Tο διήγημα «Κάλαντα», του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.

Dec 23, 2024 | Ημερολόγιο | 0 comments

Από την δημοσιογράφο Εμυ Ντούρου – Documento, λάβαμε και παραθέτουμε: 

Στις 26 Δεκεμβρίου 1929 δημοσιεύτηκε στο «Μπουκέτο» (το εβδομαδιαίο λαϊκό περιοδικό ποικίλης ύλης που κυκλοφορούσε μεταξύ των ετών 1924-1946) το διήγημα «Κάλαντα» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Η ιστορία αφορά πέντε αγόρια που ξεκινούν από νωρίς το πρωί στις γειτονιές της Αθήνας να πουν τα κάλαντα. Έπειτα από μια μέρα πλούσια σε εμπειρίες, καταλήγουν σε μια μικρή καλύβα όπου γίνονται μάρτυρες ενός περιστατικού για το οποίο δεν είναι σίγουροι αν όντως έχει συμβεί ή το έζησαν στο όνειρό τους.

Με αυτό το διήγημα, το οποίο παραθέτουμε σε γραπτή και ηχητική μορφή (διαβάζει η Βασιλική Αρβανιταντώνη) σας ευχόμαστε καλές γιορτές!

Θα τα ξαναπούμε με το νέο έτος.

Τα κάλαντα

Από πολύ πρωί, σχεδόν προτού να βγει ο ήλιος, είχαν πάρει σβάρνα όλη τη γειτονιά, και είχαν πει τα κάλαντα σ’ όλα τα γύρω σπίτια. Δεν είχαν αφήσει πόρτα, μάντρα, μαγαζί, να μη χτυπήσουν…

— Ναν τα πούμε; Ναν τα πούμε;… Ως το μεσημέρι, η βόλτα τους ήταν τελειωμένη. Και μην έχοντας πού αλλού να πάνε, πήγαιναν ξανά στα ίδια σπίτια.

Ήταν ο Μήτσος, ο Τάσος κι ο Λεύτερης –αυτοί που τραγουδούσαν— κι ο Γιώργος με το τρίγωνο, κι ο Κώτσος που βαρούσε τη φυσαρμόνικα.

Κι η δουλειά είχε πάει φίνα. Οι τσέπες τους ήταν βαριές από δεκάρες κι από φράγκα.

Είχαν τόσους γνωστούς, παντού! Όλες οι γυναίκες τούς ήξεραν, όλος ο κόσμος, σχεδόν, τους αγαπούσε: Δεν ήταν σπίτι, που να μην είχαν κάνει, κάποτε, θελήματα —μαγαζί, που να μην είχαν, κάποτε, δουλέψει…

Ως κι ο μπαρμπα-Στάθης, ο μπακάλης, ο γκρινιάρης, που του ’χαν σπάσει κάποτε τα τζάμια, έβγαλε και τους έδωσ’ ένα δίφραγκο…

Κατά τις δυο τ’ απόγεμα, αφού τσίμπησαν λίγο φαΐ, στο πόδι, αποφάσισαν να ξανοιχτούν και σ’ άλλες γειτονιές.

Ο Κώτσος, που ήταν γενικός ταμίας τους, είχε τη σοφή ιδέα, για να μη βαραίν’ η τσέπη του, να μαζέψει όλη τη γαζέτα, και να την πάει σ’ έναν καπνοπώλη, να την κάνει, ολόκληρη, χαρτί…

Δεν τραγουδούσαν και πολύ καλά —αλλά, σ’ αυτές τις περιστάσεις, η πρόθεση είναι το παν! Κι εκείνοι που τους άκουγαν, δεν είχαν, βέβαια, απαίτηση ν’ ακούσουν και Καρούζο! Έφτανε που τα ’λεγαν, απλώς, «για το καλό»…

Και το βράδυ τούς βρήκε μακριά, στην άλλη άκρη της Αθήνας.

Βραχνιασμένοι, κατακουρασμένοι, έκατσαν σ’ ένα ζαχαροπλαστείο να ξεκουραστούν. Η εσοδεία ήταν τόσο άφθονη, ώστε σκέφτηκαν πως είχαν το δικαίωμα κι αυτοί να το ρίξουν λίγο όξω, μια κι η περίσταση το είχε φέρει έτσι. Απ’ τους κουραμπιέδες προχώρησαν στους μπακλαβάδες και τα γαλατομπούρεκα —ώσπου δε μπορούσαν να χωρέσουν άλλο…

Κι επειδή ένα έξοδο φέρνει αμέσως τ’ άλλο, αποφάσισαν να πάνε και στον κινηματογράφο.

Μπήκαν μέσα, με το τρίγωνο και με τη φυσαρμόνικα, χωρίς να ξέρουν τι ταινία έπαιζε, και κάθισαν μπροστά, στις πρώτες θέσεις, που ήταν αδειανές.

Η ταινία παράσταινε κυνηγητά, απαγωγές, ληστείες. Ένα μικρό παιδί ήταν ο ήρως. Αυτός γινόταν ο ανέλπιστος σωτήρας, κι έκανε θαύματα πραγματικά παλικαριάς…

Η σάλα ήταν γιομάτη κόσμο: Φαντάροι, ναύτες και πολίτες, στριμωγμένοι όλοι, φύρδην μίγδην, παρακολουθούσαν την ταινία, και χειροκροτούσαν κάθε φορά που ο μικρός νικούσε ή κατάφερνε κανένα νέο κόλπο, εις βάρος των οχτώ αγριανθρώπων που είχαν κλέψει με  τη βία μια κοπέλα, για να μάθουν κάποιο μυστικό…

Όταν τελείωσε ο κινηματογράφος —επειδή ήταν νωρίς ακόμα— έμειναν και στη δεύτερη παράσταση.

Ήθελαν να ξαναδούνε την ταινία, που τους είχε δώσει τόσες συγκινήσεις. Και την ξαναείδαν πάλι, ξαναπερνώντας απ’ τις ίδιες περιπέτειες, και ξαναδοκιμάζοντας τις ίδιες συγκινήσεις —ώσπου ξανατελείωσε, υπό τα γενικά χειροκροτήματα, και το πανί τούς είπε «Καληνύχτα»…

Η ώρα ήταν δώδεκα και τέταρτο.

Τότε αποφάσισαν να γυρίσουν σπίτια τους. Κι επειδή, σ’ αυτό το μεταξύ, είχαν ξαναπεινάσει, κάθισαν πάλι, σ’ ένα μαγαζί, κι έφαγαν πέντε πιάτα λουκουμάδες.

Και ξεκινήσαν για τη γειτονιά τους, χοροπηδώντας και κάνοντας αστεία, βαρώντας καρπαζιές ο ένας τον άλλο, με φωνές και με κυνηγητά…

Κι ενώ προχωρούσαν έτσι, αφού είχαν στρίψει ένα σωρό γωνιές, ξαφνικά ανακάλυψαν πως είχαν χάσει το δρόμο…

Γύρω τους, τώρα, δεν υπήρχαν σπίτια αλλά ένας κάμπος, βαθύς και σκοτεινός, που ποτέ τους δεν τον είχαν ξαναδεί…

Σταμάτησαν τις τρέλες τους με μιας, και κοιταχτήκανε κι οι πέντε μ’ απορία…

Δεν περπατούσαν πια σε δρόμο, αλλά περνούσαν μέσ’ από χωράφια, και τα πόδια τους βούλιαζαν μέσ’ στο χώμα, που φαινόταν σαν υγρό απ’ τις βροχές.

Δεν υπήρχε γύρω τους τίποτε, παρά, πού και πού, ο ίσκιος ενός δέντρου. Τ’ άστρα έλαμπαν ψηλά, στον ουρανό, κι η αστροφεγγιά τους ήταν τόσο δυνατή, που προχωρούσαν μέσ’ στα σκοτεινά, χωρίς να ξέρουν κατά πού βαδίζουν, αλλά και δίχως να παραπατάνε…

Και στα χέρια τους δεν κρατούσαν πια, ούτε το τρίγωνο, ούτε τη φυσαρμόνικα. Αντί όμως, να βάλουν τις φωνές και να γυρίσουν, να ψάξουνε στο δρόμο —αυτό το πράμα, το πολύ παράξενο, τους φαινόταν τόσο φυσικό, που δε σκέφτηκε κανένας να μιλήσει…

Περπατούσαν σιωπηλοί κι εκστατικοί, με τα μάτια καρφωμένα στον ορίζοντα, μ’ εμπιστοσύνη, δίχως να φοβούνται… Μόνο που τώρα, δίχως να το θέλουν και δίχως να σκεφτούν γιατί το κάνουν, ήταν κι οι πέντε τους πιασμένοι απ’ τα χέρια.

Η ησυχία ήταν τόσο απόλυτη, ώστε οι καρδιές τους, που χτυπούσαν, ακουγόντουσαν μ’ έναν ήχο ρυθμικό και κρυσταλλένιο. Κι ενώ προχωρούσαν, το σκότος άρχισε να γίνεται λιγότερο. Θα ’λεγε κανένας, πως άρχιζε να ξημερώνει. Και τότε είδαν πως, το φως αυτό, ήταν το φως ενός μεγάλου άστρου, ενός μεγάλου άστρου δυνατού, που ξεχώριζε ανάμεσ’ από τ’ άλλα, σ’ ένταση, σε γλύκα και σε πάθος, όπως ξεχωρίζει το βιολί μέσ’ στους άλλους ήχους της Ορχήστρας!

Και προχωρούσαν προς το φως, αυτό, μαγεμένοι και σαν υπνωτισμένοι, δίχως να νοιάζονται καθόλου πού πηγαίνουν, με την καρδιά πλημμυρισμένη ευτυχία, σαν να ’χαν πιει, χωρίς να καταλάβουν, κάποιο γλυκό κι αλλόκοτο κρασί…

Αυτό το πράμα βάσταξε, δεν ξέρω πόση ώρα.

Κι έπειτα είδαν κάποια λάμψη που τρεμόσβηνε, σ’ ένα μικρό σπιτάκι, μακριά.

Ήθελαν, δεν ήθελαν, τα πόδια τους τούς έφερναν εκεί.

Κι ενώ πλησίαζαν, ο πρώτος ήχος που ’φτασε στ’ αυτιά τους, ήταν σαν ένα πράο μουγκρητό, σαν ένα βέλασμα προβάτων μακρινό, κι η μαλακή φωνή μιας αγελάδας…

Τότε κατάλαβαν πως η μικρή εκείνη μάντρα, ήταν μια φτωχική μικρούλα στάνη —και στο βάθος της μικρής εκείνης στάνης μια μικρούλα ξύλινη καλύβα.

Και καθώς προχώρησαν να μπούνε μέσ’ στη μάντρα, γιατί μια δύναμη παράξενη τούς έσπρωχνε, είδαν κόσμο συναγμένο μέσα. Κι όλος αυτός ο κόσμος ήταν πολύ αλλιώτικα ντυμένος. Ήταν ζωσμένο το κορμί του με προβιές, κι είχε τους ώμους και τα πόδια του γυμνά.

Τότε θέλησαν να προχωρήσουν παραμέσα. Γλίστρησαν μέσ’ απ’ τους αμίλητους ανθρώπους, που στεκόσανε τριγύρω σαν αγάλματα, κι οι περισσότεροι ήταν γονατισμένοι –κι έφτασαν ώς την πόρτα της καλύβας,

Στην αρχή δε μπόρεσαν να διακρίνουν τίποτε. Τόσο πολύ τούς θάμπωσε το δυνατό το φως, που ’βγαινε απ’ τα βάθη της καλύβας. ‘Έπειτα, όμως, σιγά σιγά συνήθισαν, κι άρχισαν να βλέπουν καθαρά.

Η καλύβα ήταν φωτισμένη, ήταν πλημμυρισμένη από φως, χωρίς να φαίνεται ολότελα, στο μάτι, από πού ερχόταν τόση λάμψη! Κοίταζαν με μάτια θαμπωμένα, και δε μπορούσαν να τ’ ανακαλύψουν…

Είδαν τότε, στη μέση της καλύβας, καθισμένη χάμω μια γυναίκα, το πρόσωπό της δε φαινότανε διόλου. Στην αγκαλιά της είχ’ ένα μωρό.

Ήταν καθισμένη χάμω, σ’ ένα παχύ, χοντρό δεμάτι άχερα, κι ήταν προσηλωμένη στο μωρό της. Δε σήκωνε τα μάτια από πάνω του.

Δίπλα της στεκόταν ένας άντρας, που, κι αυτός, ήταν ντυμένος σαν τους άλλους, με μια προβιά στη μέση, και ξυπόλυτος.

Κι οι δυο κοιτούσαν με λαχτάρα το μωρό.

Τότε η γυναίκα σήκωσε τα μάτια, και μια στιγμή τα κάρφωσε στο πλήθος. Φαινόταν νέα και πολύ ωραία, με μάτια τρυφερά και πονεμένα —μάτια τόσο γιομάτα καλοσύνη, που τα παιδιά κατάλαβαν αμέσως, πως έπρεπε κι αυτά να γονατίσουν…

Έγειραν και τα πέντε στη σειρά, κι η καρδιά τους χτυπούσε δυνατά. Ένιωθαν τώρα μια παράξενη λατρεία, μια καινούργια κι ανεξήγητη λατρεία, δίχως να μπορούν να πούνε λέξη, σα να τους είχαν πάρει τη μιλιά!

Δεν ακουγόταν τίποτ’ άλλο, στην καλύβα, παρά το βέλασμα των ήμερων προβάτων, που πλάγιαζαν τριγύρω στη γυναίκα, κι είχαν ακουμπισμένα τα κεφάλια τους, στα γόνατά της και στη μαύρη της ποδιά.

Κι ήταν, παντού, σα μια πανώρια μουσική, σα μιαν αόρατη, μεγάλη αρμονία, λες κι όλα τραγουδούσαν, δίχως ήχους, ένα βαθύ κι αιώνιο σκοπό.

Και τα παιδιά έγειραν το κεφάλι κι ακούμπησαν το μέτωπο στο χώμα.

Κι ενώ ήταν σκυμμένα έτσι, χάμω, και τα χείλη τους φιλούσανε το χώμα, άκουσαν, άξαφνα, σαν ποδοβολητά αλόγων.

Σήκωσαν τότε τα κεφάλια τους και κοίταξαν. Και είδαν, πίσω τους, στην είσοδο της μάντρας, να ξεπεζεύουν τρεις ωραίοι άντρες, ακόμα πιο παράξενα ντυμένοι.

Φορούσαν ρούχα βελουδένια, κι είχαν απάνω, κεντημένα με χρυσάφι, τ’ άστρα, και στη μέση το φεγγάρι. Στ’ αυτιά τους ήταν περασμένα σκουλαρίκια, και κουβαλούσανε πολύτιμα κουτιά, σκαλισμένα, γύρω γύρω, με ζεντέφια.

Μόλις ξεπέζεψαν, προχώρησαν κι οι τρεις, κι έφτασαν ώς την πόρτα της καλύβας. Έπεσαν τότε χάμω, και προσκύνησαν. Κι αφού φιλήσανε το χώμα και προσκύνησαν, σηκώθηκαν και στάθηκαν στη μέση. Κι άνοιξαν τα πολύτιμα κουτιά.

Κι όλος ο τόπος γιόμισε αρώματα μεθυστικά κι αλλόκοτα λιβάνια, που σκέπασαν τη μυρουδιά του στάβλου, και την αποφορά της κοπριάς —κι έκαμαν τη φτωχή μικρή καλύβα, να μοσχοβο­λάει σα ναός…

Κι έβγαλαν μέσ’ απ’ τα κουτιά φανταχτερά στολίδια —ρουμπίνια και τοπάζια κι αμεθύστους, και περιδέραια όλα μαργαριτάρια– και τ’ ακουμπήσαν στης γυναίκας την ποδιά…

Και τα παιδιά σηκώσανε τα μάτια τους, και ξανακοίταξαν μπροστά τους, θαμπωμένα… 

Και καθώς άνοιξαν τα μάτια να κοιτάξουν, βρέθηκε, το καθένα, μέσ’ στα ρούχα του, στο φτωχικό συνηθισμένο του κρεβάτι…

Τότε, το καθένα χωριστά, είπε, μέσ’ στα βάθη της ψυχής του, πως όλ’ αυτά, τα είχε δει μέσ’ στ’ όνειρό του… Και γι’ αυτό, το βράδυ που ξανάσμιξαν, δεν έκαμαν ολότελα κουβέντα.

Επειδή, βλέπεις, τα παιδιά, δεν είναι σαν και μας, τους πιο μεγάλους, που φλυαρούμε διαρκώς το καθετί, και ξαναλέμε ό,τι είδαμε στον ύπνο μας. Εκείνα δεν το συζητούν ποτέ, ούτε το σχολιάζουν μεταξύ τους.

Κι εξ άλλου, το ξεχνούν την ίδια μέρα…

(Πηγή)

0 Comments

Submit a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Η Zackie θα μας λείψει – 8 χρόνια απ’ την δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου

Είχαμε προηγουμένως αφιέρωμα με αφορμή την συμπλήρωση οκτώ χρόνων από τη στυγερή, κρατική και παρακρατική δολοφονία του αγωνιστή Ζακ Κωστόπουλου, της Zackie Oh. Γι' αυτό το γεγονός σήμερα οι δρόμοι της Αθήνας πλημμύρισαν ξανά από την οργή και τη μνήμη που αρνείται να...

Η Θεωρητική Παρακαταθήκη: 90 Χρόνια από τη Γέννηση του Νίκου Πουλαντζά

Σαν σήμερα το 1936 γεννιέται στην Αθήνα ο Νίκος Πουλαντζάς, ο άνθρωπος που έμελλε να αναδιαμορφώσει τη μαρξιστική θεωρία για το κράτος, τις κοινωνικές τάξεις και τη στρατηγική του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Μέσα από εμβληματικά έργα όπως το «Πολιτική εξουσία και...

Ψύχραιμα

Γράφει ο mitsos175 «Βγήκαν οι ναζί», «καταστροφή» και άλλα τέτοια που δημιουργούν κλίμα υπέρ των καθαρμάτων. Ότι τι; Οι δεξιοί «χριστιανοδημοκράτες» δεν είναι ναζί; Κρυφοί, κι αυτό φάνηκε στις εκλογές. Όλοι όσοι έφυγαν από το κυβερνών κόμμα που πήγαν; Στους επίσημους...

Ύμνος στο… Λάθος: Όταν η Νότια Κορέα «ενώθηκε» με τη Βόρεια

Σύντροφοι και συντρόφισσες, ο παγκόσμιος αθλητισμός υποκλίνεται στο απόλυτο διπλωματικό και οργανωτικό έπος! Σκηνικό: Green Stadium, Γκίφου, Ιαπωνία. Οι παίκτες της Εθνικής ομάδας χόκεϊ επί χόρτου της Νότιας Κορέας στέκονται προσοχή. Τα βλέμματα γεμάτα εθνική...

15η γυναικοκτονία για φέτος!!!

Η φρίκη στην Ηγουμένιτσα ξεπερνά κάθε όριο και ξεγυμνώνει με τον πιο αποτρόπαιο τρόπο τον πυρήνα της πατριαρχικής σαπίλας. Τα ευρήματα της ιατροδικαστικής εξέτασης για τη δολοφονία της 25χρονης κοπέλας σοκάρουν: δέχτηκε πολλαπλές, δολοφονικές μαχαιριές σε ολόκληρο το...

Οι προσκυνημένοι του Μελιγαλά

Η αισχρή αποϊστοροποίηση της Ιστορίας Πηγή: Θανάσης Καραμπάτσος - Documento Επίσκεψη στην πηγάδα του Μελιγαλά πραγματοποίησε προ ημερών η Ομάδα Αλήθειας, λίγο αργότερα βγήκε και ο Κασιδιάρης από την πολυετή φυλάκιση και ακολούθως ο ευρωβουλευτής της ΝΔ Μπελέρης τον...

Αφιέρωμα: Οχτώ χρόνια από την δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου – Η ποινική μεταχείριση των δολοφόνων

Συμπληρώνεται οχτώ χρόνια από την ημέρα που είχαμε την ουσιαστικά ατιμώρητη, εν ψυχρό δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου. Ενός ομοφυλόφιλου, οροθετικού, μέλος της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας και γνωστός στον ενεργό αγώνα για τη προάσπιση των δικαιωμάτων της.   Ο Ζακ υπήρξε θύμα της...

Σαν σήμερα ξεκινάει η δίκη για τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ

Σαν σήμερα στις 21/09/1933 ξεκινάει στην Λειψία η περίφημη δίκη για τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ (γερμανικό Κοινοβούλιο). Κατηγορούμενοι είναι ο Γκεόργκι Ντιμιτρόφ, ηγετικό στέλεχος του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος και της Κομμουνιστικής Διεθνούς, οι Βούλγαροι...

Μεγάλη Πολιτική Ανατροπή στο Βερολίνο: Πρώτη Δύναμη το Die Linke σύμφωνα με τα Exit Polls

Γράφει ο Συνεργάτης Μια τεράστια πολιτική ανατροπή εξελίσσεται στη γερμανική πρωτεύουσα, καθώς τα πρώτα exit polls για τις κρατιδιακές εκλογές του Βερολίνου φέρνουν στην πρώτη θέση το κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, Die Linke, με ποσοστά που αγγίζουν το 24,5% -...

Όταν ο «Εθνάρχης» της Δεξιάς ζητούσε από τη CIA να κάνει δικτατορία στην Ελλάδα!!!

Η ιστορική αλήθεια δεν παραχαράσσεται, όσα χρόνια κι αν περάσουν, όση λάσπη κι αν επιστρατεύσει η αστική προπαγάνδα. Μια συγκλονιστική αποκάλυψη από τα αμερικανικά διπλωματικά αρχεία, που έφερε στο φως η «Εφημερίδα των Συντακτών», γκρεμίζει συθέμελα το μεταπολιτευτικό...

Επιλεγμένα Video