Της Γ.Λ

“Εν αρχή ειν’ η αγάπη μελωδουσες…
Κι έβλεπες πως άνοιγε τάχα μια πόρτα στον ύπνο σου.
Πως μπαίναν τα δεκατέσσερα παιδιά λυπημένα
και στεκόντουσαν γύρω σου. Τα μάτια τους θύμιζαν
σταγόνες σε τζάμια: «Έλεος! Έλεος! Έλεος!…»
τινάζοντας τη βροχή και το χιόνι από πάνω τους,
τα ζύγιαζες με το βλέμμα σου σα να’ θελες να τους κόψεις
την ευτυχία στα μέτρα τους, ενώ η άρπα συνέχιζεν
απαλά μες στον ύπνο σου: «… Ό,τι θέλει κανείς
μπορεί να φτιάξει με την αγάπη. Ήλιους κι αστέρια,
ροδώνες και κλήματα…». Αλλά εσύ προτιμούσες
μποτίτσες φοδραρισμένες με μάλλινο,
πουκάμισα κλειστά στο λαιμό –
γιατί φυσάει πολύ στο Καλέντζι!
Έβλεπες πως ράβεις με τα δυο σου χέρια,
έβλεπες πως ζυμώνεις με τα δυο σου χέρια
κι ονειρευόσουν πως μπαίνεις στην τάξη
με δεκατέσσερις φορεσιές,
με δεκατέσσερα χριστόψωμα στην αγκαλιά σου.”

Ανήκω σε μια γενιά χορτάτη. Χρόνια άκουγα τους μεγαλύτερους να μιλούν για την πείνα.
Πείνα και κρύο, σαν αυτό που περιγράφει ο Βρεττάκος στο ποίημά του.
Λυρικός, ευαίσθητος, βαθιά ανθρώπινος χωρίς κραυγές.
Να μιλά σαν τη μάνα που πονά, σαν τον δάσκαλο που θέλει να δώσει αγάπη, αλλά αγάπη χειροπιαστή: μποτάκια φοδραρισμένα, και φρέσκο ζυμωτό ψωμί να ζεσταθούν και να χορτάσουν.
Γιατί η αγάπη θέλει προζύμι να φουσκώσει, να πολλαπλασιαστεί να γεμίσει άδεια στομαχάκια.
Πείνα: η χειρότερη μορφή βίας. Έτσι γράφουμε όλα τα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Ντρεπόμαστε να βλέπουμε ανθρώπους σε κάδους σκουπιδιών να ψάχνουν, ανθρώπους στις λαϊκές να παίρνουν τα αποδιαλέγια.
Κι από αυτή την ανάγκη ξεπήδησαν συλλογικότητες, μκο, μεμονωμένες οντότητες…
Στην αρχή όλα απλά, αγνά με πολύ κόπο, προσωπική και συλλογική συνεισφορά.
Σκεφτήκαμε: μάλλον θα γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι.
Η κρίση δεν έφυγε. Έμεινε εδώ κι οι πρώτες αθώες, ανθρώπινες προσφορές οργανώθηκαν, απέκτησαν τραπεζικούς λογαριασμούς, αφμ, αναγνωρισιμότητα, βραβεύσεις … Έγιναν διάσημοι!
Δεν είναι αρνητικό, απλά ο ακτιβισμός κι ο εθελοντισμός έγιναν πιο συστημική.
Ούτε κι αυτό είναι αρνητικό.
Τίποτα δεν είναι αρνητικό αλλά σιγά σιγά σε ρουφά το σύστημα και ελαττώματα αδυναμίες, ανθρώπινα πάθη αρχίζουν να επιπλέουν μέχρι που ξαφνικά διαβάζεις, μαθαίνεις ότι αυτοί που θεωρούσες πως προσέφεραν στο κοινωνικό σύνολο και στην καλύτερη των περιπτώσεων να ζούσαν κι οι ίδιοι από αυτή την προσφορά (επειδή καθώς γιγαντόνονταν η προσφορά δεν έμενε χρόνος για κάτι άλλο) εμπλέκονται σε σκάνδαλα.
Και δε σε νοιάζει, δε με νοιάζει, δεν μας νοιάζει που εκμεταλλεύτηκαν τις εισφορές μας ή την εθελοντική μας συμμετοχή… μάς εξοργίζει η κατάρρευση αξιών, η πίστη στον άνθρωπο, η αρχή ότι οι μονάδες όταν γίνονται ομάδες αλλάζουν τον κόσμο.
Πέσαμε από τα σύννεφα; Όχι πια!
Εμεις παραμένουμε αυτοί που είμαστε κι αγωνιζόμαστε γιαυτό που οραματιζόμαστε: μια κοινωνία που δεν θα χρειάζονται αλληλέγγυοι και κοινωνικές υπηρεσίες για να ταΐσουν και να ντύσουν τα “δεκατέσσερα παιδιά”, αλλά θα υπάρχει φαΐ και ζεστασιά για όλους και όσο κι αν καταρρέουν άνθρωποι από το βάθρο της ψυχής θα χουμε στο νου μας τα λόγια του Σεφέρη: “σ’ αυτόν τον κόσμο που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει να αναζητήσουμε τον άνθρωπο όπου κι αν βρίσκεται.”

0 Comments