Το ενδεχόμενο ενός κόμματος Σαμαρά δεν αναστατώνει τη Νέα Δημοκρατία μόνο για τις ψήφους που μπορεί να της αφαιρέσει, αλλά και για τα στελέχη που ενδέχεται να αποσπάσει από το εσωτερικό της.
Ενδιαφέρουσες διαστάσεις αποκτά η συζήτηση για το υπό διαμόρφωση πολιτικό εγχείρημα του Αντώνη Σαμαρά, όπως προκύπτει από το σημερινό δημοσίευμα του Τάσου Παππά στην Εφημερίδα των Συντακτών, με τίτλο «Ο φόβος των πρώην και των νυν».
Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, η συντριπτική πλειονότητα των υποψηφίων στα ψηφοδέλτια του νέου κόμματος θα προέρχεται από τις τάξεις της Νέας Δημοκρατίας: πρώην υπουργοί, πρώην βουλευτές, πολιτευτές και στελέχη που έχουν διανύσει τη δική τους διαδρομή στον γαλάζιο κομματικό μηχανισμό.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης. Δεν πρόκειται απλώς για τη δημιουργία ενός ακόμη κόμματος στον ήδη κατακερματισμένο δεξιό χώρο. Πρόκειται για το ενδεχόμενο μιας εσωτερικής διάσπασης της ΝΔ, με ανθρώπους που γνωρίζουν πρόσωπα, μηχανισμούς και εκλογικές περιφέρειες, έχοντας υπηρετήσει επί χρόνια το ίδιο κόμμα που τώρα ενδέχεται να αμφισβητήσουν.
Όπως επισημαίνει επίσης ο Τάσος Παππάς, το Μέγαρο Μαξίμου φοβάται όχι μόνο την αποχώρηση πρώην στελεχών, αλλά και το ενδεχόμενο να μετακινηθούν προς τον Σαμαρά εν ενεργεία βουλευτές και κομματικοί παράγοντες.
Αν επιβεβαιωθεί ένα τέτοιο σενάριο, η αναμέτρηση δεν θα αφορά αποκλειστικά την εκλογική επιρροή ενός νέου πολιτικού σχηματισμού. Θα αφορά και τη συνοχή της κυβερνητικής παράταξης, τη δυνατότητα του Κυριάκου Μητσοτάκη να διατηρήσει τον έλεγχο του κόμματός του και τις ισορροπίες σε ολόκληρη τη δεξιά πολυκατοικία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αναφορά του δημοσιεύματος στο 25%, το οποίο παρουσιάζεται ως το όριο που έχει θέσει ο πρωθυπουργός για την εκλογική επίδοση της ΝΔ: πάνω από αυτό, νίκη· κάτω από αυτό, πανωλεθρία.
Εδώ διαψεύδεται τουλάχιστον η βεβαιότητα όσων θεωρούν ότι η εμφάνιση του Σαμαρά θα έχει αμελητέες συνέπειες για τη ΝΔ. Οι δημοσκοπήσεις, άλλωστε, έχουν καταγράψει αξιοσημείωτη δυνητική απήχηση για ένα τέτοιο εγχείρημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα ποσοστά δυνητικής ψήφου μεταφράζονται αυτομάτως σε πραγματική εκλογική δύναμη.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσοι ψηφοφόροι θα εγκαταλείψουν τη ΝΔ. Είναι πόσοι από αυτούς θα ακολουθήσουν τον Σαμαρά, πόσα στελέχη θα τον πλαισιώσουν και αν το νέο κόμμα θα καταφέρει να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε συγκροτημένη πολιτική παρουσία.
Το βέβαιο είναι ότι η υπόθεση Σαμαρά προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας. Το αν θα εξελιχθεί σε ουσιαστική ανατροπή των σημερινών ισορροπιών θα κριθεί από τις πραγματικές πολιτικές και οργανωτικές του δυνατότητες, όχι μόνο από τις δημοσκοπικές μετρήσεις και τις διαρροές.
Σε κάθε περίπτωση δεν είναι εύκολο για το Μέγαρο Μαξίμου να αντιμετωπίσει έναν αντίπαλο που δεν έρχεται από απέναντι, αλλά την ίδια δεξιά παράταξη στην οποία μάλιστα χρημάτισε και επικεφαλής.


0 Comments