ΥΠΟΨΗΦΙΑ ΓΙΑ ΧΡΥΣΟ ΦΟΙΝΙΚΑ- ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΑΝΝΩΝ 1991
Μία ποιητική επεξεργασία μιας από τις πιο ισχυρές κοινωνικές και πολιτικές εικόνες του 20ού αιώνα.
H ελπίδα μιας ριζικής αλλαγής στις υπάρχουσες κοινωνικές συνθήκες.

ΤΟ ΜΕΤΕΩΡΟ ΒΗΜΑ ΤΟΥ ΠΕΛΑΡΓΟΥ
Σενάριο: Θόδωρος Αγγελόπουλος, Τονίνο Γκουέρα, Πέτρος Μάρκαρης σε συνεργασία με τον Θ. Βαλτινό
Διεύθυνση φωτογραφίας: Γιώργος Αρβανίτης, Ανδρέας Σινάνος
Μοντάζ: Γιάννης Τσιτσόπουλος
Μουσική: Ελένη Καραΐνδρου
Κοστούμια: Γιώργος Πάτσας
Σκηνικά: Μικές Καραπιπέρης
Ηθοποιοί: Marcello Mastroianni, Jeanne Moreau, Gregory Carr, Ηλίας Λογοθέτης, Ντόρα Χρυσικού, Βασίλης Μουγιουκλάκης, Δημήτρης Πουλικάκος
Διάρκεια: 138min

Πέρα από τα όρια
του François Niney

Το µετέωρο βήµα του πελαργού του Θόδωρου Αγγελόπουλου αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το τρίτο µέρος µιας τριλογίας. Στην ταινία αυτή ξαναβρίσκουµε τον θαυµάσιο Μastroianni του Μελισσοκόµου, να υποδύεται έναν χτυπηµένο άνθρωπο που καταφεύγει στη φτώχεια, έχοντας εγκαταλείψει τις µάταιες αξίες της ζωής.
Ξανασυναντάµε επίσης, απ’ το Τοπίο στην οµίχλη, το θέµα των συνόρων ως χαµένης ταυτότητας και ως µη τόπου. Με το Μετέωρο βήµα του πελαργού, ο Αγγελόπουλος κατορθώνει να κάνει µια ταινία όπου, µορφικά, το φόντο υπερισχύει του βασικού θέµατος, δηλαδή του πρώτου επιπέδου της πλοκής.
Τα τράβελινγκ µε γερανό, που προσδίδουν στην ταινία αυτό το ποιητικό στοιχείο της ακίνητης κίνησης, του µετέωρου χρόνου, πλέκουν τις διαρκείς αναστροφές της αντίληψης (χωρίς ν’ αλλάζει η οπτική µας γωνία), όπως ακριβώς συµβαίνει και σ’ εκείνο το σχέδιο του Escher όπου πότε µαύρα πουλιά διαγράφονται σε λευκό φόντο και πότε λευκά πουλιά σε µαύρο φόντο, µέχρι που το µάτι µας προσαρµόζεται και κατορθώνει να διακρίνει στο ίδιο επίπεδο ένα σύµπλεγµα λευκών και µαύρων πουλιών.
Το πραγµατικό θέµα της ταινίας είναι, τελικά, τα σύνορα: όριο της αντίληψης, όριο της αγάπης, του άλλου και του εαυτού µας, όριο στην επικοινωνία, στην κατανόηση. Προσωρινός τόπος διέλευσης που µετατρέπεται σε µόνιµο τόπο στασιµότητας και αποκλεισµού. Εξόριστοι, µετανάστες, πρόσφυγες. «Αίθουσα αναµονής» αποκαλείται το µεθοριακό χωριό όπου διαδραµατίζεται η ταινία· δηλαδή, ένας µη τόπος.
Τα σύνορα είναι αυτή η φανταστική γραµµή που, καίτοι υλοποιηµένη σε µπλε, λευκό και κόκκινο, φράσσει τον ορίζοντα σαν αφαιρετικό σηµείο και διαχωρίζει τη ζωή από το θάνατο: ένα βήµα ακόµα κι είσαι ελεύθερος, ένα βήµα ακόµα κι είσαι νεκρός. Γραµµή φανταστική της πολιτικής µας σχιζοφρένειας, αλλά και των εσωτερικών µας πληγών, όπου ο φυγάς τού παντού και του αλλού εµφανίζεται µε τη σκοτεινή και έµµονη µορφή τού αποδιωγµένου. Γραµµή υψηλής τάσης που την επισκευάζει ο τελικός εκστατικός «χορός» των εργατών µε τις κίτρινες στολές, που στέκονται «µετέωροι» στην κορυφή των στύλων του ηλεκτρικού. Γραµµή από ένοπλους στρατιώτες, φρουρούς των συνόρων: ο συνταγµατάρχης τους (Ηλίας Λογοθέτης, ένας εντυπωσιακός έλληνας Samuel Fuller) είναι ο κήρυκας της ταινίας: πληρώνεται για να γνωρίζει ότι «τα σύνορα σε τρελαίνουν», κι ας είναι ταγµένος να τα φυλάει.
Είναι ο go-between1 ανάµεσα στο γενικό δράµα των συνόρων και την προσωπική έρευνα του δηµοσιογράφου που αποτελεί το µίτο της µυθοπλασίας. Πρόκειται για µια κατάσταση συγγενή προς εκείνην της Κατάστασης των πραγµάτων του Wenders, µετέωρου στην απαγορευµένη µεθόριο του ασπρόµαυρου. Τα σύνορα είναι ρεύµα, είναι γραµµή που ενώνει και συνάµα διαχωρίζει, όπως παρουσιάζεται εύγλωττα στη σκηνή της βουβής γαµήλιας τελετής, όπου οι δύο σύζυγοι µένουν ο ένας στη µία όχθη κι ο άλλος στην άλλη. Γραµµή ζωής διαλυµένης και, τέλος, γραµµή φυγής: όταν ανακαλύπτει την αδυναµία του απέναντι σ’ αυτή την τάξη πραγµάτων («Μερικές φορές, πρέπει να σωπαίνει κανείς, για να µπορεί ν’ ακούει τη µουσική πίσω απ’ τον ήχο της βροχής»), ένας πολιτικός (Μastroianni) εξαφανίζεται («Τίποτα δε µου ανήκει πια – κι όταν λέω τίποτα, εννοώ τίποτα») για να µετενσαρκωθεί σε πρόσφυγα, στα σύνορα της ίδιας του της χώρας.
Είναι, άραγε, αυτός; Ένας νέος δηµοσιογράφος της τηλεόρασης, που έχει µεταβεί στα σύνορα για να ερευνήσει την υπόθεση, νοµίζει ότι τον αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός ηλικιωµένου και πάµπτωχου άντρα που ζει χάρη σε λίγες πατάτες και µια περήφανη κόρη. O δηµοσιογράφος αναζητά την πρώην σύζυγο του πολιτικού (Jeanne Moreau), η οποία και δέχεται να πάει στα σύνορα να τον «αναγνωρίσει». Θα αναβιώσει, άραγε, τριάντα χρόνια αργότερα, µπροστά στα µάτια τα δικά µας, αλλά και της τηλεόρασης, το διάσηµο ζευγάρι της Νύχτας; Η γυναίκα διασχίζει τη στενή ξύλινη γέφυρα, οδεύοντας προς το µέρος του. Εκείνος, βλέποντάς την, σταµατά· εκείνη µπαίνει στο κάδρο της βιντεοκάµερας, κοιτά προσεκτικά τον Mastroianni και αναφωνεί: «It’s not him».2 Ύστερα, γυρίζει στην κάµερα και επαναλαµβάνει: «∆εν είναι αυτός». Απογοήτευση ή απάρνηση; Ακόµα κι αν είναι αυτός, δεν είναι πια αυτός.
Αγάπη ή πείσµα; Oι αναφορές στον Αntonioni δε σταµατούν εδώ: αν οι δυο αυτοί άνθρωποι χάθηκαν στην αστική και µεταφυσική νύχτα των αρχών της δεκαετίας του ’60, σήµερα δε θα µπορούσαν να ξαναβρεθούν, για λόγους πολιτικούς ή, µάλλον, για λόγους «χρεοκοπίας» της πολιτικης. Η µελαγχολία του τέλους του αιώνα είναι ο τίτλος του βιβλίου που αποδίδει ο Αγγελόπουλος στον πολιτικό που επέλεξε να εξαφανιστεί.
Πρέπει εδώ να υπογραµµιστεί το µέγα δραµατουργικό κέρδος που αρύεται ο Αγγελόπουλος σ’ αυτή την ταινία µέσω της διάσπασης της εικόνας σε κινηµατογραφική και τηλεοπτική, σε δύο σκηνές: σ’ αυτήν που µόλις εξετάσαµε [τη σκηνή, δηλαδή, της συνάντησης που θα έδινε στο δηµοσιογράφο την «αποκλειστικότητα», κάτι που δεν συνέβη τελικά («∆εν είναι αυτός»), αλλά για το θεατή αποδεικνύεται αποκαλυπτικό] και στη σκηνή όπου η Jeanne Moreau διηγείται στο δηµοσιογράφο το περίεργο ξανασµίξιµο µε το σύζυγό της, όταν εκείνος επέστρεψε από την πρώτη του φυγή, προτού ξαναφύγει για πάντα.
Όπως και πριν, έτσι κι εδώ, η οθόνη του τηλεοπτικού συνεργείου εµφανίζεται στο κέντρο της κινηµατογραφικής οθόνης, την οποία διασχίζουν τα πρόσωπα της ταινίας. Πρόκειται για µια χυδαία «κλοπή» ενός θραύσµατος ζωής που εκτίθεται ερήµην του ενδιαφεροµένου («Όχι! ∆εν έχετε το δικαίωµα!» φωνάζει η Jeanne Moreau, όταν ανάβουν οι προβολείς του τηλεοπτικού συνεργείου)· πρόκειται για την αποµόνωση µιας κίνησης υποτιθέµενα σηµαντικής και εντυπωσιακής (η οµολογία, η συνάντηση), οι λεπτοµέρειες της οποίας (που καταλαµβάνουν σηµαντικό µέρος του πανοραµικού πλάνου) παραµένουν εκτός πεδίου τηλεοπτικής κάµερας, γιατί δεν την ενδιαφέρουν καθόλου· το µόνο που την ενδιαφέρει, είναι το τυποποιηµένο ενσταντανέ.
«Το µόνο που ήξερα να κάνω, ήταν να µαγνητοσκοπώ τους άλλους, χωρίς να νοιάζοµαι για τα συναισθήµατά τους» οµολογεί ο δηµοσιογράφος στο τέλος της ταινίας. «∆εν καταλάβαινα» προσθέτει, αποδεικνύοντας πως, τώρα πια, καταλαβαίνει ότι η ζωή βρίσκεται αλλού: πέρα από τα σύνορα, εκεί όπου δεν αρµόζει να «καδράρει» κανείς τους ανθρώπους, ακόµα κι αν φροντίζουν να το κάνουν µόνοι τους (ο κρεµασµένος απ’ το γερανό, αποτέλεσµα ενός ξεκαθαρίσµατος λογαριασµών ανάµεσα σε προσφυγικές κοινότητες). «Ξέφυγαν απ’ τα σύνορά τους για να δηµιουργήσουν εδώ άλλα, ακόµα πιο ασφυκτικά» σχολιάζει ο συνταγµατάρχης, µε την πικρία του ανθρώπου που γνωρίζει καλά το διαµελισµό3 των υπάρξεών µας.
«Με ποιες λέξεις-κλειδιά θα µπορούσαµε να δώσουµε ζωή σ’ ένα νέο συλλογικό όνειρο;» αναρωτιέται ο εξαφανισµένος πολιτικός στον επίλογο του βιβλίου του. Όταν η καταπιεσµένη και καταπιεστική ζωή γίνεται ανυπόφορη, πώς µπορεί κανείς να ξεπεράσει τα όρια και τις διαχωριστικές γραµµές, χωρίς να συναντήσει το θάνατο; O γερανός του δηµιουργού, µετέωρος σαν το αποδηµητικό πουλί, σαν νεράιδα µιας χώρας που έχει χάσει όλη της τη µαγεία, δεν µπορεί παρά να αιωρείται πάνω από τα σύνορα του ανθρώπου: ο µόνος που µπορεί να τα διαβεί ελεύθερα, είναι αυτός που, όπως ο πελαργός, δεν ξέρει τι θα πει σύνορα… ή ξέρει το σύνθηµα που τα καταλύει.
1. Αγγλικά στο κείµενο: µεσολαβητής, µεσάζων. (Σ.τ.Μ.)
2. Αγγλικά στο κείµενο: «∆εν είναι αυτός». (Σ.τ.Μ.) 3. Στο πρωτότυπο: balkanisation, λέξη που σηµαίνει τον πολιτικό διαµελισµό µιας χώρας, αλλά και, εν προκειµένω, ευρηµατικά επιλεγµένη. (Σ.τ.Μ.)
«Cahiers du Cinéma», τχ. 450, ∆εκέµβριος 1991.
Μετάφραση: Ινώ Ρόζου.

0 Comments