Από την υπουργό της φωτοτυπίας στην υπουργό της κάμερας

Η κ. Κεραμέως θέλει να αποσαθρώσει, να θρυμματίσει και να σταυρώσει το δημόσιο και δωρεάν σχολείο και να το παρουσιάσει ως σφάγιο στην αγορά που περιμένει να το καταπιεί.

Απ’ ό,τι φαίνεται η πολιτική ανοησία από την αστική πολιτική σκοπιμότητα απέχει ελάχιστα – λιγότερο από μία ίντσα. Του λόγου το αληθές έρχεται να επιβεβαιώσει η πρόσφατη ανακάλυψη της -εξόχως αγαπημένης στην αγορά και την αγοραία συνείδηση- υπουργού Παιδείας Ν. Κεραμέως πως τα σχολεία πρέπει να ξανανοίξουν, οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές να επιστρέψουν, το μάθημα να γίνεται ανά 2-3 τετραγωνικά και ένας μαθητής(!) και η όλη εργασία να γίνει κυρίως από την τηλε-εκπαίδευση. Τι του λείπει του ψωριάρη, φούντα με μαργαριτάρι, θα χλεύαζαν οι παλαιότεροι, διότι οι νεότεροι είναι πιο πρακτικιστές και αποδείχνουν ότι ούτε τα μεγάλα θέατρα δεν θα μπορούσαν να στοιβάξουν τον μαθητικό πληθυσμό.

Έχουν γραφεί και ακουστεί πολλά για την ανοησία της υπουργού Παιδείας και έχουν μιλήσει αρχιτέκτονες, τηλεσχεδιαστές, μαθητές και σοβαροί άνθρωποι. Εμείς κυρίως θέλουμε να θίξουμε την παιδαγωγική πλευρά του σχολείου. Δηλαδή τον άνθρωπο που διδάσκει με τις γνώσεις του, το σώμα του, τη φωνή του και, κυρίως, τη στάση ζωής και το παράδειγμά του. Γεμάτοι κούφια επίδειξη οι υπέρμαχοι της τεχνολογίας προσπαθούν να αποδείξουν ότι η πληροφορία ταξιδεύει «με την ταχύτητα του φωτός», απ’ άκρη σ’ άκρη, σ’ όλο τον κόσμο, μη γνωρίζοντας φυσικά και κοινωνικά τείχη. Φαίνεται πως το σχολείο και ο δάσκαλος, όπως τον γνωρίσαμε, πεθαίνει σ’ ένα βουητό από τις σάλπιγγες της Ιεριχούς και κανένας δεν μπορεί να εμποδίσει την προέλαση του «τηλε». (Παρεμπιπτόντως σημαίνει στα αρχαία ελληνικά μακρυά, πχ Τηλέμαχος = αυτός που αγωνίζεται από μακρυά).

Αναμφίβολα υπάρχει ένας σπόρος αλήθειας στο κήρυγμα των οπαδών της τεχνολογίας, που κανείς δεν μπορεί να μηδενίσει. Αλλά όταν μιλάμε για το σχολείο και τη σχέση δασκάλου-μαθητή εννοούμε κάτι πολύ περισσότερο από την έκσταση μπροστά στην οθόνη και την απόλαυση μπροστά στην εικόνα. Το σχολείο είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι η ομαδικότητα της σχολικής τάξης που θέλει η κ. Κεραμέως να την αντικαταστήσει με λίθους, πλίνθους, κέραμους στο «μένουμε σπίτι». Είναι η συντροφικότητα της παρέας των συνομιλητών που διαπληκτίζονται και αγαπιούνται, που μοιράζονται στιγμές και κάποτε κάνουν «μπούλινγκ», που καυγαδίζουν και ερωτεύονται.

Είναι η α-πορία των ανθρώπων που μοιράζονται την άγνοια και την γνώση σαν αντίδωρο και δεν πληκτρολογούν τον άψυχο υπολογιστή. Είναι ο δάσκαλος-άνθρωπος που κουβαλάει πληροφορίες και γνώσεις και δημιουργεί έλξη ή άπωση, πράγματα όμως οικεία στην ομάδα των ανθρώπων που μιμείται ή απωθείται από τον «δάσκαλό μας» και που πάντοτε θα κουβαλάει μαζί της παλιές αναμνήσεις, όπως κουβαλάμε τα πολυκαιρισμένα άλμπουμ. Είναι το παράδειγμα του δασκάλου που ζει τα καθημερινά πράγματα, οδηγεί, φωτίζει ή ρίχνει αποσκόταδο.

Όλοι μας θυμόμαστε τους δασκάλους παραδείγματα σε δύσκολες εποχές και βάλαμε σε μία γωνία του είναι μας την καλύτερη ομάδα των ανθρώπων που τιμούσαν το έργο τους. Είναι η αυλή, η εκδρομή, η «κοπάνα», η καλύτερη μέρα, ο αποθησαυρισμένος πλούτος, διότι ο άνθρωπος είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων και όχι το σύνολο των τελευταίων παρουσιάσεων στα κομπιούτερ.

Μέσω της «ζωντανής αναμετάδοσης», με οποιοδήποτε μέσο (κάμερα, laptop, tablet, κινητό τηλ κλπ) από τη μια επιβάλλεται η πιο  αποκρουστική μορφή εποπτικού ελέγχου, χειραγώγησης, πειθάρχησης και τρομοκράτησης του εκπαιδευτικού, στη θεσπισμένη πια διαδικασία της αξιολόγησης, που ακυρώνει κάθε μορφή  πνευματικής και παιδαγωγικής ελευθερίας, και από την άλλη κατεδαφίζονται οι εργασιακές σχέσεις μονίμων και αναπληρωτών, στο πλαίσιο της εισαγωγής των ιδιωτικό-οικονομικών κριτηρίων στη λειτουργία των σχολείων.

Το σχολείο πλέον ως ..μονάδα με ανταγωνιστικά κριτήρια μετρήσιμης απόδοσης και με αποκεντρωμένη δομή (διευθυντή manager-εκπρόσωποι Τοπικής Αυτοδιοίκησης, γονέων, μαθητών κλπ) δομείται στη βάση  της προσαρμογής στους αγοραίους νόμους , της αποψίλωσης των εκπαιδευτικών από κάθε κατάκτηση και δικαίωμα και της μορφωτικής απόρριψης των φτωχών.

Μας απασχολεί ότι η Κεραμέως έχει κι άλλα πράγματα στην πίσω πλευρά του κεφαλιού της. Θέλει να αποσαθρώσει, να θρυμματίσει και να σταυρώσει το δημόσιο και δωρεάν σχολείο και να το παρουσιάσει ως σφάγιο στην αγορά που περιμένει να το καταπιεί. Μπροστά της όμως στέκονται σαν γιγάντια φαντάσματα όλοι οι δάσκαλοι που διαβάσαμε, ακούσαμε ή γνωρίσαμε. Είναι όλοι αυτοί που φωνάζουν: Δε θα περάσει!

Πηγή: Θανάσης Τσιριγώτης, Χρήστος Κάτσικας – “ΕφΣυν”

Μία απάντηση στο “Από την υπουργό της φωτοτυπίας στην υπουργό της κάμερας”

  1. Ο αφορεσμός! Μια σπουδή σε πεζό λόγο πάνω στο μεγαλύτερο γεγονός των ημερών μας, “καζαντζακικώ τω τρόπω”!
    Πρόβαλε στον άμπωνα της εκκλησιάς με αναμμένη την κατάμαυρη σαν τα μυαλά του λαμπάδα. Η γενειάδα του φάνταζε από μακριά ορθωμένη, διχαλωτή και μυτερή σαν τα δύο μεγάλα κέρατα του τρισκατάρατου. Κατακόκκινα τα μάτια του, σαν του λύκου που διψάει για αίμα. Σήκωσε τη λαμπάδα. Το λεφούσι των πιστών του ανατρίχιασε. -Αφορεσμένος ο Χαρδαλιάς!, ούρλιαξε ο παπά- Αμβρόσιος. Άλιωτος και σιχαμερός εις τους αιώνας! – Αφορεσμένος!, ούρλιαξαν κι όλες μαζί,οι θεούσες,οι άπλυτες και οι κακάσκημες, σήμερα πιο άσκημες παρά ποτέ,τριχωτές σαν κουνάβια, λιανόμαυρες σαν του γέρο-Λαδά τις σάπιες ρέγγες,μα πάντοτε γιομάτες το φαρμάκι της οχιάς, τη λύσσα της σκύλας και τη χριστιανικιά τη μάνητα. Αφορεσμένος!
    -Αφορεσμένη και η Κεραμέως, ξαναβρουχήθηκε το ρασοφόρο θεριό,ίδιο τέρας της Αποκάλυψης! Ανάθεμα και κατάρα έστω αυτή, ως τη Ιεζάβελ, εις τους αιώνας! Να περιπλανάται εις τα σκότη και εις το αιώνιον δαιμονικόν πύρ της κολάσεως. Ημείς δε γεγηθότες εσόμεθα, ορώντες αυτήν (από κάμεραν του υψίστου) φρικιώσαν και όζουσαν και σκωληκόβρωτον! -Αναθεματισμένη! Αναθεματισμένη και τρισαναθεματισμένη, έγρουξαν οι κυρα-Κατίνες. Η θεια η Κοντύλω ένιωθε σα νά χε γίνει κιόλας ρομφαία πύρινη,έτοιμη να κάτακάψει τη σατανικιά θεομάχα! Ο παπά-Αμβρόσιος ξανασήκωσε τη λαμπάδα του, ενώ τα σάλια κι οι αφροί έλουζαν τα κιτρινωπά μουστάκια του. -Αφορεσμένος, κατηραμένος και τρισαναθενατισμένος κι ο Μητσοτάκης!,ξεφώνιζε τώρα με όλη του τη δύναμη. Σείστηκε μονομιάς η εκκλησιά σαν από τη σάλπιγγα τ’ αρχάγγελου τα τείχη της Ιεριχώς και τα μπορντέλα των Σόδομων και Γόμορρων. -Μη σώσει να ξαναδεί γκουβέρνο,μη σώσει να ξαναπιάσει φράγκο στ’ αντίχριστα χέρια του. Γενηθήτωσαν τροφή του Βελζεβούλ τα πλούτη αυτού και κατακαυθήτωσαν! Τόκον τραπέζης και μέρισμα κερδών οφσόρ ούτος μη λάβη υπό ουδενός, άχρι συντελείας του αιώνος! Δεν απόσωσε το ουρλιαχτό του και λες πως σήμανε κι η έβδομη σάλπιγγα κι ανοίξαν οι τάφοι των κολασμένων.
    -Καταραμένος! Αφορεσμένος! Στα κομμάτια!, αντιβούιξε με όλη του τη δύναμη το εκκλησίασμα, σερνικό και θηλυκό. Οι λυσσασμένες κραυγές γίνηκαν τώρα κουβάρι αξεδιάλυτο,σάλαγος και βουητό κι άναρθρο μουγκανητό,σαν των χίλιων σατανάδων αντάμα. Το λιβάνι, σύγνεφο σωστό, τώρα πια είχε πνίξει το μολεμένο,υγρό και μουχλιάρικο τούτο κατώι, που πιότερο έμοιαζε με το καζάνι το βραστό του Ιούδα. Κάτι σαν “φωτιά” ή σαν “τσεκούρι”, ξέκρινε για λίγο το αφτί του καντηλανάφτη από το βάθος του ιερού. Μοναχά τα κεριά και μαζί τ’ αγριεμένα μάτια των σαλεμένων φτωχοδιάβολων του ποίμνιου ξέσκιζαν την πνιγερή αντάρα,καθώς προμηνούσαν πόλεμο ιερό στους άπιστους, μαύρο θανατικό στα αφορεσμένα μπαίγνια του Εωσφόρου. -Ρομφαία και ξίφος επί της κεφαλής των καταράτων!, αποτελείωσε το ουρλιαχτό του ο παπά-Αμβρόσιος, ενώ κόντευε να του ρθει κόλπος για νταμπλάς από το ξελαρύγγισμα. -Τί τσαμπουνάς εκεί πάνω, ωρέ σερσέμη; Τι γαβγίζεις, ωρέ διαόλου ξέρασμα, π’ ανάθεμα τα γένεια και το καλημμαύκι σου!, ακούστηκε άξαφνα μια φωνή από το νάρθηκα.
    Το τσούρμο τάχασε. Γύρισε το κεφάλι και τί να δει; Από την πόρτα της εκκλησιάς όρμαγε τώρα κατά τον άμπωνα, κραδαίνοντας ξύλο χοντρό, ο παπά- Γερώνυμος,ο αρχιδεσπότης των βακουφιών, δίπλα του τρεις νταγλαράδες διάκοι με χοντρά καντρόνια στα χέρια κι από κοντά ο σεΐζης Παναγιώταρος και τα καρακόλια του Μιχάλη αγά, με τους βούρδουλες και τα ρόπαλα, έτοιμα να σπάσουν κεφάλια χαϊβανιών και χαΐνηδων.
    -Τι τσαμπουνάς, βρε κοκορόμυαλε, βρε ξεκουτιασμένε γερο-ταυραμπά, βρε αναθεματισμένε του διαόλου φάρα; Ποιος σού’πε σένα, βρε θεομπαίχτη, ότι μπορείς να παίζεις εν ου παικτοίς με την εξουσία; Ποιος σε διόρισε σένα κριτή των πιο σεβαστών κεφαλών του τόπου; Ποιος βρε ξεμωραμένε, θα σώσει τα βακούφια και τον πλούτο τους, από τους άπιστους, όταν εσύ, σατανά γέννα, αφορίζεις, δίχως να μας ρωτήσεις τους άρχοντας ημών, το δεξί χέρι του ύψιστου, τα στηρίγματα του ντουνιά; Ού να μου χαθείς βλαμμένε αγιογδύτη. Τσακίσου κατέβα από κει πάνω, προτού σε πάρει ο διάολος! Σεΐζη Παναγιώταρε, βάλε γνώση στους κουφιοκέφαλους! Για δείξ’ τους πόσα απίδια πιάνει ο σάκος!
    -Χριστιανοί, μας χτυπάνε οι μπολσεβίκοι!,ακούστηκε πνιχτό το ουρλιαχτό του παπά- Αμβρόσιου, καθώς το πιο χοντρό καντρόνι του ενού διάκου τον είχε κιόλας βρεί κατάμουτρα. -Τα ύστερα του κόσμου.Σώσον Κύριε τον λαόν σου!,ούρλιαξε το παραλοϊσμένο λεφούσι, κι έκανε να ορμήξει στον παπά- Γερώνυμο, την ώρα που όλα μαζί τα καρακόλια του Μιχάλη αγά,με πρώτο τον Παναγιώταρο άρχισαν να τσακίζουν τα χέρια, τα ποδάρια και τα παΐδια των χαΐνηδων!”…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *