Πτυχές της εμφύλιας σύγκρουσης στην κατοχική Αθήνα. Του Μενέλαου Χαραλαμπίδη

Του Γ.Γ.

Αξίζει, κατά την άποψη μου, να διαβάσετε την μελέτη του Μενέλαου Χαραλαμπίδη -την παραθέτω σε τρία μέρη στο προσωπικό μου ιστολόγιο- που αναφέρεται στον τελευταίο χρόνο της Κατοχής της πατρίδας μας κατά τον οποίο περισσότερα από 2.000 άτομα σκοτώθηκαν στην Αθήνα, λόγω της κλιμάκωσης της σύγκρουσης ανάμεσα στο ΕΑΜικό αντιστασιακό κίνημα, την κατοχική κυβέρνηση και τις δυνάμεις κατοχής. 

Οπως είναι γνωστό ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η συνθηκολόγηση του ελληνικού στρατού, η άτακτη φυγή της ελληνικής κυβέρνησης και του βασιλιά στο εξωτερικό και η πλήρης αδράνεια που επέδειξαν οι πολιτικές προσωπικότητες του αστικού χώρου που παρέμειναν στην κατεχόμενη Ελλάδα, υπήρξαν οι κύριοι λόγοι που δημιούργησαν την αίσθηση εγκατάλειψης του λαού από την πολιτική του ηγεσία στην πλέον κρίσιμη φάση του πολέμου. Πολύ σύντομα, η αίσθηση αυτή έγινε πραγματικότητα με τον πλέον τραγικό τρόπο.

Έτσι, στο πολιτικό κενό που δημιουργήθηκε -με ένα κομμάτι του να βρίσκεται στο εξωτερικό, ένα άλλο αδρανές στην Ελλάδα και ένα τρίτο να συνεργάζεται ανοικτά με τους κατακτητές- ο προπολεμικός αστικός πολιτικός κόσμος υπέστη μια πρωτόγνωρη ήττα και καταδικάστηκε στις συνειδήσεις μεγάλου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας.

Σ’ αυτές τις συνθήκες εμφανίστηκε η ανάπτυξη μιας νέας πολιτικής κουλτούρας, όπως αυτή εκφράστηκε από το αντιστασιακό κίνημα. Η κοινωνική αυτή δυναμική εκφράστηκε πολιτικά κυρίως μέσα από το «Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο» (ΕΑΜ), το οποίο αξιοποιώντας την τεχνογνωσία του προπολεμικού Κομμουνιστικού Κόμματος και έχοντας εξαρχής κινηματικό προσανατολισμό, κατάφερε, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες αντιστασιακές οργανώσεις, να λάβει μαζικό χαρακτήρα και να μετατραπεί στον κύριο πολιτικό αντίπαλο τόσο των δυνάμεων κατοχής, όσο και του προπολεμικού πολιτικού κόσμου.

Τον Απρίλητου 1943, ο δοσίλογος πρωθυπουργός Κων/νος Λογοθετόπουλος αντικαταστάθηκε από τον Ιωάννη Ράλλη. Ο Ράλλης έθεσε στις κατοχικές δυνάμεις, ως βασικό όρο για την ανάληψη της πρωθυπουργίας, τη δημιουργία ελληνικών ενόπλων σωμάτων, που θα εξοπλίζονταν από τις αρχές κατοχής με στόχο την καταστολή του ΕΑΜικού κινήματος. Σε μεταγενέστερο διάγγελμά του, τον Ιανουάριο του 1944, ο πρωθυπουργός δικαιολόγησε τη δημιουργία των «Ταγμάτων Ασφαλείας» ως απαραίτητου μέτρου για τη διαφύλαξη της τάξης απέναντι στους «κακούργους», που απειλούσαν την ελληνική κοινωνία. Όμως, η ρητή αναφορά του στην ανάγκη προάσπισης του κοινωνικού καθεστώτος απέδιδε πολιτικό και ταξικό χαρακτήρα στη συγκρότηση των «Ταγμάτων Ασφαλείας»:

«Η κυβέρνησις θα ήτο αναξία του ονόματός της και κατωτέρα των περιστάσεων, αν άφηνε τους εν τη χώρα δρώντας τρομερούς κακούργους να συνεχίσουν το μυσερόν έργον των. ∆ια τούτο εθεώρησεν ως υπέρτατον αυτής καθήκον την οργάνωσιν ενόπλου δυνάμεως… Την δύναμιν ταύτην συνεκροτήσαμεν με την ευγενή και πρόθυμον συνδρομήν των Γερμανικών Αρχών… Με την αυτήν συμπάθειαν πρέπει να περιβάλη ο ελληνικός λαός και όλους εκείνους τους γενναίους οι οποίοι βαθέως συναισθανόμενοι τον κίνδυνον του κοινωνικού μας καθεστώτος και συνεπώς τον εθνικόν κίνδυνον εζήτησαν οι ίδιοι παρά των Γερμανικών στρατιωτικών Αρχών να ενισχυθώσι δι’ όπλων».

Διαβάστε:

Πτυχές της εμφύλιας σύγκρουσης στην κατοχική Αθήνα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *