Κοβέσι: Η διαφθορά του Μητσοτακικού καθεστώτος και τα όρια της ευρωπαϊκής «δικαιοσύνης»
«Η πιο απροκάλυπτη προσπάθεια εκφοβισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έγινε στην Ελλάδα». Η δήλωση της επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, Λάουρα Κοβέσι, στο Politico δεν είναι μια συνηθισμένη θεσμική παρατήρηση. Είναι μια καταγγελία που εκθέτει την κυβέρνηση Μητσοτάκη και προκαλεί σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η πολιτική εξουσία στη χώρα μας.
Ας μην έχουμε, όμως, αυταπάτες. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν ανακάλυψε τη διαφθορά στην Ελλάδα επειδή συγκινήθηκε από τη λεηλασία του δημόσιου πλούτου ή επειδή αποφάσισε να υπερασπιστεί τα συμφέροντα του ελληνικού λαού. Η αποστολή της είναι συγκεκριμένη: να διερευνά εγκλήματα που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η έκταση των σκανδάλων, η απροκάλυπτη λειτουργία των μηχανισμών διαπλοκής και η επίμονη αμφισβήτηση των ελεγκτικών διαδικασιών έχουν οδηγήσει τη σύγκρουση πέρα από τα συνηθισμένα όρια μιας δικαστικής έρευνας.
Όταν η ελληνική εκδοχή της πολιτικής ατιμωρησίας προκαλεί πλέον τέτοια θεσμική αντιπαράθεση, το πρόβλημα δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από τις κυβερνητικές διακηρύξεις περί «αριστείας», «διαφάνειας» και «κράτους δικαίου».
Η διαφθορά υπάρχει παντού. Η ατιμωρησία, όμως, δεν έχει παντού την ίδια μορφή.
Η Κοβέσι έχει επισημάνει ότι δεν υπάρχει χώρα απαλλαγμένη από τη διαφθορά. Η διαφορά βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται, στους μηχανισμούς που την επιτρέπουν να αναπαράγεται και στις συνέπειες που υφίστανται όσοι εμπλέκονται σε αυτήν.
Στην Ελλάδα, το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι εμφανίζονται σκάνδαλα. Είναι η επαναλαμβανόμενη εικόνα ενός πολιτικού συστήματος στο οποίο οι υποθέσεις διαφθοράς συχνά καταλήγουν σε έναν κυκεώνα διαδικασιών, αλληλοκατηγοριών και πολιτικών συμψηφισμών, ενώ η απόδοση ευθυνών παραμένει ζητούμενο.
Η ατιμωρησία δεν χρειάζεται να διακηρυχθεί για να λειτουργήσει. Αρκεί να ενσωματώνεται στις διαδικασίες, στις εξαιρέσεις, στις καθυστερήσεις και στις θεσμικές ασφαλιστικές δικλίδες που, αντί να εγγυώνται ουσιαστικό έλεγχο, καταλήγουν να προστατεύουν την πολιτική εξουσία από τις συνέπειες των πράξεών της.
Όταν, μάλιστα, οι υποθέσεις αφορούν υπουργούς, βουλευτές και κρατικούς αξιωματούχους, ανακύπτει το ζήτημα των ειδικών διαδικασιών και των περιορισμών που ισχύουν για τη διερεύνηση των ευθυνών τους.
.ΟΠΕΚΕΠΕ: Όταν τα ευρωπαϊκά κονδύλια γίνονται πεδίο πολιτικής και οικονομικής λεηλασίας
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ συμπυκνώνει πολλές από τις αντιφάσεις του ελληνικού πολιτικού συστήματος.
Τα ευρωπαϊκά κονδύλια προορίζονται για συγκεκριμένους σκοπούς και δικαιούχους. Όταν προκύπτουν αποδείξεις ότι χρήματα κατευθύνθηκαν σε πρόσωπα που δεν τα δικαιούνταν, το ερώτημα δεν είναι αν η διερεύνηση προκαλεί πολιτικό κόστος. Το ερώτημα είναι ποιοι ωφελήθηκαν, ποιοι μηχανισμοί επέτρεψαν τις παρατυπίες και ποιοι έχουν την ευθύνη για τη λειτουργία τους.
Η Κοβέσι απορρίπτει τη λογική ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία πρέπει να προσαρμόζει τις κινήσεις της στις πολιτικές ανάγκες μιας κυβέρνησης. Η δική της αρμοδιότητα είναι να ερευνά τα αδικήματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία της, όχι να προστατεύει την εικόνα οποιουδήποτε κυβερνητικού κόμματος.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει η πολιτική διάσταση της υπόθεσης.
Η διαχείριση των δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων δεν είναι μια ουδέτερη διοικητική διαδικασία. Συνδέεται με δίκτυα εξουσίας, πολιτικές εξυπηρετήσεις και οικονομικά συμφέροντα. Όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τέτοιοι μηχανισμοί αξιοποιήθηκαν για την καταχρηστική διαχείριση χρημάτων, η διερεύνησή τους δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ενόχληση που πρέπει να περιοριστεί.
Το ζητούμενο είναι να αποκαλυφθεί ο μηχανισμός, να τεκμηριωθούν οι ευθύνες και να υπάρξει λογοδοσία. Όχι να κλείσει η συζήτηση επειδή οι αποκαλύψεις είναι πολιτικά δυσάρεστες.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στο στόχαστρο
Η καταγγελία της Κοβέσι για προσπάθεια εκφοβισμού στην Ελλάδα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν συνδεθεί με όσα είχαν προηγηθεί.
Στις 22 Μάη 2026, η ίδια η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανακοίνωσε ότι ενημέρωσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για εξελίξεις που, κατά την εκτίμησή της, επηρέαζαν αρνητικά την ανεξάρτητη και αποτελεσματική λειτουργία της στη χώρα μας. Στις εξελίξεις αυτές περιλαμβάνονταν τόσο νομοθετικές ρυθμίσεις σχετικά με τη διαδικασία διερεύνησης κακουργημάτων στα οποία εμπλέκονται βουλευτές όσο και η μη ανανέωση, από το αρμόδιο ελληνικό δικαστικό όργανο, της θητείας τριών Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων για πέντε χρόνια, όπως είχε αποφασίσει το Κολέγιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Αυτά είναι συγκεκριμένα γεγονότα. Γιατί όταν ένας ευρωπαϊκός θεσμός δηλώνει επισήμως ότι η ανεξάρτητη και αποτελεσματική λειτουργία του επηρεάζεται αρνητικά σε μια χώρα-μέλος, δεν μπορεί η συζήτηση να εξαντλείται σε επικοινωνιακές διαψεύσεις και διαβεβαιώσεις περί θεσμικής κανονικότητας.
Το ζήτημα δεν είναι αν η κυβέρνηση αποδέχεται τις έρευνες όταν αυτές δεν την ενοχλούν. Το ζήτημα είναι αν αποδέχεται πραγματικά ότι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί πρέπει να λειτουργούν ανεξάρτητα ακόμη και όταν οι έρευνές τους αγγίζουν υποθέσεις με σοβαρές πολιτικές προεκτάσεις.
Η ευρωπαϊκή «δικαιοσύνη» και η αυτοπροστασία του συστήματος
Εδώ χρειάζεται να πάμε τη συζήτηση ένα βήμα παραπέρα.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν αποτελεί έναν μηχανισμό που αμφισβητεί τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας. Δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την κυριαρχία του κεφαλαίου, τις κοινωνικές ανισότητες ή τις σχέσεις εκμετάλλευσης που χαρακτηρίζουν την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κινείται μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της και έχει συγκεκριμένη αποστολή: τη διερεύνηση εγκλημάτων που πλήττουν τα οικονομικά της συμφέροντα.
Ακριβώς γι’ αυτό έχει πολιτική σημασία η σύγκρουση που αναδεικνύεται.
Οι θεσμοί ενός συστήματος δεν χρειάζεται να αμφισβητούν τη συνολική λειτουργία του για να συγκρούονται με ορισμένες από τις πιο ακραίες και ανεξέλεγκτες εκδηλώσεις του. Μπορούν να επιχειρούν να επιβάλουν κανόνες, να περιορίσουν πρακτικές που εκθέτουν το σύστημα και να προστατεύσουν τη θεσμική του αξιοπιστία από τη δράση μηχανισμών που λειτουργούν με όρους απροκάλυπτης ιδιοποίησης και διαπλοκής.
Αυτή είναι η αντίφαση που πρέπει να κρατήσουμε στο επίκεντρο.
Η ευρωπαϊκή θεσμική τάξη μπορεί να επιδιώκει τον περιορισμό της διαφθοράς, χωρίς να αμφισβητεί τις κοινωνικές σχέσεις που γεννούν και αναπαράγουν την οικονομική ανισότητα και την ταξική κυριαρχία. Μπορεί να συγκρούεται με μια κυβέρνηση για τον τρόπο που διαχειρίζεται το δημόσιο και ευρωπαϊκό χρήμα, χωρίς να αμφισβητεί το ευρύτερο οικονομικό και πολιτικό σύστημα.
Επομένως, δεν έχουμε κανέναν λόγο να εξιδανικεύσουμε την Κοβέσι ή να παρουσιάσουμε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ως εγγυητή της κοινωνικής δικαιοσύνης. Μπορούμε, όμως, να αναδείξουμε τις καταγγελίες της και να απαιτήσουμε να διερευνηθούν οι υποθέσεις χωρίς παρεμβάσεις και εξαιρέσεις.
Η κριτική μας δεν χρειάζεται να χαριστεί ούτε στην κυβέρνηση ούτε στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιος παρανομεί, αλλά και ποιο σύστημα επιτρέπει την αναπαραγωγή της διαφθοράς
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει να δώσει απαντήσεις για τις συγκεκριμένες καταγγελίες και τις θεσμικές αντιπαραθέσεις που έχουν καταγραφεί. Αλλά το πολιτικό ζήτημα δεν εξαντλείται στα κυβερνητικά πρόσωπα, ούτε θα λυθεί απλώς με την αντικατάσταση κάποιων αξιωματούχων ή την αποκάλυψη ενός ακόμη σκανδάλου.
Η διαφθορά δεν αναπτύσσεται σε κοινωνικό κενό. Τροφοδοτείται από τη συγκέντρωση οικονομικής και πολιτικής ισχύος, από την αδιαφάνεια, από την εξυπηρέτηση οργανωμένων συμφερόντων και από την άνιση πρόσβαση στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων.
Η πολιτική εξουσία και τα οικονομικά συμφέροντα δεν λειτουργούν πάντοτε ως δύο διακριτοί κόσμοι. Συχνά διασταυρώνονται, αλληλοεξυπηρετούνται και διαμορφώνουν σχέσεις που δυσκολεύουν τον ουσιαστικό έλεγχο.
Αν μείνουμε μόνο στα πρόσωπα, κινδυνεύουμε να αντιμετωπίσουμε τη διαφθορά ως άθροισμα ατομικών παρεκτροπών. Αν εξετάσουμε τις σχέσεις εξουσίας και τα συμφέροντα που διαπλέκονται, μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί τα σκάνδαλα επανέρχονται, ακόμη κι όταν αλλάζουν οι πρωταγωνιστές τους.
Και βέβαια, η δικαστική διερεύνηση έχει τη δική της σημασία. Η αποκάλυψη αδικημάτων, η τεκμηρίωση ευθυνών και η απόδοση δικαιοσύνης δεν είναι αδιάφορα ζητήματα. Αλλά δεν υποκαθιστούν την πολιτική και κοινωνική πάλη ενάντια στους μηχανισμούς που αναπαράγουν την εκμετάλλευση και την κυριαρχία.
Η καταγγελία της Κοβέσι φωτίζει μια πραγματική αντίφαση. Ένα σύστημα που διακηρύσσει την ισονομία και την ανεξαρτησία των ελεγκτικών μηχανισμών βρίσκεται αντιμέτωπο με μια σοβαρή σύγκρουση ακριβώς γύρω από τη λειτουργία τους στην Ελλάδα.
Το αν αυτή η σύγκρουση θα οδηγήσει σε ουσιαστική διερεύνηση των υποθέσεων και σε λογοδοσία μένει να αποδειχθεί στην πράξη, κάτι για το οποίο πολύ αμφιβάλουμε. Εκείνο που δεν πρέπει να επιτρέψουμε είναι να μετατραπεί σε ακόμη ένα επεισόδιο επικοινωνιακής αντιπαράθεσης, ύστερα από το οποίο όλα θα συνεχίσουν να λειτουργούν όπως πριν.
Γιατί το ζητούμενο δεν είναι να αποκατασταθεί απλώς η αξιοπιστία των θεσμών. Είναι να αποκαλυφθούν οι συγκεκριμένες ευθύνες, να σταματήσει η ατιμωρησία και να κατανοήσουμε τις κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις που επιτρέπουν στη διαφθορά να αναπαράγεται.






0 Comments