
Το Τιτικό καθεστώς συνεργάτης και συνένοχος
Ο Τίτο και η συμμορία του είναι όχι μόνο κατάπτυστα προδότες του ελληνικού λάικοδημοκρατικού κινήματος, αλλά συνεργάτες και συνένοχοι με την ελληνική αστική τάξη στην επιχείρηση εξόντωσης των Σλαβομακεδόνων, που αρνούνταν να υποταχθούν στην πολιτική του και στέκονταν σε διεθνιστικές θέσεις.
Για να γίνει κατανοητή η στάση της Τιτικής σπείρας είναι χρήσιμη μια πολύ σύντομη αναφορά, κύρια με το “μάτι” του αστικού τύπου της εποχής, στην ανάπτυξη της Τιτο-μοναρχοφασιστικής πολιτικής και στρατιωτικής συνεργασίας και συμμαχίας από το 1949, καθ’ υπαγόρευση των Αγγλο-αμερικάνων ιμπεριαλιστών. Γιατί αυτά τα γεγονότα είναι γνωστά μεν στους παλιότερους αγωνιστές του κομμουνιστικού κινήματος, αλλά σχεδόν άγνωστα στους νεότερους, ιδιαίτερα από τότε που ο Χρουστσιόφ και οι Ελληνες αναθεωρητές ηγέτες με τη σειρά τους έδωσαν “άφεση αμαρτιών” στον Τίτο και τον ξαναγκάλιασαν.
Οι υπονομεύσεις, τα σαμποτάζ, oi προβοκάτσιες και οι ραδιουργίες του Τίτο ενάντια στο λαϊκοδημοκρατικό κίνημα της Ελλάδας αρχίζουν από το 1943. Ομως από το 1949 περνά ανοιχτά στο στρατόπεδο των Αγγλο – αμερικάνων ιμπεριαλιστών και μετατρέπεται σε στενό σύμμαχο του ματωβαμμένου ελληνικού μοναρχοφασιστικού καθεστώτος.
Η ανοιχτή συνεργασία του Τίτο με τους μοναρχοφασίστες άρχισε την άνοιξη του 1949 στο Κάιμάκτσαλαν, όταν λίγες μέρες ύστερα από τη συνάντηση Γιουγκοσλάβων και Ελλήνων αξιωματικών, κάτω από την εποπτεία Αμερικάνων και Αγγλων στρατιωτικών, χρησιμοποιήθηκε το γιουγκοσλάβικο έδαφος από το μοναρχοφασιστικό στρατό για να υπερφαλαγγίσει τα τμήματα του Δημοκρατικού Στρατού στο Κάιμάκτσαλαν. Επακολούθησε το πισώπλατο χτύπημα από τον τιτικό στρατό των τμημάτων του ΔΣΕ που πολεμούσαν στο Βίτα – Γράμμο.
Αυτό που οι Αγγλοαμερικάνοι ιμπεριαλιστές δεν είχαν κατορθώσει σε τέσσερα χρόνια στην Ελλάδα, παρά την ανοιχτή ένοπλη επέμβαση τους, το πέτυχαν με τη βοήθεια του Τίτο: Η στάση της τιτικής συμμορίας ήταν καθοριστικός παράγοντας της στρατιωτικής ήττας του ΔΣΕ, γεγονός που αναγνωρίζει και ο αστικός τύπος της εποχής.
Ενδεικτικά παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από το “Βήμα” (13/2/49): “Η λιποταξία της Γιουγκοσλαβίας υπήρξεν η κυριωτέρα αιτία της ήττης των ανταρτών κατά το τρέχον έτος. Από των αρχών του θέρους ημποδίσθη εις αυτούς η χρησιμοποίησις του γιουγκοσλαβικού εδάφους ή των γιουγκοσλαβικών εφοδίων. Τούτο ήγαγεν απ’ ευθείας εις την απροσδόκητον κατάρευσιν των εις το Βίτσι τον παρελθόντα Ιούλιον”.
Οι Αμερικάνοι θέτουν υπό την “προστασίαν” τους την τιτική κλίκα και της παρέχουν αφειδώς δάνεια και βοήθεια σε τρόφιμα για να αποτρέψουν την ανατροπή της. Ταυτόχρονα ασκούν ασφυκτική πίεση και στις δυο πλευρές, στην Ελληνική και Γιουγκοσλαβική, να παρακάμψουν τις διαφορές τους και να προχωρήσουν στη δημιουργία ενός στρατιωτικού άξονα, ο οποίος θα διευρυνθεί με τη συμμετοχή της Τουρκίας και της Ιταλίας και θα αποτελέσει την αιχμή του δόρατος τους κατ’ αρχήν ενάντια στην Αλβανία και τη Βουλγαρία, αλλά και ενάντια στη Σοβιετική Ενωση και τις υπόλοιπες Λαϊκές Δημοκρατίες.
Τη στενή αμερικανο-τιτική συνεργασία, αρκετό καιρό πριν από την ήττα του ΔΣΕ, αποκαλύπτει το “Βήμα” (25/12/1949), επιβεβαιώνοντας τις καταγγελίες του ΚΚΕ. Σε άρθρο, με τίτλο “Η Αμερικάνικη πολιτική έναντι της συγκρούσεως Τίτο – Σοβιετ. Ρωσσίας”, επισημαίνει: “Κατά την έξοδόν του εκ του Λευκού Οίκου ο κ. Αλλεν (σ.σ. νέο· διορισθείς πρεσβευτής των ΗΠΑ στο Βελιγράδι) εδήλωσεν εις δημοσιογράφους ότι οι Ηνωμένοι Πολιτείαι αντιτίθενται εις πάσαν επίθεσιν εναντίον της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της Γιουγκοσλαβίας. Την δήλωσιν ταύτην επιβεβαίωσε βραδύτερον και ο πρόεδρος Τρούμαν. Και η πολιτική μεν αύτη των Ηνωμένων Πολιτειών είναι από πολλού τώρα καιρόν γνωστή. Αφ’ ης στιγμής ο Τίτο ήλθεν εις ρήξιν με την Κομινφόρμ και εφόσον το μεταξύ των χάσμα ηυρύνετο και η έρις των ωξύνετο, το αμερικανικόν ενδιαφέρον δια την Γιουγκοσλαβίαν καθίστατο αντιστοίχως όλονέν ζωηρότερον και εξεδηλώνετο υπό τον τύπον παροχής μεγαλύτερος, συν τω χρόνω, βοηθείας και ενισχύσεως εις τον Γιουγκοσλάβον δικτάτορα. Το χορηγηθέν κατά τον παρελθόντα Ιούλιον δάνειον εις την Γιουγκοσλαβίαν (σ.σ. πρόκειται για την κρίσιμη περίοδος των τελευταίων μαχών ΔΣΕ – μοναρχοφαστικού στρατού, οπότε ο υποτιθέμενος σύμμαχος του ΔΣΕ Τίτο παίρνει δάνειο από τις ΗΠΑ!), η είσοδος αυτής, τη υποστηρίξει της Αμερικής, εις το Συμβούλιον Ασφαλείας, τα από τίνων μηνών αποστελλόμενα εις αυτήν πολυάριθμα τζιπ εκ Γερμανίας, τα “εμπορικά” αεροπλάνα, αμφότερα αποτελούντα ουσιαστικώς υλικόν πολέμου κ.λπ δεν αφήνουν καμμίαν αμφιβολίαν περί της προθέσεως της αμερικανικής κυβερνήσεως όπως όχι μόνον βσηθήση οικονομικώς την γειτονικήν χωράν αλλά και την καταστήσει βαθμηδόν ισχυροτέραν, εν ω μετρώ αποκτά την πεποίθησιν ότι δεν υπάρχει κίνδυνος να στραφή αύτη ενδεχομένως εναντίον της”.
Οι στόχοι της Αμερικάνικης πολιτικής αποτυπώνονται ανάγλυφα στον αστικό τύπο της εποχής. Από την πληθώρα της σχετικής αρθρογραφίας παραθέτουμε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
“Η αποκατάσταοις κανονικών σχέσεων μεταξύ Ελλάδος και Γιουγκοσλαβίας, δια της ανταλλαγής πρεσβευτών – διαβεβαίωνε από τον Αύγουστο ακόμη του 1950 ο Γιουγκοσλάβος πρεσβευτής στο Λονδίνο Γιοζέ Μπριλέι τον Αγγλο υπουργό Κένεθ Γιάγκερ – θα ηδύνατο να οδηγήσει εις στενωτέραν στρατιωτικήν συνεργασίαν μεταξύ των δύο χωρών. Τούτο δε θα ήτο προς μέγα όφελος των δυτικών δυνάμεων” (“Καθημερινή”, 23/8/1950).
“Τϊ σημαίνει από διεθνούς πλευράς και αγώνος Ανατολής – Δύσεως η ελληνο-γιουγκοσλαβική συνεργασία; Πλήρη αποκοπήν της Αλβανίας του Εμβέρ Χότζα. Σύσφιξιν της Βουλγαρίας από νότου και δυσμών” (“Ελλάς”, 29/11/1950).
Ο Σ. Βενιζέλος, σε συνέντευξη του στη “Ντέιλι Μέιλ” (19/2/1951), δηλώνει: “θα δυνάμεθα να προελάσωμεν προς τον Δούναβιν… θα μετάβάλωμεν την χωράν μας εις ορμητήριον από το οποίον θα καταφερθεί πλήγμα εις την καρδίαν της Ρωσίας. … Η Ουάσιγκτον θέλει να καταστήση την Ελλάδα και την Γιουγκοσλαβίαν συμπαγές φράγμα κατά του επεκτατισμού της Ρωσίας και δι’ αυτό ενδιαφέρεται δια την Ελληνογιουγκοσλαβικήν προσέγγισιν, ως και δια την μείωσιν της εντάσεως μεταξύ Γιουγκοσλαβίας κω Αυστρίας” (“Βήμα”, 20/2/51).
Για να προωθήσει την ελληνο-γιουγκοσλαβική προσέγγιση ο Λευκός Οίκος επιβάλλει στην Ελλάδα κυβέρνηση υπό τον Πλαστήρα, που είχε κατέβει στις εκλογές του Μάρτη του 1950 με τη μάσκα του δημοκράτη και του ειρηνοποιού. Ο Τσαλδάρης, που είχε βάψει τα χέρια του με το αίμα των αγωνιστών, δεν ήταν αποδεχτός από τον Τίτο, που αντιμετώπιζε τεράστια προβλήματα και στο εσωτερικό και διεθνώς εξαιτίας της αποστασίας και της προδοσίας του. Ο τύπος της εποχής αποκαλύπτει και πάλι, από τη μια, το μέγεθος της ξενοδουλίας της ελληνικής αστικής τάξης και, από την άλλη, ότι ο Τίτο έχει γίνει το “χαϊδεμένο παιδί” της Ουάσιγκτον.
Στις 9/4/1950, το “Βήμα”, σε άρθρο σχετικό με τις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις επισημαίνει: “Κατά τας ιδίας πληροφορίας, οι Γιουγκοσλάβοι επιμένουν ότι η εμφάνιοις της Ελλάδος υπό άλλην πολιτικήν όψιν είναι αναγκαία δια λόγους και εσωτερικής και διεθνούς γιουγκοσλαβικής σκοπιμότητας. Επ’ αυτού οι Γιουγκοσλάβα ιθύνοντες ευρίσκουν ευήκοον ους μεταξύ των Δυτικών, καθ’ όσον αϊ απόψεις τας οποίας υποστηρίζουν σχετικώς με την διαμόρφωσιν και εμφάνισιν ιης κυβερνητικής καταστάσεως εις την Ελλάδα είναι ταυτόσημοι προς τας υποστηριζόμενος υπό του Λονδίνου και της Ουάσιγκτον. Οπως οι Δυτικοί, ούτω και οι Γιουγκοσλάβοι εκφράζουν την βεβαιότητα ότι οσονούπω θα επέλθη εις την Ελλάδα μεταβολή κυβερνήσεως, η οποία θα εμφάνιση την χωράν “δημοκρατικήν” και θα επιτρέψη εις την γιουγκοσλαβικήν πολιτικήν να κινηθή ευκολότερα”.
Αλλά και ο ίδιος ο Τίτο σε δηλώσεις ξεκαθαρίζει ότι: “Η δυνατότης συνεργασίας μεταξύ Ελλάδος και Γιουγκοσλαβίας εξαρτάται σήμερον εκ των εσωτερικών εξελίξεων εν Ελλάδι. Μέχρι τούδε δεν παρεσχέθη εις την Γιουγκοσλαβίαν η ευκαιρία δια μίαν μεταβολήν της καταστάσεως. Παρά ταύτα – πρόσθεσε ο Τίτο – η εσωτερική κατάστασις της Ελλάδος θα σημειώσει πιθανώς στροφήν επί τα βελτίω ταχέως, ούτως ώστε ω σχέσεις μας θα βελτιωθούν και θα αποκατασταθεί η συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών”.
Και συνεχίζει το “Βήμα”: “Οι Αμερικανοί, έχοντες υπ’ όψιν ακριβώς την θέσιν αυτήν του Τίτο, σημειώνουν ότι θα απετέλει από ελληνικής πλευράς ακατανόητην στενοκεφαλιάν να μη διευκολύνουν τα πράγματα δια του σχηματισμού δηλαδή μιας κυβερνήσεως προοδευτικής, όπως θα ήτο η κυβέρνησις του Κέντρου υπό την προεδρίαν του στρατηγού Πλαστήρα”.
Ακόμη πιο σαφείς γίνονται οι στόχοι της αμερικάνικης πολιτικής σε επιστολή του Αμερικάνου προέδρου Τρούμαν προς τη Βουλή και τη Γερουσία, με την οποία ζητά επειγόντως την έγκριση επαρκούς “βοήθειας” για τη Γιουγκοσλαβία.
Να μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα απ’ αυτή, όπως δημοσιεύτηκαν στο “Βήμα” στις 19/11/1950: “Ο Τίτο έχει υπό τον έλεγχο του την μεγαλύτερην στρατιωτικήν δύναμιν εν Ευρώπη εξαιρέσει της δυνάμεως της Σοβιετικής Ενώσεως και η δύναμις αυτή αποτελεί σήμαντικόν παράγοντα δια την άμυναν της δυτικής Ευρώπης εναντίον της σοβιετικής επιθέσεως… Αν τα μέτρα αυτά δεν ληφθούν (σ.σ. η έγκριση της “βοήθειας”) η δύναμις ελέγχου την οποίαν ασκεί ο Τίτο επί των ανατρεπτικών στοιχείων εν Γιουγκοσλαβία θα υπονομευθεί σοβαρώς και ίσως ανεπανορθώτως, και η ικανότης των γιουγκοσλαβικών στρατιωτικών δυνάμεων να αντιστούν κατά επιθέσεως εκ μέρους της Ρωσσίας ή δορυφόρων της ή και των δυο θα εξασθένηση επικινδύνως. Ενδιαφερόμεθα πολύ και από στρατιωτικής απόψεως δια την κατάστασιν αυτήν και προσπαθούμεν να εύρωμεν μέσα όπως παράσχωμεν άνευ αναβολής την αναγκαίαν βοήθειαν εις τον Τίτο”.
Και συνεχίζει το σχόλιο του “Βήματος” για την επιστολή Τρούμαν: “Ολοι γενικώς οι παρατηρηταί συμφωνούν επί του γεγονότος ότι η Γιουγκοσλαβία σήμερον αποτελεί ακρογωνιαίον λίθον της αμύνης έναντι του ρωσικού επεκτατισμού και παραδέχονται τον προεδρικών ισχυρισμών ότι αϊ ένοπλοι δυνάμεις του στρατάρχου Τίτο καταλλήλως ενισχυώμεναι εις ώπλα και υλικών δύναται να αποβούν η μεγαλύτερα στρατιωτική δύναμις εις την Ευρώ-πην μετά την Σοβιετικήν Ενωσιν. Το αμερικανικών Υπουργείον Αμύνης συμμερίζεται απολύτως την άποφιν του Προέδρου, διότι φρονεί ότι εις περίπτωσιν ρωσσικής επιθέσεως αϊ γιουγκοσλαβικοί δυνάμεις θα αποτελέσουν σοβαρών αμυντικόν φράγμα. Το Υπουργείον Εξωτερικών επίσης συμμερίζεται την ιδίαν άποψιν, ευρίσκει δε ότι η θέσις του στρατάρχου Τίτο εξυπηρετεί τα μέγιστα την αμερικανικήν διπλωματικήν μάχην προς αντιμετώπισιν του ρωσσικού κομμουνισμού”.
Ο Τίτο όμως δεν κρύβει τα επεκτατικά του σχέδια σε βάρος (και) της Ελλάδας. Η Θεσσαλονίκη αποτελεί όνειρο της επεκτατικής του πολιτικής. Το προβάλλει μάλιστα τόσο φανερά, που ξεσηκώνει ακόμη και ορισμένες εθνικιστικές φωνές στην Ελλάδα, που βλέπουν ότι οι “μεγάλοι προστάτες” δεν συμπεριφέρονται τόσο “φιλελληνικά” όσο “φιλογιουγκοσλαβικά” (κάτι αντίστοιχο με τις διαμαρτυρίες ορισμένων από τους πιο φανατικούς σημερινούς “μακεδονομάχους”).
Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα, από άρθρο “διπλωματικής προσωπικότητας”, στην “Καθημερινή” (6/8/1950), με τίτλο “Διατί καθυστερεί η αποκατάστασις των σχέσεων μεταξύ Ελλάδος και Γιουγκοσλαβίας”. “Ο Τίτο δεν απέκλεισεν την εκδοχήν ότι η αμερικανική διπλωματία θα ήτο πρόθυμος να θυσιάση το καθαρώς ελληνικών έδαφος για να επιτύχει την πολυπόθητον συμμαχίαν. Ο Τίτο εζήτησεν από την Ελλάδα την ελεύθερον ζώνην της θεσσαλονίκης, την οποίαν θέλει να επανδρώσει δια πολυαρίθμων επίλεκτων κομμουνιστών εκ των πλέον ορθοδόξων του κόμματος του. Συγχρόνως ζητεί πολλά προνόμια και περισσότερος ακόμη ελευθερίας δια τας συγκοινωνίας του και δι’ όλα τα μεταφορικά μέσα, που θα διαθέτουν από την Θεσσαλονίκην μέχρι των συνόρων. Είναι αναμφισβήτητον ότι δια την εφαρμογήν των κατακτητικών του σχεδίων αϊ ευκολίαι αυταί θα του παρείχον μίαν βοήθειαν άνευ προηγουμένου, ενώ θα εξέθεταν την ελληνικήν ασφάλειαν εις ανυπολόγιστους κινδύνους”.
Ο Τίτο καθόλου δεν ενδιαφέρεται για την “αποκατάσταση των Μακεδόνων”, όπως παρουσιάζει τα πράγματα η σημερινή ελληνική ψευδο-ιστορική φιλολογία των αστών. Βλέπετε καθαρά, ότι στον ελληνικό τύπο της εποχής πουθενά δεν γίνεται αναφορά στο Μακεδόνικο. Αλλωστε, αν ο Τίτο χρησιμοποιούσε σαν βασικό μοχλό το Μακεδόνικο, θα έπρεπε να αναγνωρίσει τα εθνικά δίκαια συνολικά του Σλαβομακεδονικού λαού και να του αναγνωρίσει το δικαίωμα να δημιουργήσει το δικό του ανεξάρτητο κράτος, που θα περιλάμβανε και τα εδάφη της Γιουγκοσλάβικης Μακεδονίας. Τότε όμως θα έτριζε επικίνδυνα το καθεστώς του, γιατί οι Σλαβομακεδόνες της Γιουγκοσλαβίας είχαν σαν μέτρο σύγκρισης τους ομοεθνείς τους του Πιρίν (Βουλγαρία), που είχαν όλα τα εθνικά τους δικαιώματα στο καθεστώς της Λαϊκής Δημοκρατίας (ακόμη και Ελληνες αστοί ιστορικοί και δημοσιολόγοι παραδέχονται, ότι η εθνική καταπίεση και ο εκβουλγαρισμός των Σλαβομακεδόνων του Πιρίν άρχισε επί Ζβκοφ).
Ο Τίτο χρησιμοποιούσε το Μακεδόνικο μόνο στο βαθμό που ήθελε να επηρεάσει τους Σλαβομακεδόνες και να τους στρέψει ενάντια στην πολιτική του ΚΚΕ και της Σοβιετικής Ενωσης (εκμεταλλευόμενος και μεγαλόιδεάτικα λάθη στελεχών του ΚΚΕ, που πάντα κριτίκαρε και χτυπούσε αποφασιστικά το Κόμμα). Απέναντι στο ελληνικό μοναρχοφασιστικό καθεστώς χρησιμοποιούσε σαν μοχλό πίεσης όχι το Μακεδόνικο, αλλά τις προνομιακές σχέσεις του με τους Αμερικάνους, που τον είχαν ανάγκη σαν προγεφύρωμα ενάντια στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο και την ΕΣΣΔ.
Η ελληνική αστική τάξη αντιλαμβανόταν αυτά τα σχέδια του Τίτο (αυτό αποκαλύπτει το άρθρο της “διπλωματικής προσωπικότητας” στην “Καθημερινή”), προσπαθούσε να κρατήσει “άμυνα”, αλλά εκείνο που πρωταρχικά την καθόριζε ήταν η ξενοδουλεία της και ο λακεδισμός απέναντι στους “μεγάλους συμμάχους”, που πολύ πρόσφατα της είχαν επιτρέψει να κρατήσει την εξουσία της. Γι’ αυτό και έβαλε την ουρά κάτω από τα σκέλια, υπακούοντας στη μπαγκέτα του υπερατλαντικού μαέστρου. Κατάπιε τις επεκτατικές προκλήσεις του Τίτο, πράγμα που τώρα αναγνωρίζουν και κάποιοι εθνικιστές, ξεχνώντας όμως να πουν ότι στον ελληνικό λαό, ότι και τότε και τώρα η δική τους φάρα ήταν στην εξουσία.
Τελικά, ύστερα από μακρές διαβουλεύσεις, υπό τον άμεσο έλεγχο και την καθοδήγηση των Αμερικάνων ιμπεριαλιστών, η Γιουγκοσλαβία, η Ελλάδα και η Τουρκία υπογράφουν στις 6 Φλεβάρη του 1953, στο νησί των δαλματικών ακτών Μπριόνι, το Τριμερές Σύμφωνο για “την οργάνωση της Ασφάλειας και της Αμυνας της Βαλκανικής”.
Ιδού πως σχολιάζει πανηγυρίζοντας το γεγονός ο Ν. Ζαρίφης, σε άρθρο του στο “Βήμα”, στις 19/2/1953: “Δια της συμπράξεως μετά της Γιουγκοσλαβίας η Ελλάς και η Τουρκία προσφέρουν εις το ΝΑΤΟ μίαν νέαν υπηρεσίαν, που είναι εξαιρετικής σημασίας. Οτι εις το κοινόν μέτωπον του ελευθέρου κόσμου προσθέτουν και νέον σημαντικών παράγοντα εν περιπτώσει ρωσσικής επιθέσεως, την Γιουγκοσλαβίαν, με τας τριάντα επί του παρόντος μεραρχίας της. Είναι δε αυτονόητον, ότι η συμβολή της Γιουγκοσλαβίας εις την άμυναν της Βαλκανικής, λόγω ακριβώς της σημασίας της ταύτης, και ευπρόσδεκτη είναι και πρέπει να χαιρετισθή από όλους τους ελευθέρους λαούς, διότι δια της συμπληρώσεως των αμυντικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ εις την βαλκανικήν διασφαλίζεται πλήρως η άμυνα της, καλυπτομένου του κενού, που παρουσίαζε μέχρι τούδε το βαλκανικόν μέτωπο των ελευθέρων λαών”.
Ενάμιση χρόνο αργότερα, στις 3/6/1954, ο Τίτο πραγματοποιεί την πρώτη επίσκεψη του στην Ελλάδα μέσα σε πανηγυρικό κλίμα. Στόχος της επίσκεψης η μετατροπή του Τριμερούς Βαλκανικού Συμφώνου σε στρατιωτική συμμαχία.
Απέναντι στους Σλαβομακεδόνες ο Τίτο ακολουθούσε πολιτική εκσερβισμού Ακόμη και στη μακεδόνικη γλώσσα έμπαζε στοιχεία της σερβοκροατικής, στηρίζοντας έτσι εκείνες τις απόψεις που υποστήριζαν, ότι α Σλαβομακεδόνες είναι Σέρβοι. Τα πραγματικά επαναστατικά στοιχεία του Σλαβομακεδονικού λαού υπέστησαν ανηλεή διωγμό.
Τις καταγγελίες του ΚΚΕ και της Κομινφόρμ επιβεβαιώνουν και αστικές πηγές. Γράφει το “Βήμα” (16/12/1949): “Το γεγονός άλλωστε, ότι υπέρ τους εκατόν χιλιάδες μελών του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας σήπονται εις τας φύλακας ή τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, λόγω διαφωνίας προς την τακτικήν του Τίτο, και ότι η αριθμητική δύναμις των διαφόρων τμημάτων του κόμματος εμειώθη αλλού μεν κατά 50 τοις εκατόν και αλλού κατά 30, συνεπεία διαγραφών των αντιφρονούντων, φανερώνει ότι η αντίθεσις προς την ακολουθουμένην υπό του Τίτο πολιτικήν ευρύνεται και επεκτείνεται προϊόντος του χρόνου”.
Οι Σλαβομακεδόνες πολιτικοί πρόσφυγες όμως υπέστησαν ακόμη μεγαλύτερους διωγμούς, λόγω των δεσμών τους με το ΚΚΕ και της εμμονής τους σε διεθνιστικές θέσεις, που ξεσκέπαζαν γενικότερα το βρώμικο ρόλο του τιτισμού στα Βαλκάνια, σαν προκεχωρημένου φυλακίου του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και του ΝΑΤΟ
Ο Τίτο εξαρχής έπαιξε με πολλούς τρόπους υπονομευτικό και διαλυτικό ρόλο στον αγώνα των Σλαβομακεδόνων για εθνική αυτοδιάθεση και κοινωνική απελευθέρωση. Προσπάθησε να δημιουργήσει εθνικιστικές αντιθέσεις ανάμεσα σε Ελληνες και Σλαβομακεδόνες και να θέσει το Σλαβομακεδονικό κίνημα υπό τον έλεγχο του, για να προωθήσει τα επεκτατικά του σχέδια σε βάρος της Ελληνικής Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης. Οταν όμως προχώρησε η Τιτο-μοναρχοφασιστική συνεργασία, ο υποτιθέμενος “προστάτης των Μακεδόνων” παραιτήθηκε από τη δημαγωγία για το Μακεδόνικο και άναψε το πράσινο φως στο ελληνικό μοναρχοφασιστικό καθεστώς να συνεχίσει ανενόχλητο το έργο της εξόντωσης των Σλαβομακεδόνων της Ελλάδας.
“Το ζήτημα των Σλαβομακεδόνων του Αιγαίου είναι ζήτημα της κυβέρνησης της Αθήνας”, , δήλωσε ο Μόσα Πιάντε, όταν μαζί με τον Τέμπο επισκέφτηκαν την Ελλάδα, τον Αύγουστο του 1952. Δήλωση που σήμαινε έγκριση των εξοντωτικών μέτρων που έπαιρνε ο μοναρχοφασισμός εναντίον τους. Και δεν ήταν μόνο αυτή η πανηγυρική αποδοχή της μοναρχοφασισπκής πολιτικής ενάντια στους Σλαβομακεδόνες που έμειναν στην .Ελλάδα. Οι Σλαβομακεδόνες πολιτικοί πρόσφυγες, που κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία, έπρεπε να αποδεχτούν την πολιτική του Τίτο και των υποτακτικών του στη γιουγκοσλάβικη Μακεδονία, αλλιώς τους περίμεναν διωγμοί και μύρια δεινά.
Τους σκορπίζουν στα τέσσερα σημεία της χώρας για να τους διαλύσουν και να τους απομονώσουν, τους πιέζουν να εγκαταλείψουν την ταυτότητα του πολιτικού πρόσφυγα και να γίνουν Γιουγκοσλάβοι υπήκοοι, να ξεχάσουν την πατρίδα τους και να καταταγούν στο γιουγκοσλαβικό στρατό. Τους καταδικάζουν στην ανεργία, την πείνα και την εξαθλίωση και όσοι δεν υποτάσσονται στα τιτικά σχέδια κλείνονται στις φυλακές και στα τιτικά Νταχάου, τα γνωστά Γκόλι Οτοκ.
Εκατοντάδες Σλαβομακεδόνες και Ελληνες, μαχητές και αξιωματικοί του ΔΣΕ, που αρνούνται να υποστείλουν τη σημαία της λευτεριάς και του προλεταριακού διεθνισμού, ρίχνονται στις φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης μαζί με δεκάδες χιλιάδες Γιουγκοσλάβους συντρόφους τους. Τα προσφυγόπουλα που ήταν στη Μπελά Τσέρκβα διδάσκονταν, ότι δεν έχουν γονείς ούτε πατρίδα, ότι πατρίδα τους είναι η Γιουγκοσλαβία. Πολλά απ’ αυτά τα παιδιά άρχισαν να τα στέλνουν στην Ελλάδα, για να κλειστούν στα “αναμορφωτήρια” της Φρειδερίκης. Ετσι, το έργο του ελληνικού μοναρχοφασισμού συμπληρωνόταν από το έργο του τιτισμού.
Η Οδύσεια συνεχίζεται
Η Οδύσσεια των Σλαβομακεδόνων πολιτικών προσφύγων συνεχίζεται και μετά το 1982 και την ψήφιση του περιβόητου νόμου για την “αναγνώριση της εθνικής αντίστασης”. Με την υπουργική απόφαση της 29/121 1982, που ορίζει ότι επαναπατρίζονται μόνο οι Ελληνες το γένος πολιτικοί πρόσφυγες, απαγορεύεται ουσιαστικά ο επαναπατρισμός των Σλαβομακεδόνων.
Παράλληλα, η τρομοκρατία και οι απαγορεύσεις σε βάρος των Σλαβομακεδόνων, που έχουν απομείνει στη Δυτική Μακεδονία, συνεχίζονται. Παρεμποδίζονται συστηματικά στην ελεύθερη χρήση της γλώσσας τους και η οργάνωση τοπικών πανηγυριών και πολιτιστικών εκδηλώσεων, όπου τα τραγούδια είναι στη σλαβομακεδονική γλώσσα, απαγορεύονται και διαλύονται από άνδρες της ΚΥΠ και της αστυνομίας. Και φτάνουμε στο σημερινό εθνικιστικό παραλήρημα, που ακόμη και η χρήση του όρου Σλαβομακεδόνας θεωρείται εθνική προδοσία και διώκεται δικαστικά.
Δεν είναι στόχος αυτής της μελέτης να απαντήσει ποιος είναι ο αριθμός των Σλαβομακεδόνων που έχει απομείνει στη Δυτική Μακεδονία, σε ποιο βαθμό έχουν αφομοιωθεί και σε ποιο διατηρούν τα ιδιαίτερα εθνικά τους χαρακτηριστικά. Ενα είναι βέβαιο: η Σλαβομακεδονική μειονότητα, ανεξάρτητα από το αριθμητικό της μέγεθος είναι υπαρκτή. Και οι κομμουνιστές αγωνίζονται και θα εξακολουθήσουν να αγωνίζονται για την πλέρια εθνική της ισοτιμία, για την αναγνώριση όλων των δικαιωμάτων της.
Αναφερόμαστε κατ’ αρχήν στο ίδιο το δικαίωμα τους να αναγνωρίζονται σαν εθνική μειονότητα και όχι σαν “δίγλωσσοι των συνόρων”. Από κει απορρέουν όλα τα άλλα δικαιώματα, που πρέπει και για τους Σλαβομακεδόνες να είναι ίδια με τα δικαιώματα που έχει και ο υπόλοιπος λαός της Ελλάδας. Χωρίς ούτε στιγμή να παραιτούμαστε από τον αγώνα για την αναγνώριση αυτών των δικαιωμάτων μέσα στον καπιταλισμό, δεν τρέφουμε αυταπάτες: η πλέρια εθνική αποκατάσταση της Σλαβομακεδονικής μειονότητας θα έρθει μόνο με τη νίκη της λαϊκοδημοκρατικής επανάστασης, για την οποία πρέπει κι αυτή να παλέψει μαζί με την εργατική τάξη, τη φτωχομεσαία αγροτιά και τα υπόλοιπα καταπιεζόμενα στρώματα της Ελλάδας.
Αυτές είναι ορισμένες μόνο πλευρές της γεμάτης διωγμούς ιστορίας του Σλαβομακεδονικού λαού, από τις αρχές του αιώνα μέχρι σήμερα. Η ιστορία του διωγμού των Σλαβομακεδόνων ξεσκεπάζει και τον ελληνικό μεγαλοϊδεάτικο εθνικισμό, αλλά και τον εθνικισμό της κλίκας του Γκλιγκόροφ, που δούλεψε χέρι χέρι με τον τιτισμό ενάντια στους Σλαβομακεδόνες και τους “θύματα” τώρα για να παίξει το βρώμικο παιχνίδι της.
ΤΕΛΟΣ


0 Comments