Καλό Πάσχα και μηκέτι αμαρτάνετε

4545Πηγή: Old Boy – “Unfollow”

Ο Κατρούγκαλος, ο Βορίδης, ο Παπακωνσταντίνου, ο Πλεύρης η δημοσιογραφία και ο Σλοβάκος φορολογούμενος

Δεν είναι όλες οι δημοσιογραφικές παραποιήσεις κακοπροαίρετες. Πολλές φορές το μόνο αμάρτημα της δημοσιογραφικής προσέγγισης είναι αυτό της εντυπωσιοθηρίας, της ευκολίας, της αδυναμίας να διακρίνει αποχρώσεις. Κάπως έτσι, σκηνές από την αργεντίνικη ταινία Ιστορίες για αγρίους εισβάλλουν ξαφνικά στα δελτία ειδήσεων. Κάποιος ξένος δημοσιογράφος θεώρησε ότι υπάρχουν ανατριχιαστικές ομοιότητες ανάμεσα στην ταινία (μια απολαυστικότατη υπαρξιακή κωμωδία) και την αεροπορική τραγωδία στις Άλπεις, κι έτσι τώρα σκηνές με τις οποίες μέσα στην ταινία χαμογελάς ολόκληρος, περνούν στην τηλεοπτική οθόνη ως το συνώνυμο της φρίκης και μάλιστα μιας φρίκης δυνητικά μεταδοτικής σε άρρωστα μυαλά. Αποκόπτοντας τις σκηνές από το αισθητικό τους πλαίσιο, κάνεις το μαύρο άσπρο, μετατρέποντας τη μαύρη κωμωδία σε κάτωχρο και κάκιστο μελό. Ακόμη δηλαδή και αν είχε δει την ταινία ο πιλότος της Germanwings, σίγουρα δεν είδε αυτό που κυκλοφόρησε διεθνώς ως είδηση ότι ήταν η ταινία κι ακόμα πιο σίγουρα δεν είδε έτσι ξεκομμένα τις σκηνές που είδαμε εμείς στις οθόνες μας.

Αν όμως, παρότι βλέπουμε τις ίδιες σκηνές, είμαστε σε διαφορετικό έργο θεατές, ποιο έργο μάς δείχνουν οι συνεχείς εντός ή εκτός εισαγωγικών αποκαλύψεις για τον Γιώργο Κατρούγκαλο; Είναι απολύτως ικανοποιητικές όλες οι απαντήσεις που έχει δώσει ο ίδιος; Δεν τίθεται π.χ. ένα θέμα με τα εργολαβικά που υπογράφηκαν την τελευταία στιγμή πριν την υπουργοποίησή του και κατατέθηκαν μετά από αυτή, έστω και αν αφορούσαν τελείως άλλη υπόθεση από εκείνη για την οποία τον κατηγόρησε το πρωτοσέλιδο δημοσίευμα του Βήματος, έστω και αν κατόπιν οι πελάτες του παραιτήθηκαν από την υπόθεση;

Δεν μπαίνει ένα γενικότερο θέμα μιας γκρίζας ζώνης ανάμεσα στην επαγγελματική ιδιότητα που έχει κανείς και την υπουργική που αποκτά μετά, όταν αυτές συμπλέκονται με οποιονδήποτε τρόπο; Θα μπορούσε τελικά να είναι πιο προσεκτικός, ώστε να μην έχει δώσει κανένα δικαίωμα; Πολύ πιθανόν. Αλλά το να μη δίνεις δικαιώματα σε τέτοιου είδους δημοσιογραφία, όπως αυτή του συγκεκριμένου δημοσιεύματος, με τι ακριβώς ισοδυναμεί;

Στο μπάσκετ οι διαιτητές μπορεί να σφυρίζουν κάθε επαφή ανάμεσα στους παίκτες ή να αφήνουν το παιχνίδι να γίνεται πιο σωματικό. Και οι δύο στάσεις θεμιτές είναι, αρκεί τα κριτήρια να είναι ίδια και για τις δύο ομάδες. Αν ο δημοσιογράφος είναι ο διαιτητής, το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα δύο μέτρα και δύο σταθμά στα σφυρίγματα, ότι δηλαδή η αντίπαλη ομάδα (π.χ. η ομάδα Βορίδη-Energa) μπορεί να παίζει μποξ και τα καθεστωτικά ΜΜΕ να αφήνουν το παιχνίδι να εκτυλίσσεται, ενώ στον Κατρούγκαλο σφυρίζουν την παραμικρή επαφή. Το πρόβλημα κυρίως είναι πως εδώ ο διαιτητής σταμάτησε το παιχνίδι και φώναξε την αστυνομία να συλλάβει τον παίκτη. Τα στοιχεία αποδείχτηκαν ψεύτικα και κατέρρευσαν μεν, αλλά λίγη σημασία έχει πια, η ζημιά έχει γίνει, το κλίμα έχει διαμορφωθεί και καταλήγουμε να κοιτάμε όλοι το ριπλέι για να διαπιστώσουμε αν η επαφή μπορεί να σφυριχτεί φάουλ. Μπορεί, αλλά κάποιος φώναξε στο μεταξύ και την αστυνομία για άλλο πράγμα. Και με αυτόν τι θα γίνει;

Το οποίο φέρνει στο μυαλό το τουίτ Πλεύρη. Ο Πλεύρης τρολάρει τις παρελάσεις, υπαινισσόμενος περίπου πως εμείς οι φασίστες στην οικογένειά μου το γουστάρουμε αυτό που κάνετε. Το ακραίο κέντρο και οι λοιπές φιλελεύθερες δυνάμεις απολαμβάνουν την όντως πετυχημένη τρολιά του Πλεύρη, ξεχνώντας όμως πως, αν είναι μια φορά περίεργο να σου λέει ο Πλεύρης «κοίτα, έκανες κάτι που μου μοιάζει», κανονικά θα έπρεπε να είναι εκατόν μία φορές περίεργο να αποτελεί ο Πλεύρης οργανικό μέλος αυτού που υποστηρίζεις. Είναι σαν ο ελέφαντας στο δωμάτιο να δείχνει το ποντίκι και να ξεκαρδίζονται όλοι με το ποντίκι, κάνοντας high five στον ελέφαντα, που παρά ταύτα παραμένει αόρατος ή, ακόμα χειρότερα, είναι εκεί δικαιωματικά. Ακόμα λοιπόν κι αν δεχόμασταν ότι στον τρόπο συμπεριφοράς του Κατρούγκαλου υπάρχει ένα ποντίκι, ο ελέφαντας στο δωμάτιο είναι το ρεπορτάζ του Βήματος και όσα ψευδέστατα έγραψε.

Αν το ρεπορτάζ ήταν απλά το ξεκίνημα, το κύμα γρήγορα εξαπλώθηκε σε ΜΜΕ και αντιπολίτευση εξυπηρετώντας εξ αντικειμένου τρεις στοχεύσεις μαζί:
1)Όπως οι δανειστές απαιτούν μια ιδιωτικοποίηση ως δείγμα γραφής, έτσι κι οι μιντιάρχες απαιτούν μια αποπομπή υπουργού ως δείγμα γραφής, ως ένδειξη της δύναμής τους, ως πιστοποιητικό συμμόρφωσης.
2) Με αυτό to πρώτο επίσημο «σκάνδαλο» της κυβέρνησης, πρέπει να γίνει πολύ γρήγορα σαφές στον κόσμο ότι όλοι ίδιοι είναι κι ότι και οι σημερινοί είναι ακριβώς τόσο βρώμικοι όσο και οι προηγούμενοι.
3) Ενοχοποιείται η ίδια η αντιμνημονιακή στάση, στηλιτεύεται ως ύποπτη κονομάς. Σαν η εκλογική αλλαγή να ήταν μια πρόφαση και το κύριο σχέδιο από πίσω ήταν να βγάλουν οι Κατρούγκαλοι το 12% τους.

Το βασικό μνημονιακό αφήγημα περί πελατειακότητας επιστρέφει αναβαθμισμένο: ο υπουργός που απολύει είναι ο γενναίος – ο υπουργός που προσλαμβάνει είναι το λαμόγιο’ οι απολύσεις είναι η αρετή – οι προσλήψεις το σκάνδαλο. Όλη η αντιμνημονιακότητα, μια καλά μελετημένη κομπίνα: ήρθαν να ξαναπροσλάβουν για να πάρουν τα ποσοστά τους, εις βάρος τελικά του Σλοβάκου φορολογούμενου, που για κάθε πολύτιμο ευρώ που μας δίνει, δώδεκα λεπτά θα καταλήξουν κάποια στιγμή στην τσέπη του Κατρούγκαλου.

Φεύγοντας από έναν υπουργό και πηγαίνοντας σε έναν λίγο παλιότερο, μπορεί να συμφωνεί ή να διαφωνεί κανείς με την αθώωσή του Γιώργου Παπακωνσταντίνου για το αδίκημα της απόπειρας απιστίας ή γι’ αυτό της κακουργηματικής μορφής της νόθευσης εγγράφου, αλλά τα αρμόδια δικαστήρια κρίνουν και όχι εμείς. Εκείνο που δυσκολεύεται όμως πάρα πολύ να κατανοήσει κανείς, είναι ο τρόπος που το Ειδικό Δικαστήριο αποφάσισε επί του αδικήματος για το οποίο τον βρήκε τελικά ένοχο. Έτσι, ενώ κρίθηκε ένοχος για το πλημμέλημα της νόθευσης εγγράφου, καθώς απάλειψε τρία αρχεία από το usb που περιείχε τη λίστα Λαγκάρντ «με σκοπό να διαφυλάξει την πολιτική του εικόνα», κατά την επιμέτρηση της ποινής το δικαστήριο, όπως είπε ο Πρόεδρος στον ίδιο, «εξήντλησε την επιείκειά του». Γιατί αν δεν εξαντλήσεις την επιείκειά σου σε αυτή την υπόθεση, αν δεν εξαντλήσεις την επιείκειά σου σε έναν υπουργό που κρίνεις πως σβήνει ονόματα συγγενών του για να προστατεύσει την καριέρα του, πού άραγε θα την εξαντλήσεις ως ελληνική δικαιοσύνη;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *