Για ακόμη μία φορά, η κοινή γνώμη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια φρικιαστική αποκάλυψη που παγώνει το αίμα. Η υπόθεση της Κυψέλης, με θύμα ένα απροστάτευτο παιδί, έρχεται να προστεθεί στη μακρά λίστα των εγκλημάτων που τα κυρίαρχα ΜΜΕ σπεύδουν να καταναλώσουν με όρους κανιβαλιστικού «αστυνομικού ρεπορτάζ» και «κίτρινου» θεάματος.
Για το αστικό αφήγημα, η φρίκη εξαντλείται στα χαρακτηριστικά των φυσικών αυτουργών, οι οποίοι παρουσιάζονται ως απομονωμένα «κτήνη» ή «τέρατα», αποκομμένα από το κοινωνικό τους περιβάλλον. Με αυτόν τον τρόπο, το σύστημα επιχειρεί να ξεπλύνει τις δικές του ευθύνες, μετατρέποντας ένα βαθύτατα κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα σε μια ιδιωτική, οικογενειακή υπόθεση.
Όμως, αυτό το έγκλημα δεν συνέβη στο κενό. Είναι το οργανικό προϊόν μιας κοινωνίας σε κατάσταση παρατεταμένης σήψης και βαθιάς κρίσης.
Στην Κυψέλη τέμνονται με τον πιο τραγικό τρόπο η ακραία φτώχεια, η κοινωνική περιθωριοποίηση, η πατριαρχική ιδεολογία της ιδιοκτησίας πάνω στις ανθρώπινες ζωές και η πλήρης διάλυση των κρατικών δομών κοινωνικής πρόνοιας.
Η αντίληψη ότι τα παιδιά και οι γυναίκες αποτελούν «κτήμα» του αρχηγού της οικογένειας, πάνω στο οποίο μπορεί να ασκηθεί κάθε μορφή βίας μέχρι και η φυσική εξόντωση, είναι βαθιά ριζωμένη στις δομές της πατριαρχίας που το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα συντηρεί και αναπαράγει. Η αστική οικογένεια, πιεσμένη από τις άγριες οικονομικές συνθήκες και απομονωμένη, μετατρέπεται συχνά σε έναν κλειστό, σκοτεινό πυρήνα πρωτόγονης βίας, μακριά από κάθε κοινωνικό έλεγχο και συλλογική αλληλεγγύη.
Την ίδια στιγμή, αναδεικνύεται η εγκληματική, προκλητική απουσία του αστικού κράτους. Το ερώτημα «πού ήταν οι αρχές;» δεν είναι ρητορικό, αλλά βαθύτατα ταξικό. Σε λαϊκές, υποβαθμισμένες γειτονιές όπως η Κυψέλη, το κράτος της καταστολής είναι πάντα παρόν, πάνοπλο, στους δρόμους. Αντίθετα, το κράτος της κοινωνικής φροντίδας, της ψυχικής υγείας, των προστατευτικών δομών για την παιδική ηλικία και των υποστηρικτικών υπηρεσιών στα σχολεία είναι εσκεμμένα ανύπαρκτο, θυσιασμένο στον βωμό των περικοπών, της υποχρηματοδότησης και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Η συστηματική διάλυση της κοινωνικής πρόνοιας αφήνει τους πιο ευάλωτους, και κυρίως τα παιδιά, απολύτως έκθετους στη μοίρα τους και στο έλεος των βασανιστών τους.
Αυτή η θεσμική εγκατάλειψη τροφοδοτείται και από τη γενικευμένη κοινωνική αλλοτρίωση που επιβάλλει η καθημερινότητα του ύστερου καπιταλισμού.
Ο ακραίος ατομικισμός, το δόγμα του «κοίτα τη δουλειά σου» και η καλλιέργεια του φόβου μετατρέπουν τον διπλανό τοίχο σε απροσπέλαστο σύνορο. Η αποξένωση στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις αδρανοποιεί τα κοινωνικά αντανακλαστικά, επιτρέποντας στη φρίκη να φωλιάζει για χρόνια στη διπλανή πόρτα χωρίς κανείς να αντιδρά, χωρίς κανείς να σπάει τη σιωπή.
Η πραγματική δικαιοσύνη για το θύμα της Κυψέλης δεν μπορεί να εξαντληθεί στην αυτονόητη ποινική καταδίκη των δραστών από τα δικαστήρια του συστήματος. Χρέος του εργατικού και λαϊκού κινήματος, κάθε προοδευτικού ανθρώπου, είναι να αναδείξει τις συστημικές ρίζες της βαρβαρότητας.
Η πάλη ενάντια στην έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία είναι αναπόσπαστο κομμάτι του αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση. Διεκδικούμε τώρα ισχυρές, δημόσιες, δωρεάν και πλήρως στελεχωμένες δομές κοινωνικής πρόνοιας και ψυχολογικής στήριξης σε κάθε γειτονιά, σε κάθε σχολείο.


0 Comments