόροι, αν και ακόμα δεν έχει διευκρινιστεί το πώς. 

10 I ΙπΙΙρ://νννννν.βρίΙ<3ίΓ3.ςΓ I

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *