Το καθεστωτικό αφήγημα που επιχειρούσε, με νύχια και με δόντια, να «θάψει» οριστικά το κρατικό-παρακρατικό σκάνδαλο των υποκλοπών δέχεται ένα νέο και ιδιαίτερα ηχηρό πλήγμα — αυτή τη φορά εκ των έσω.
Η υπόθεση του Predator και των παράνομων παρακολουθήσεων δεν κλείνει επειδή κάποιοι θα ήθελαν να κλείσει. Δεν εξαφανίζεται με δικαστικές αρχειοθετήσεις, επικοινωνιακές επιχειρήσεις συγκάλυψης ή με τη σιωπή που επιβλήθηκε επί μακρόν γύρω από ένα από τα σοβαρότερα σκάνδαλα των τελευταίων ετών.
Το Predator επιστρέφει στο προσκήνιο. Και επιστρέφει από την ίδια την καρδιά του κρατικού μηχανισμού.
Το πρωί της Τρίτης, σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, ο εν ενεργεία αναπληρωτής διοικητής της ΕΥΠ, Γιάννης Παπαδόπουλος, πέρασε το κατώφλι της Εισαγγελίας Αθηνών, συνοδευόμενος από τον δικηγόρο του, Απόστολο Πόντα.
Εκεί κατέθεσε μηνυτήρια αναφορά για σειρά κακουργημάτων σε βάρος των γνωστών στελεχών της Intellexa και συνδεόμενων εταιρειών, Ταλ Ντίλιαν, Φέλιξ Μπίτζιου, Ιωάννη Λαβράνου και Σάρας Χάμου.
Και η εξέλιξη αυτή δεν είναι μια ακόμη δικαστική κίνηση μέσα σε έναν ήδη ογκώδη φάκελο.
Έχει μια ιδιαίτερη πολιτική και θεσμική βαρύτητα.
Γιατί, σύμφωνα με την καταγγελία του, ένας άνθρωπος που υπηρετεί στην κορυφή της ίδιας της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και, εκ της θέσεώς του, έχει πρόσβαση σε εξαιρετικά ευαίσθητες και διαβαθμισμένες πληροφορίες εθνικής ασφάλειας, υποστηρίζει ότι υπήρξε στόχος του Predator και ότι η παγίδευσή του θα μπορούσε να συνδέεται ακόμη και με το αδίκημα της κατασκοπείας.
Αν οι καταγγελίες αυτές επιβεβαιωθούν από τη δικαστική έρευνα, τότε το ζήτημα αποκτά μια διάσταση πολύ ευρύτερη από την παραβίαση της ιδιωτικής ζωής ενός ακόμη πολίτη.
Μπαίνει στο τραπέζι ένα πολύ πιο επικίνδυνο ερώτημα: Ποιοι μπορούσαν να αποκτήσουν πρόσβαση σε κρατικές πληροφορίες και για λογαριασμό ποιων;
Ένας άνθρωπος από το εσωτερικό του μηχανισμού σπάει τη σιωπή
Ιδιαίτερη σημασία έχει και κάτι ακόμη.
Ο Γιάννης Παπαδόπουλος δεν ήταν μάρτυρας στην πρωτόδικη διαδικασία. Εμφανίζεται τώρα με την ιδιότητα του θύματος και του μηνυτή, ζητώντας να διερευνηθεί η υπόθεση και να ταυτοποιηθούν όσοι, κατά τους ισχυρισμούς του, συμμετείχαν ή συνέδραμαν στο συγκεκριμένο δίκτυο.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της υπόθεσης. Γιατί όταν ένας άνθρωπος που βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό κρατικής ασφάλειας καταγγέλλει ότι υπήρξε στόχος ενός πανίσχυρου συστήματος κατασκοπευτικού λογισμικού, το ζήτημα δεν μπορεί εύκολα να αντιμετωπιστεί ως ακόμη μία «μεμονωμένη περίπτωση».
Η καταγγελία του δημιουργεί νέα ερωτήματα. Ποιοι είχαν πρόσβαση στο σύστημα; Ποιοι μπορούσαν να γνωρίζουν ότι ένας ανώτατος αξιωματούχος της ΕΥΠ αποτελούσε στόχο; Ποιοι είχαν τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν ή να διακινήσουν πληροφορίες που αφορούσαν την εθνική ασφάλεια;
Και, κυρίως: Ποιοι βρίσκονταν πραγματικά πίσω από το δίκτυο των παρακολουθήσεων;
Το Predator ως όπλο στους εσωτερικούς ανταγωνισμούς
Για εμάς, η υπόθεση φωτίζει μια βαθύτερη πραγματικότητα. Το αστικό κράτος και οι μηχανισμοί ασφαλείας του δεν αποτελούν πάντοτε έναν ενιαίο, αδιαπέραστο και αρμονικά λειτουργούντα μηχανισμό. Στο εσωτερικό τους αναπτύσσονται ανταγωνισμοί, συγκρούονται συμφέροντα, διασταυρώνονται επιχειρηματικές επιδιώξεις, πολιτικές στρατηγικές και μηχανισμοί εξουσίας. Και μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η τεχνολογία μαζικής και στοχευμένης παρακολούθησης μπορεί να μετατραπεί σε όπλο εσωτερικών ανταγωνισμών. (Να θυμίσουμε ότι πριν μερικά χρόνια υπήρχε η αποκάλυψη για: «χώρο δράσης ενός παρακράτους: μιας μικρής ομάδας πρακτόρων, υπαλλήλων και τεχνικών της ΕΥΠ οι οποίοι συμμετείχαν -κάποιοι χωρίς να το ξέρουν- σε έναν μηχανισμό υποκλοπών, εκβιασμών, επιλεγμένης πληροφοριοδότησης πολιτικών και μπίζνας πληροφοριών. Σε μια ιδιωτική ΕΥΠ μέσα στην ΕΥΠ… Υπάρχουν πληροφορίες πως η ομάδα (σ.σ με τον κωδικό ΟΛΕΦ) έκανε «οικονομική» κατασκοπεία για επιχειρηματίες. Προσέγγιζε δηλαδή επιχειρηματίες και πούλαγε οικονομικές, επενδυτικές πληροφορίες που προέκυπταν από τις ακροάσεις τηλεφώνων των αντιπάλων τους».
Το Predator δεν είναι απλώς ένα τεχνολογικό εργαλείο. Όταν χρησιμοποιείται παράνομα, μετατρέπεται σε μηχανισμό ελέγχου, εκβιασμού, συλλογής πληροφοριών και χειραγώγησης.
Και η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική όταν εκείνοι που υποτίθεται ότι προστατεύουν τα κρατικά μυστικά καταλήγουν οι ίδιοι να καταγγέλλουν ότι βρέθηκαν στο στόχαστρο τέτοιων μηχανισμών.
Τότε το πρόβλημα παύει να είναι μια «κακή εξαίρεση». Αποκαλύπτει τις ίδιες τις αντιφάσεις ενός συστήματος που έχει επιτρέψει να ανθίσουν ιδιωτικά δίκτυα παρακολούθησης δίπλα — ή και μέσα — στους κρατικούς μηχανισμούς.
Η υπόθεση δεν έχει τελειώσει
Για χρόνια επιχειρήθηκε να καλλιεργηθεί η εντύπωση ότι το σκάνδαλο των υποκλοπών αποτελεί μια υπόθεση που βρίσκεται πίσω μας. Ότι οι έρευνες ολοκληρώθηκαν. Ότι οι ευθύνες περιορίστηκαν. Ότι η κοινωνία οφείλει να κοιτάξει μπροστά και να ξεχάσει.
Μόνο που τα σκάνδαλα δεν εξαφανίζονται επειδή κάποιοι κουράστηκαν να μιλούν γι’ αυτά. Και οι κρίσιμες ερωτήσεις δεν παύουν να υπάρχουν επειδή δεν απαντήθηκαν.
Η νέα μηνυτήρια αναφορά, εφόσον επιβεβαιωθεί και διερευνηθεί σε βάθος, επαναφέρει ακριβώς αυτά τα ερωτήματα στο προσκήνιο.
Ποιοι παρακολουθούσαν; Ποιοι γνώριζαν; Ποιοι διευκόλυναν; Ποιοι επωφελήθηκαν; Και ποιοι εξακολουθούν να προστατεύονται πίσω από τη σιωπή;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν. Γιατί η δημοκρατία δεν προστατεύεται με το να κλείνουν οι φάκελοι. Προστατεύεται όταν ανοίγουν όλες οι πόρτες της έρευνας.
Η υπόθεση του Predator δεν τελείωσε. Και όσο περισσότερα κομμάτια του παζλ εμφανίζονται μέσα από τους ίδιους τους κρατικούς μηχανισμούς, τόσο δυσκολότερο γίνεται να πειστεί η κοινωνία ότι επρόκειτο απλώς για μια «παρένθεση».



0 Comments