
Η Ιστορία βρίθει από σελίδες ανείπωτης φρίκης αλλά και στιγμές ασύλληπτης γενναιότητας. Μια τέτοια στιγμή κατέγραψε ο αγωνιστής Διονύσης Αναγνωστόπουλος, που στα μαύρα χρόνια της γερμανικής Κατοχής γνώρισε στα νύχια της Ειδικής Ασφάλειας και των ντόπιων ταγματασφαλιτών τι σημαίνει βαρβαρότητα – αλλά και τι θα πει απίστευτη θέληση για ζωή και αντίσταση.
Ο Αναγνωστόπουλος συλλαμβάνεται από την Ειδική Ασφάλεια. Οι δήμιοι τον βασανίζουν απάνθρωπα. Ακολουθεί το εκτελεστικό απόσπασμα: έξι αγωνιστές, παρατεταγμένοι στον τοίχο, μπροστά στις κάννες Ελλήνων συνεργατών των Γερμανών.
Ο επικεφαλής Μιχαλέας δίνει την εντολή: «Πυρ!»
Η σφαίρα βρίσκει τον Αναγνωστόπουλο στο κάτω χείλος και βγαίνει από το δεξί μάγουλο, καταστρέφοντάς του τα δόντια. Για να βεβαιωθούν πως είναι νεκρός, ένας χωροφύλακας του δίνει και τη χαριστική βολή – που όμως τον παίρνει ξυστά, σφηνώνοντας στο χώμα.
Τα σώματα των εκτελεσμένων φορτώνονται σε νεκροφόρα. Σειρά έχει ο νεκροθάλαμος και την επόμενη μέρα η ταφή στο Γ’ Νεκροταφείο. Ο τάφος με τον αριθμό 16 είχε ήδη ανοιχτεί για τον Αναγνωστόπουλο.
Όμως εκείνος, βαριά χτυπημένος αλλά ζωντανός, προσποιείται τον νεκρό. Μόλις νυχτώνει, με υπεράνθρωπη δύναμη παραμερίζει τα πτώματα των συντρόφων του και κατορθώνει να δραπετεύσει. Ένας νεκροθάλαμος μετατρέπεται έτσι σε πύλη επιστροφής στη ζωή – και στη συνέχιση του αγώνα.
Λίγο αργότερα, ο Αναγνωστόπουλος εμφανίζεται μάρτυρας κατηγορίας στις δίκες των δοσιλόγων και βασανιστών της Ειδικής Ασφάλειας. Οι διαδικασίες εκείνες έμειναν στην Ιστορία ως δίκες-παρωδία, αφού οι περισσότεροι συνεργάτες των κατακτητών βγήκαν σχεδόν αλώβητοι.
Η συγκλονιστική του κατάθεση –σαν βγαλμένη από κινηματογραφικό σενάριο– περιλαμβάνεται στο έργο του Ν. Καρκάνη «Οι δοσίλογοι της κατοχής – Δίκες – Παρωδία», που αποτελεί πολύτιμη μαρτυρία για το πώς η “εθνικοφροσύνη” συνεργάστηκε με τους κατακτητές και πώς οι ήρωες εκείνης της περιόδου βρέθηκαν να παλεύουν και με τον θάνατο αλλά και με τη λήθη.

Στις 10 Απριλίου 1944 είχα πάει σ’ ένα τσαγκάρη να φτιάξω τα παπούτσια μου. Ο τσαγκάρης είχε πιαστεί από τα Τάγματα Ασφαλείας σαν κομμουνιστής.
Οι τσολιάδες που παρακολουθούσαν το μαγαζί με πιάσαν και μένα και με πήγαν στην αποθήκη Μαργαρίτη όπου στεγαζόταν. Με έδειραν άγρια και με έκλεισαν χωρίς ανάκριση επί 11 μέρες σ’ ένα αποχωρητήριο.
Επικεφαλής του αποσπάσματος που με συνέλαβε ήταν ο ανθυπολοχαγός Γ. Μπαράτσας και διοικητής του τάγματος ο τότε ταγματάρχης και νυν λοχαγός εν ενεργεία Κ. Ίωαννίδης.
Μέσα στο τάγμα υπηρετούσαν Γερμανοί και άνδρες της Ειδικής Ασφαλείας.
Στις 22 του Απρίλη παραμονή του Άγ. Γεωργίου, στις 12 η ώρα με έβγαλαν από το κρατητήριο και μαζί με άλλους πέντε μας φόρτωσαν σ’ ένα φορτηγό στο όποιο ήταν καμιά σαρανταριά χωροφύλακες και ξεκινήσαμε.
Μπροστά πήγαινε μια κούρσα με πολυβόλα και πίσω μια άλλη με έναν Ελληνα με πολιτικά, που άκουσα ένα χωροφύλακα να τον λέει κ. ταγματάρχα κι έναν άλλον κ. Μιχαλέα.
Φθάσαμε στη Σχολή Χωροφυλακής. Εκεί είδαμε μια νεκροφόρα του Δήμου που περίμενε. Εκεί περίμεναν και άλλοι 11 κρατούμενοι από του Χατζηκώστα. Κατέβηκε η μισή φρουρά και παρατάχθηκε.
Μας κατέβασαν κάτω και μας πήραν ό,τι είχαμε και δεν είχαμε.
Πήρανε έξι από μας, τους πήγαν στο Γυμναστήριο της Σχολής και τούς εξετέλεσαν.
Στη δεύτερη εξάδα κ. Πρόεδρε ήμουνα κι εγώ.
Ενας χωροφύλακας αρνήθηκε να πάρει μέρος στο απόσπασμα. Αφού τον έδειραν τον συνέλαβαν.
Mας βάλανε σ’ ένα χαράκωμα και παρατάχθηκε το απόσπασμα.
– Λάβετε θέσιν! Επί σκοπόν! Πυρ! διέταξε ο Μιχαλέας.
Έπεσα κάτω. Με βρήκε μια σφαίρα στο κάτω χείλος και βγήκε από το δεξί μάγουλο, αφού μου κατάστρεψε τα δόντια. Πλημμύρισα στο αίμα. Εκλεισα τα μάτια μου! Κράτησα την αναπνοή μου.
Έπρεπε να είμαι νεκρός! Άκουσα ένα χωροφύλακα να λέει σ’ ένα Γερμανό, δείχνοντας έναν που ήταν νεκρός δίπλα μου: Καμαράντ! Γκράν κομμουνίστ!
Ταυτόχρονα με το περίστροφό του έδωσε τη χαριστική βολή. Ο ίδιος πυροβόλησε και προς το κεφάλι μου. Η σφαίρα με πήρε ξυστά και χώθηκε στο χώμα.
Μας βγάλανε τα παπούτσια, μας φόρτωσαν στη νεκροφόρα, μας πήγαν στο Γ’ Νεκροταφείο και μας άφησαν στο νεκροθάλαμο για να μας θάψουν το πρωί.
Μόλις νύχτωσε, έσπασα το συρματόπλεγμα του παραθύρου και μέσα από τα χωράφια πήρα το δρόμο για την Αθήνα. Βρήκα άσυλο σ’ ένα φτωχόσπιτο και την επομένη με πήγαν οι δικοί μου στην Κηφισιά….

Τραγικα Χρονια!Αυτοι που συνεργασθηκαν με τους κατακτητες πηραν & συνταξεις Εθνικης Αντιστασης! Και οι απογονοι τους μας κυβερνουν & σημερα δυστυχως