Προβολή ταινίας στα Χανιά: Κουεμάδα (1969), του Τζίλο Ποντεκόρβο

Προβολή ταινίας στα Χανιά: Κουεμάδα (1969), του Τζίλο Ποντεκόρβο

Δελτίο τύπου:

Ο πολιτιστικός σύλλογος «ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ» συνεχίζοντας με ταινίες ποιότητας και αυτόν τον χειμώνα το θεματικό αφιέρωμα στον μοναδικό ιταλικό κινηματογράφο (βλ. «Πανόραμα Ιταλικού Κινηματογράφου», θα προβάλει την Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017 στις 20.00μ.μ. στην αίθουσα ορόφου του Τ.Ε.Ε. Δυτικής Κρήτης (Νεάρχου 23, είσοδος από Γιαμπουδάκη) την ονομαστή ταινία Κουεμάδα/Queimada (Burn!), παραγωγής 1969, του Τζίλο Ποντεκόρβο, η οποία δεν έχει προβληθεί ποτέ στις ελληνικές αίθουσες κινηματογράφου.
Ας σημειωθεί πως στη σπουδαία αυτή ταινία τη μουσική έχει συνθέσει ο Έννιο Μορρικόνε και πρωταγωνιστεί ο ανεπανάληπτος Μάρλον Μπράντο.
Τη μετάφραση-υποτιτλισμό έχει κάνει από τ’ αγγλικά η εκπαιδευτικός Δ.Ε. Βίκυ Παπαναγιώτου, η οποία και θα προλογίσει την ταινία.

Λίγα λόγια για την ταινία

Ο σερ Γουίλιαμ Γούκερ, ένας μυστικός πράκτορας της βρετανικής κυβέρνησης, ταξιδεύει στη μακρινή Κουεμάντα, στις αρχές του 19ου αιώνα. Αποστολή του είναι να διαλύσει το μονοπώλιο του εμπορίου ζάχαρης, το οποίο ελέγχουν οι Πορτογάλοι αποικιοκράτες. Με τα λόγια και με τις υποσχέσεις του, βοηθά τους ντόπιους εργάτες να εξεγερθούν ενάντια στους Πορτογάλους. Δυο απλοί μέχρι τότε εργάτες, ο μαύρος Ντολόρες και ο μιγάς Τέντι Ζαντσέζ, θα γίνουν οι κυρίαρχες φυσιογνωμίες του τόπου. Ο Τέντι ανακηρύσσεται πρόεδρος της νεοσύστατης δημοκρατίας, ο Ντολόρες περνάει στην αφάνεια και ο πράκτορας με τον τίτλο του σερ και την επιτυχία στις αποσκευές του επιστρέφει στην Αγγλία. Θα περάσουν δέκα χρόνια, δέκα ολόκληρα χρόνια και νέες ταραχές θα ξεσπάσουν στο νησί. Ο σερ Γουίλιαμ θα αναγκαστεί να γυρίσει πίσω και να «θερίσει» ό,τι έσπειρε πριν δέκα χρόνια… O Stepen Hunter στην Washington Post έγραφε στις 15 Οκτωβρίου του 2004 πως η ταινία αυτή του Ποντεκόρβο είναι μια αλληγορία για τον πόλεμο του Βιετνάμ. Πρωταγωνιστούν: Μάρλον Μπράντο, Εβαρίστο Μαρκές κ.ά (1969).

Λίγα λόγια για τον σκηνοθέτη

. Ο Gillo Pontecorvo γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 1919 στην Πίζα της Ιταλίας ως Gilberto Pontecorvo. Ήταν σκηνοθέτης και συγγραφέας, περισσότερο γνωστός για τις ταινίες του: Η μάχη του Αλγερίου (1966), Kapò (1960). Παντρεύτηκε την Henriette Pontecorvo. Πέθανε τον Οκτώβριο του 2006 στην Ρώμη.
. Παρόλο που γύρισε λιγότερες από 20 ταινίες, θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους Ιταλούς σκηνοθέτες ενώ κατέχει ξεχωριστή θέση στο παγκόσμιο σκηνοθετικό πάνθεον.
. Γεννήθηκε στους κόλπους μιας ευκατάστατης εβραϊκής οικογένειας. Μετακόμισε στην Γαλλία το 1938 για να ξεφύγει από τους φασιστικούς νόμους της Ιταλίας της εποχής.
. Στο Παρίσι ήρθε σε επαφή με προσωπικότητες όπως ο Σαρτρ και ο Στραβίνσκι και άρχισε να αναπτύσσει τα πολιτικά του ιδανικά με τα οποία εμπλούτισε το έργο του.
. Επέστρεψε στην Ιταλία για να ηγηθεί μιας ταξιαρχίας ως
μέλος της Αντίστασης κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου.
. Μετά το τέλος του πολέμου, σπούδασε Χημεία και εργάστηκε ως δημοσιογράφος πριν γίνει τελικά σκηνοθέτης, ξεκινώντας την καριέρα του με ντοκιμαντέρ.
. Ως νέος άνδρας, υπήρξε αθλητής του τένις και έπαιρνε μέρος σε τουρνουά σε όλη την Ευρώπη. Αυτό έγινε αφορμή να ταξιδεύει συχνά εκτός των ορίων της πατρίδας του, της Ιταλίας.
. Είναι γνωστό ότι συχνά επέλεγε να συμπεριλάβει ερασιτέχνες ηθοποιούς στις ταινίες του, όποτε κατά περίπτωση κάποιο άτομο είχε κατά τη γνώμη του το «σωστό» πρόσωπο ώστε να αποδώσει καλύτερα το χαρακτήρα του ρόλου.
. Ήταν ο νεώτερος γιος του Πυρηνικού Φυσικού Bruno Pontecorvo (1913-1993), ο οποίος αυτομόλησε στη Σοβιετική Ένωση το 1950.Gillo Pontecorvo:

. Γεννημένος στην Πίζα της κεντρικής Ιταλίας στις 19 Νοεμβρίου του 1919, ο Gillo ήταν γιος ενός ευκατάστατου εβραίου επιχειρηματία και αδελφός του διακεκριμένου φυσικού Βruno Pontecorvo. Διακρίνεται στη χημεία κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο πανεπιστήμιο της Πίζας. Εκεί για πρώτη φορά αντιλαμβάνεται τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, όταν έρχεται σε επαφή με αριστερούς φοιτητές και καθηγητές. Το 1938, λίγο μετά την αποφοίτηση του και αντιμετωπίζοντας τον αυξανόμενο αντισημιτισμό, μετακομίζει στη Γαλλία όπου εργάζεται ως ανταποκριτής των Ιταλικών εφημερίδων La Republica και Paese Sera. Παράλληλα εργάζεται και ως καθηγητής τένις.
. Στο Παρίσι έρχεται σε επαφή με τον κόσμο του κινηματογράφου και ξεκινά να γυρνάει μικρά ντοκιμαντέρ. Γίνεται βοηθός του Joris Ivens, γνωστού ντοκιμαντερίστα και Μαρξιστή. Ο Pontecorvo αρχίζει να συναναστρέφεται με κόσμο που διευρύνει τους ορίζοντες του, μεταξύ των οποίων, ο Πάμπλο Πικάσο, ο Ιγκόρ Στραβίνσκι και ο Ζαν-Πολ Σαρτρ. Κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου ο Pontecorvo αναπτύσσει τα πολιτικά του πιστεύω. Επηρεάζεται ιδιαίτερα όταν πολλοί φίλοι του από το Παρίσι πηγαίνουν στην Ισπανία για να πολεμήσουν στον Εμφύλιο Πόλεμο. Το 1948 γίνεται μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ιταλίας.
. Ο ίδιος συνήθιζε να λέει: “Δεν είμαι ένας καθ’ αυτού επαναστάτης. Είμαι απλός ένας άνθρωπος της Αριστεράς, όπως πολλοί Ιταλοεβραίοι”.
. Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την επιστροφή του στην Ιταλία, αφήνει τη δημοσιογραφία για τον κινηματογράφο, αφού βλέπει το «Paisa» του Rossellini. Γυρίζει πολλά ντοκιμαντέρ, τα οποία χρηματοδοτεί μόνος του. Το 1957 γυρίζει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το “The Wide Blue Road”. Από εκεί μπορούμε ήδη να διακρίνουμε την σκηνοθετική ωριμότητα που τον χαρακτηρίζει στις επόμενες ταινίες του. Η ταινία βραβεύεται στο Karlovy Vary International Film Festival.
. Ο Pontecorvo ξοδεύει μήνες και μερικές φορές χρόνια, προκειμένου να μαζέψει το υλικό χρειάζεται για τις ταινίες του. Τα επόμενα δυο χρόνια ετοιμάζει το Kapo, ένα δράμα που εκτυλίσσετε σε ένα ναζιστικό στρατόπεδο. Το 1961 είναι υποψήφιος για Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.
. Η μάχη του Αλγερίου είναι το αριστούργημα του Pontecorvo και θεωρείται ευρέως ως μία από τις καλύτερες ταινίες του είδους. Η απεικόνιση της αλγερινής αντίστασης, ακολουθεί τα χνάρια νεορεαλιστών πρωτοπόρων δημιουργών, όπως ο de Santis και ο Rossellini. Ο Pontecorvo σαφώς διάβαζε Frantz Fanon την εποχή που γύρισε τη Μάχη του Αλγερίου, μιας και οι αντιλήψεις του αντανακλώνται στην ταινία, αν και σε απλοποιημένη μορφή. Το αριστούργημα του, καταφέρνει να προβληθεί ευρύτατα στις Ηνωμένες Πολιτείες και είναι υποψήφιο για δύο Όσκαρ, σκηνοθεσίας και πρωτότυπου σεναρίου. Η ταινία ήταν και παραμένει εξαιρετικά δημοφιλής στην Αλγερία, παρέχοντας μια λαϊκή μνήμη στον αγώνα για ανεξαρτησία.
. Το επόμενο μεγάλο έργο του είναι το “Burn!”(1969), στο οποίο πρωταγωνιστεί ο Marlon Brando και έχει σαν θέμα την πάλι την αποικιοκρατία, αυτή τη φορά στις Αντίλλες.
. Συνεχίζει να γυρίζει άκρως πολιτικές ταινίες και ντοκιμαντέρ και το 1992 αντικαθιστά τον Guglielmo Biraghi ως διευθυντής του Φεστιβάλ Βενετίας, το οποίο διευθύνει για τις τρεις επόμενες χρονιές.
. Το 2006 πεθαίνει από καρδιακή ανεπάρκεια στη Ρώμη σε ηλικία 86 ετών.

Φιλμογραφία (επιλεκτική)

2003 Firenze, il Nostro Domani
2001 Un Altro Mondo e Possibile
1980 Ogro
1969 Queimada
1966 La Battaglia di Algeri
1959 Kapo
1957 La Grande Strada Azzurra
1954 Porta Portese

Είπαν για τον σκηνοθέτη

Η Pauline Kael, Αμερικανίδα κριτικός κινηματογράφου, κάποτε είπε ότι ο GilloPontecorvo ήταν «ένας Μαρξιστής του πιο επικίνδυνου είδους: ένας Μαρξιστής ποιητής».

Ο Τζίλο Ποντεκόρβο του Βασίλη Ραφαηλίδη: «…Ο Τζίλο Ποντεκόρβο είναι γιος του διάσημου ατομικού επιστήμονα που κατέφυγε στην Σοβιετική Ένωση αμέσως μετά τον πόλεμο, συναποκομίζοντας κάποια μυστικά. Ήταν λογικό ο θρύλος του πατέρα να συνοδεύει και τον γιο, πολύ περισσότερο όταν κι αυτός, όπως ο πατέρας, δεν έκρυβε την μαρξιστική του τοποθέτηση. Ο Ποντεκόρβο, άνθρωπος κολοσσιαίας κουλτούρας, χρησιμοποιεί τον κινηματογράφο κατά κάποιον τρόπο σαν χόμπι ή μάλλον όταν νομίζει πως έχει να πει κάτι το πολύ σημαντικό. Όντας μαθητής και φίλος του Γιόρις Ιβενς γύρισε πολλά ντοκιμαντέρ-και μόνον τέσσερις ταινίες μεγάλου μήκους από τις οποίες το Καπό (1960) τον έκανε διεθνώς γνωστό…»
«Ο Ποντεκόρβο, ένας μανιακός περφεκτιονίστας πουδουλεύει χρόνια πάνω σε ένα σενάριο, είναι ένας δημιουργός με στιλ απολύτως προσωπικό. Αρνούμενος κατηγορηματικά τις ευκολίες του στούντιο, γυρίζει πάντα σε φυσικούς χώρους, στους οποίους, όμως κάνει τόσες επεμβάσεις ώστε αυτοί να μεταλλάσσουν σ’ ένα πελώριο ντεκόρ. Έτσι, ο Ποντεκόρβο-ντοκιμαντερίστας βρίσκεται πάντα στο οικείο του περιβάλλον ελέγχοντας και την τελευταία του λεπτομέρεια, σαν να επρόκειτο για ένα στημένο ντεκόρ λίγων τετραγωνικών μέτρων.»«…Βέβαια, έτσι γινόταν πάντα και ο Ποντεκόρβο δεν κομίζει γλαύκα εις Αθήνας.

Όμως γνωρίζετε πολλούς κινηματογραφιστές που κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν ταυτόχρονα το υποκείμενο της ιστορίας και ως αντικείμενό της; Ο Ποντεκόρβο δεν απλοποιεί την διαλεκτική για λόγους σκοπιμότητας και κατανοητότητας. Προτιμάει τη χεγκελιανή φόρμουλα «ταυτότητα της ταυτότητας και της μη ταυτότητας» παρά την υπεραπλουστευμένη της μορφή «θέση-αντίθεση-σύνθεση» που προκάλεσε τόσες συγχύσεις και τόσες παρανοήσεις με την έννοια της χρονικής διαδοχής που προϋποθέτει. Στο χεγκελιανό σχήμα, κάτι «είναι και ταυτόχρονα παύει να είναι» την ίδια στιγμή, η κατάφαση εμπεριέχει την άρνησή της. Στο εκλαϊκευτικό σχήμα , η άρνηση έπεται χρονικά της κατάφασης και σε ένα χρονικό στάδιο δημιουργεί μια νέα κατάφαση.
Ο Ποντεκόρβο είναι ένας πολύ μεγάλος διαλεκτικός, και η φήμη του κάθε άλλο παρά μύθος είναι. Ο Γαβράς και οι όμοιοί του, αν τον πρόσεχαν λιγάκι (αν έπιαναν και κανένα βιβλίο στο χέρι τους), θα ντρέπονταν για ταινίες σαν την Κατάσταση πολιορκίας π.χ. με την οποία ο θεατής, αν βρει κάποιες ομοιότητες θα πρέπει να τις θεωρήσει εντελώς τυχαίες…»
Από το Βήμα 15/04/1975
Μάρλον Μπράντο: Freedom Rider
Infowar, 16/12/2014

Μια διαφορετική ματιά στο έργο του ακτιβιστή–ηθοποιού από τον Γιώργο Μητραλιά.

Καθώς συμπληρώνονται 10 χρόνια από τότε που πέθανε ο Μάρλον Μπράντο, δημοσιεύουμε μια νεκρολογία του, που έμεινε τότε αδημοσίευτη, όχι μόνο για να μην ξεχνάμε τον μεγάλο καλλιτέχνη που ήταν, αλλά και για να τον θυμόμαστε σαν ασυμβίβαστο αγωνιστή παντοτινά αλληλέγγυο των κάθε λογής αδικημένων, καταφρονεμένων και καταπιεσμένων.

Ναι, ο Μάρλον Μπράντο ήταν σίγουρα «ο μεγαλύτερος ηθοποιός όλων των εποχών» και η συμβολή του στην εξέλιξη της υποκριτικής θα συνεχίσει να απασχολεί για πολλές δεκαετίες στο μέλλον. Ωστόσο, δεν ήταν μόνον αυτό. Ήταν και κάτι ακόμα, ένας αυθεντικός αγωνιστής στο πλευρό των κάθε λογής καταπιεσμένων. Απανταχού γης αλλά και ειδικότερα στην καρδιά του ιμπεριαλιστικού τέρατος, σ’αυτές τις Ηνωμένες Πολιτείες που ποτέ δεν τον χώνεψαν και γι’αυτό έσπευσαν να τον περιλάβουν στις μαύρες λίστες τους και να τον χαρακτηρίσουν «εκκεντρικό», «παράφρονα» και «αντικοινωνικό στοιχείο».
Επειδή λοιπόν μια νεκρολογία του Μάρλον Μπράντο που δεν αναφέρεται σ’αυτή την πτυχή της ζωής του, όχι μόνο δεν αποδίδει την πραγματικότητα της ζωής του αλλά και διευκολύνει αφάνταστα όλους εκείνους (το Χόλιγουντ, το αμερικάνικο κατεστημένο) που θα τον ήθελαν να μείνει στην ιστορία ως ένα αποστειρωμένο αμερικανικό σύμβολο, γι’ αυτό και ακολουθούν οι παρακάτω πολύ σύντομες υπενθυμίσεις:
Ήδη το 1959 και ενώ ο ψυχρός πόλεμος βασιλεύει, ο Μπράντο δεν επαναπαύεται στις δάφνες του και ιδρύει μαζί με τους αφροαμερικανούς καλλιτέχνες Χάρι Μπελαφόντε και Όσι Ντέϊβις το χολιγουντιανό παράρτημα του SANE, του κινήματος ενάντια στα πυρηνικά όπλα. Το 1963, πρωτοστατεί στο κίνημα υπέρ των δικαιωμάτων των μαύρων και μπαίνει επικεφαλής (μαζί με τον Τζέϊμς Μπάλντουϊν) της μεγάλης πορείας στην Ουάσινγκτον. Λίγο αργότερα, κατεβαίνει στο ρατσιστικό αμερικανικό νότο σαν μέλος των περίφημων Freedom Riders για να σπάσει τις ρατσιστικές διακρίσεις στα μεταφορικά μέσα.
Από το 1964 και μετά, αρχίζει τον σχεδόν μοναχικό αγώνα του στο πλευρό των ιθαγενών αμερικανών, των Ινδιάνων, στον οποίο αφιέρωσε όλη την ενέργεια αλλά και την περιουσία του. Συνδέεται με τον Ινδιάνο φύλαρχο Bob Satiacum που διεκδικεί τα αρχέγονα δικαιώματα της φυλής του και συλλαμβάνεται μαζί με πολλούς Ινδιάνους που ψαρεύουν «παράνομα» στο δικό τους ποταμό Puyallup. Αρνείται το (δεύτερο) Οσκαρ για την ερμηνεία του στο Νονό του Κόπολα, και στέλνει την Ινδιάνα ακτιβίστρια Σατσίν Λίτλφέδερ στην τελετή απονομής, όπου αυτή προκαλεί σοκ στηλιτεύοντας την απάνθρωπη συμπεριφορά των αμερικανικών κυβερνήσεων προς τους ιθαγενείς Αμερικανούς.

Παράλληλα με όλα αυτά, συνεχίζει τον αγώνα του στο πλευρό της εξεγερμένης μαύρης κοινότητας και αμέσως μετά τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ (1968) εγκαταλείπει το Χόλιγουντ δηλώνοντας ότι αφιερώνεται εφεξής στο Κίνημα πολιτικών δικαιωμάτων. Χρηματοδοτεί και υπερασπίζεται δημόσια τους Μαύρους Πάνθηρες, και συνδέεται στενά με τους ηγέτες του Μπόμπι Σηλ και Τζωρτζ Τζάκσον, στην κηδεία του οποίου εκφωνεί τον επικήδειο. Αυτή η δράση του προκαλεί τους ρατσιστές του αμερικανικού Νότου που απαγορεύουν ή μποϋκοτάρουν τις ταινίες του, ενώ ταυτόχρονα το Χόλιγουντ δημιουργεί αυτό που έμελλε να ονομαστεί “Brando Blacklist”, αποκλείοντάς τον από τις παραγωγές του…
Παρά τις προσωπικές του τραγωδίες, ο Μπράντο έμεινε πιστός μέχρι το τέλος στα ιδανικά του προσφέροντας τη φωνή και τα χρήματά του στα κινήματα που μάχονται μέσα στις ΗΠΑ ενάντια στον αμερικανικό πόλεμο και στην κατοχή του Ιράκ!
Προσωπικά, θα θυμάμαι πάντως τον Μπράντο-ηθοποιό για δύο ρόλους του: εκείνο στο προφητικό και πάντα επίκαιρο Αποκάλυψη Τώρα, και κυρίως στο μεγαλοφυές -και περιέργως επίσης «ξεχασμένο»- Κεϊμάντα του μεγάλου Ιταλού σκηνοθέτη Τζίλο Ποντεκόρβο («Η μάχη του Αλγερίου»). Το μοναδικό, από όσο ξέρω, φίλμ που εικονογραφεί τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης σε μια μικρή χώρα του Τρίτου κόσμου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *