Η επιστροφή του Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα στην προεδρία της Βραζιλίας αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον γεγονός. Ο άνθρωπος που ξεκίνησε ως φτωχός εργάτης μετάλλου, φυλακίστηκε από το καθεστώς και κυνηγήθηκε λυσσαλέα από τους μηχανισμούς της εγχώριας ελίτ, κατάφερε να ορκιστεί ξανά πρόεδρος. Όμως, αυτή τη φορά, το έργο του είναι ασύγκριτα πιο δύσκολο από τις προηγούμενες θητείες του.
Ο Λούλα δεν καλείται απλώς να εφαρμόσει την παραδοσιακή προοδευτική ατζέντα του ενάντια στις κραυγαλέες κοινωνικές ανισότητες, τη φτώχεια και τον αναλφαβητισμό. Το κύριο, ιστορικό του καθήκον είναι η ίδια η υπεράσπιση της Δημοκρατίας και η επούλωση των βαθιών πληγών μιας χώρας που βρίσκεται στα πρόθυρα του κοινωνικού διχασμού.
Ο Μπολσονάρο ηττήθηκε, ο «Μπολσοναρισμός» παραμένει
Οι κάλπες απομάκρυναν τον Ζαΐρ Μπολσονάρο από το προεδρικό μέγαρο, αλλά η ακροδεξιά ιδεολογία που αυτός εξέφρασε έχει ριζώσει βαθιά στον κοινωνικό και πολιτικό ιστό της Βραζιλίας. Ο «Μπολσοναρισμός» δεν ήταν μια εφήμερη πολιτική παρένθεση, αλλά ένα οργανωμένο ρεύμα με ισχυρά ερείσματα:
• Έλεγχος των θεσμών: Η ακροδεξιά διατηρεί ισχυρή παρουσία στο Κογκρέσο, στις θέσεις των κυβερνητών των πιο πλούσιων πολιτειών (όπως το Σάο Πάολο) και στους τοπικούς κρατικούς μηχανισμούς.
• Τοξικός διχασμός και Μίσος: Η χώρα είναι βαθιά διαιρεμένη, με αποτέλεσμα τη ριζοσπαστικοποίηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας.
• Η απειλή του αυταρχισμού: Οι επιθέσεις των οπαδών του Μπολσονάρο στα κυβερνητικά κτίρια της Μπραζίλια, που θύμισαν την εισβολή στο αμερικανικό Καπιτώλιο, απέδειξαν ότι η ηττημένη ακροδεξιά είναι έτοιμη να αμφισβητήσει με τη βία τις δημοκρατικές διαδικασίες.
Η «Βιομηχανία του Μίσους»: Πώς τα Fake News ναρκοθετούν τη Δημοκρατία
Η περίπτωση της Βραζιλίας αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό, ίσως και το πιο επικίνδυνο, εργαστήριο εφαρμοσμένης ακροδεξιάς προπαγάνδας στον 21ο αιώνα. Ο «Μπολσοναρισμός» δεν βασίστηκε σε ένα παραδοσιακό πολιτικό πρόγραμμα, αλλά στην οικοδόμηση μιας παράλληλης πραγματικότητας, η οποία τροφοδοτείται αδιάκοπα από ψηφιακά δίκτυα παραπληροφόρησης.
Στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής βρίσκεται το λεγόμενο «Γραφείο του Μίσους» (Gabinete do Ódio), ένας άτυπος αλλά εξαιρετικά συντονισμένος μηχανισμός, που σύμφωνα με δικαστικές έρευνες στη χώρα λειτουργούσε ακόμη και μέσα από το προεδρικό μέγαρο επί Μπολσονάρο. Χρησιμοποιώντας πλατφόρμες όπως το WhatsApp και το Telegram, ο μηχανισμός αυτός έχει τη δυνατότητα να διοχετεύει εκατομμύρια μηνύματα μέσα σε λίγα λεπτά, παρακάμπτοντας κάθε δημοσιογραφικό έλεγχο.
Η προπαγάνδα αυτή κινείται σε τρεις βασικούς άξονες:
1. Ηθικός Πανικός και Συνωμοσιολογία: Κατασκευάζονται ανύπαρκτες απειλές περί «κομμουνιστικού κινδύνου», υποτιθέμενης διάλυσης της παραδοσιακής οικογένειας και επιθέσεων κατά της θρησκείας. Στόχος είναι η ριζοσπαστικοποίηση των συντηρητικών στρωμάτων μέσω του φόβου.
2. Απαξίωση των Θεσμών: Κάθε ανεξάρτητη φωνή —από το Ανώτατο Δικαστήριο μέχρι τους επιστήμονες και τους παραδοσιακούς δημοσιογράφους— παρουσιάζεται συστηματικά ως μέρος μιας «διεφθαρμένης ελίτ». Με τον τρόπο αυτό, οι οπαδοί της ακροδεξιάς εμβολιάζονται με απόλυτη δυσπιστία απέναντι στους πυλώνες του κράτους δικαίου.
3. Δολοφονία Χαρακτήρων: Πολιτικοί αντίπαλοι, με πρώτο τον Λούλα, γίνονται καθημερινά στόχος συντονισμένων εκστρατειών λάσπης με κατασκευασμένες ειδήσεις, αλλοιωμένα βίντεο (deepfakes) και ψεύτικα δικαστικά έγγραφα.
Το αποτέλεσμα αυτής της μαζικής πλύσης εγκεφάλου αποτυπώθηκε ανάγλυφα στις επιθέσεις κατά των κυβερνητικών κτιρίων στην Μπραζίλια. Οι εισβολείς δεν δρούσαν απλώς με πολιτικό φανατισμό, αλλά με την απόλυτη πεποίθηση —τροφοδοτούμενη από τα social media— ότι οι εκλογές είχαν κλαπεί.
Η πρόκληση της ενότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης
Για να πετύχει ο Λούλα, πρέπει να κινηθεί σε δύο παράλληλα μέτωπα:
Από τη μία πλευρά, πρέπει να ανοικοδομήσει το κοινωνικό κράτος. Η Βραζιλία επέστρεψε στον παγκόσμιο χάρτη της πείνας, το περιβάλλον (με επίκεντρο τον Αμαζόνιο) δέχτηκε εγκληματικά πλήγματα από τα συμφέροντα των μεγαλοαγροτών, και οι δημόσιες υπηρεσίες υγείας και παιδείας υπονομεύτηκαν. Η αναδιανομή του πλούτου και η στήριξη των πιο ευάλωτων στρωμάτων της κοινωνίας αποτελούν τον πυρήνα της πολιτικής του νομιμοποίησης.
Από την άλλη πλευρά, ο Λούλα είναι αναγκασμένος να κυβερνήσει μέσω ευρύτερων συμμαχιών, συνομιλώντας ακόμα και με συντηρητικές δυνάμεις του κέντρου για να εξασφαλίσει σταθερότητα. Η αποστολή του να «ενώσει τη χώρα» σημαίνει ότι πρέπει να απομονώσει τον σκληρό πυρήνα του φασισμού, κερδίζοντας πίσω τα μεσαία στρώματα που παρασύρθηκαν από την ακροδεξιά προπαγάνδα.
Για την κυβέρνηση του Λούλα, η αντιμετώπιση αυτής της «ψηφιακής μαφίας» δεν είναι ζήτημα πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Η θεσμοθέτηση αυστηρών κανόνων για τη διαφάνεια των αλγορίθμων των τεχνολογικών κολοσσών και η ποινική δίωξη των χρηματοδοτών της παραπληροφόρησης αποτελούν το πιο κρίσιμο, αλλά και το πιο ολισθηρό μονοπάτι για την επιβίωση της βραζιλιάνικης δημοκρατίας.
Η μάχη της Βραζιλίας δεν αφορά μόνο τη Λατινική Αμερική· είναι μια παγκόσμια μάχη. Αν η προοδευτική κυβέρνηση του Λούλα καταφέρει να νικήσει τη φτώχεια και ταυτόχρονα να αποδομήσει το δίκτυο του μίσους και των fake news, θα δώσει ένα ελπιδοφόρο μήνυμα σε ολόκληρο τον πλανήτη που δοκιμάζεται από την άνοδο του νεοφασισμού. Ο δρόμος είναι μακρύς και γεμάτος παγίδες, αλλά η ιστορία έχει δείξει ότι ο Λούλα ξέρει να αγωνίζεται στα δύσκολα.
Β.



0 Comments