Εδώ τώρα σοβαρότητα σηκώνει τα χέρια ψηλά και παραχωρεί τη θέση της στο καθαρό θέατρο του παραλόγου. Η σημερινή προσπάθεια του κυβερνητικού εκπροσώπου, Παύλου Μαρινάκη, να υποβαθμίσει και να διαψεύσει το αποκαλυπτικό ρεπορτάζ της Wall Street Journal σχετικά με τα έργα, τις ημέρες και τις «πραξικοπηματικού τύπου» ατάκες της Αμερικανίδας πρέσβειρας, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της κατάστασης.
Όπως εύστοχα σημειώνει χρήστης του Χ: «O Κυβερνητικός Εκπρόσωπος διαψεύδει την Wall Street Journal και το ρεπορτάζ δύο δημοσιογράφων που έχουν κερδίσει τρία βραβεία Πούλιτζερ. Αυτό από μόνο του, χωρίς τίποτε επιπλέον, αποτελεί νούμερο επιθεώρησης».
Και πράγματι, είναι να απορεί κανείς με το πολιτικό θράσος του επικοινωνιακού επιτελείου του Μεγάρου Μαξίμου. Από τη μία πλευρά, έχουμε μια ομάδα ερευνητών της Wall Street Journal, στελεχωμένη με δημοσιογράφους διεθνούς κύρους –βραβευμένους με την ύψιστη διάκριση της παγκόσμιας δημοσιογραφίας– που ξεσκέπασαν το παρασκήνιο των ενεργειακών deal για το LNG και τις ωμές απειλές περί «ανατροπής κυβερνήσεων». Από την άλλη, έχουμε έναν κυβερνητικό εκπρόσωπο που στέκεται πίσω από το μικρόφωνο και κουνάει το δάχτυλο, ψελλίζοντας ότι «δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα απειλής», λες και απευθύνεται σε ανήλικα.
Για το εγχώριο αστικό μπλοκ εξουσίας, η δημοσιογραφία είναι καλή και «έγκυρη» μόνο όταν αναπαράγει τα κυβερνητικά non-paper και υμνεί την οικονομική «σταθερότητα» των ολιγαρχών. Όταν όμως τα διεθνή μέσα ενημέρωσης φωτίζουν τα γρανάζια της εξάρτησης, τα παζάρια των λόμπι και τις απειλές των προστατών τους, τότε η «αριστεία» επιστρατεύει την τακτική της στρουθοκαμήλου.
Αντί η κυβέρνηση να απαντήσει επί της ουσίας για το αν η εκπρόσωπος της Ουάσιγκτον συμπεριφέρεται στην Αθήνα σαν να βρίσκεται σε αποικία, επιλέγει να μετατρέψει την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών σε επιθεωρησιακό σκετς. Μόνο που το κοινό έχει πάψει προ πολλού να γελάει με τα αστεία τους.


0 Comments