Τα προκαταρκτικά στοιχεία που δημοσιοποίησε η Eurostat στις 25-26 Μάρτη 2026 κάνουν θρύψαλα το κυβερνητικό αφήγημα περί «success story» και οικονομικής ανάκαμψης. Η Ελλάδα καταγράφει το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ισοφαρίζοντας τη Βουλγαρία, ενώ η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων παραμένει δραματικά χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.Σύμφωνα με τα στοιχεία, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ (εκφρασμένο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης – PPS) στην ΕΕ διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στα 41.600 ευρώ το 2025. Η Ελλάδα και η Βουλγαρία βρέθηκαν και οι δύο στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, δηλαδή 32% κάτω από αυτόν.
Σε απόλυτα μεγέθη, το ελληνικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ διαμορφώθηκε γύρω στα 28.500 ευρώ σε όρους αγοραστικής δύναμης.
Η κατάταξη στην ΕΕ:
➽ Πρώτη θέση: Λουξεμβούργο με 239% του μέσου όρου.
➽ Υψηλές θέσεις: Ιρλανδία (237%), Ολλανδία (134%) κ.ά.
➽ Χαμηλότερες θέσεις: Ελλάδα και Βουλγαρία (68%), Λετονία (71%), Σλοβακία (75%).
Η Ελλάδα όχι μόνο παρέμεινε ουραγός, αλλά κατέγραψε και μικρή υποχώρηση κατά μία ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το 2024. Αντίθετα, η Βουλγαρία βελτίωσε ελαφρώς τη θέση της (από 66% το 2024). Αυτό δείχνει ότι ακόμα και οι πιο φτωχές χώρες της ΕΕ κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες, ενώ η Ελλάδα δυσκολεύεται να καλύψει το χαμένο έδαφος δεκαετιών.
Το κυβερνητικό αφήγημα καταρρέει
Η κυβέρνηση συνεχίζει να προβάλλει δείκτες όπως η αύξηση του τουρισμού, οι εξαγωγές ή τα πρωτογενή πλεονάσματα ως απόδειξη «ανάπτυξης». Ωστόσο, τα στοιχεία της Eurostat αποκαλύπτουν την πραγματικότητα για τον μέσο πολίτη: η αγοραστική δύναμη παραμένει καθηλωμένη, οι μισθοί δεν ακολουθούν τον πληθωρισμό, η ανεργία (ιδίως των νέων) παραμένει υψηλή και η μετανάστευση εξειδικευμένου δυναμικού συνεχίζεται.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Είναι ο πιο άμεσος δείκτης του βιοτικού επιπέδου, της δυνατότητας κατανάλωσης και της πραγματικής ευημερίας. Όταν μια χώρα μένει χρόνια στον πάτο της ΕΕ, αυτό μεταφράζεται σε ακριβότερα τρόφιμα, υψηλότερα ενοίκια, δυσκολία πρόσβασης σε υγεία και παιδεία, και γενικευμένη ανασφάλεια για τα νοικοκυριά.
Η «ανάπτυξη» χωρίς τους πολλούς
Η νεοφιλελεύθερη πολιτική που εφαρμόζεται εδώ και χρόνια – ιδιωτικοποιήσεις, περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, φορολογική ασυλία για μεγάλους επιχειρηματίες και τράπεζες – παράγει «ανάπτυξη» για λίγους. Τα κέρδη των μεγάλων ομίλων (τουρισμός, ενέργεια, τράπεζες) αυξάνονται, αλλά δεν διαχέονται στην κοινωνία. Αντίθετα, το χρέος παραμένει υψηλό, οι δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές και κοινωνικές υπηρεσίες υποβαθμίζονται, ενώ η εξάρτηση από τον τουρισμό καθιστά την οικονομία ευάλωτη σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς.Η σύγκριση με άλλες χώρες της περιφέρειας (π.χ. Ρουμανία, Πολωνία) που κατάφεραν καλύτερη σύγκλιση δείχνει ότι η ελληνική εξαίρεση δεν είναι «μοιραία», αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών: προτεραιότητα στα συμφέροντα των λίγων, υποταγή στις επιταγές της ΕΕ και του ΔΝΤ, και απουσία πραγματικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Τι σημαίνει αυτό για τον λαό;
➤ Χιλιάδες νέοι συνεχίζουν να φεύγουν στο εξωτερικό.
➤ Τα νοικοκυριά δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες.
➤ Η κοινωνική ανισότητα διευρύνεται.
➤ Η χώρα παραμένει «φτωχή συγγενής» στην Ευρώπη, παρότι διαθέτει πλούσιους φυσικούς πόρους, ανθρώπινο δυναμικό και γεωστρατηγική θέση.
Τα στοιχεία της Eurostat δεν είναι «αντιπολιτευτική προπαγάνδα». Είναι επίσημα ευρωπαϊκά νούμερα που επιβεβαιώνουν αυτό που βιώνει καθημερινά η πλειοψηφία του ελληνικού λαού: η «ανάκαμψη» είναι για τους λίγους, ενώ για τους πολλούς συνεχίζεται η λιτότητα και η υποβάθμιση.Η λύση δεν βρίσκεται σε νέα μνημόνια ή σε περαιτέρω υποχωρήσεις, αλλά σε μια ριζικά διαφορετική πολιτική: αύξηση μισθών και συντάξεων, προστασία της εργασίας, δημόσιες επενδύσεις σε παραγωγικούς τομείς, φορολόγηση του πλούτου και ρήξη με τις πολιτικές που οδήγησαν τη χώρα στον πάτο.



0 Comments