Κάποιες φορές δεν χρειάζεται να ψάχνεις τι πραγματικά πιστεύει μια φασιστική οργάνωση. Αρκεί να διαβάσεις τι έγραφαν οι ίδιοι οι εκπρόσωποί της, όταν θεωρούσαν ότι δεν είχαν λόγο να κρύψουν το πραγματικό τους πρόσωπο.
Στις 20 Απρίλη του 2011, λοιπόν, ανήμερα της επετείου γέννησης του Αδόλφου Χίτλερ, η εφημερίδα της Χρυσής Αυγής δημοσίευσε άρθρο του Ηλία Κασιδιάρη με τίτλο «Ο Χίτλερ πέρα από την Ιστορία». Ο τότε εκπρόσωπος Τύπου της ναζιστικής οργάνωσης δεν επιχειρούσε απλώς μια ιστορική αναφορά στον ηγέτη του Τρίτου Ράιχ. Τον παρουσίαζε ως πρότυπο πολιτικού ηγέτη και κοινωνικού μεταρρυθμιστή, φτάνοντας να τον χαρακτηρίσει «στρατηγική ιδιοφυΐα».
Δεν πρόκειται για αυθαίρετη ερμηνεία ούτε για λόγια που αποδίδονται εκ των υστέρων στον Κασιδιάρη. Πρόκειται για όσα ο ίδιος έγραψε και δημοσίευσε.
Ένας κόσμος στον οποίο δεν θα είχε ηττηθεί ο ναζισμός
Το πιο αποκαλυπτικό σημείο του άρθρου δεν είναι μόνο οι έπαινοι προς τον Χίτλερ. Είναι το ερώτημα που θέτει ο συντάκτης του, αναρωτώμενος ποιο θα ήταν το μέλλον της Ευρώπης και του κόσμου αν ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν είχε σταματήσει την «ανανεωτική πορεία του Εθνικοσοσιαλισμού».
Ας σταθούμε λίγο σε αυτή τη διατύπωση.
Ο εθνικοσοσιαλισμός, δηλαδή η ιδεολογία του ναζιστικού καθεστώτος, παρουσιάζεται εδώ σαν ένα ανανεωτικό εγχείρημα που διακόπηκε βίαια. Η ήττα του ναζισμού, η συντριβή ενός καθεστώτος υπεύθυνου για τον επιθετικό πόλεμο, τις μαζικές δολοφονίες και το Ολοκαύτωμα, αντιμετωπίζεται περίπου ως χαμένη ευκαιρία για την ανθρωπότητα. Αυτό φυσικά είναι εξιδανίκευση του ναζισμού και νοσταλγία για έναν κόσμο στον οποίο θα μπορούσε να έχει επικρατήσει.
Ο Κασιδιάρης δεν αρκείται να παρουσιάσει τον Χίτλερ ως ισχυρό ηγέτη. Του αποδίδει την προοπτική μιας ολόκληρης πολιτισμικής αναγέννησης. Στο υποθετικό μέλλον που περιγράφει, ο ρομαντισμός και ο κλασικισμός θα επικρατούσαν απέναντι στην υποτιθέμενη παρακμή του σύγχρονου πολιτισμού, ο επιστήμονας θα νικούσε τον τεχνοκράτη και ο άνθρωπος θα απελευθερωνόταν από τον καταναλωτισμό.
Με άλλα λόγια, ο ναζισμός εμφανίζεται σαν δύναμη πνευματικής ανύψωσης, πολιτισμικής αναγέννησης και κοινωνικής αναδιοργάνωσης.
Ο ναζισμός εκείνη η ιδεολογία που κατέστειλε το ανεξάρτητο εργατικό κίνημα, διέλυσε τα συνδικάτα, φυλάκισε και δολοφόνησε κομμουνιστές και σοσιαλιστές, καταδίωξε Εβραίους, Ρομά και άλλες ομάδες, εξαπέλυσε έναν καταστροφικό πόλεμο και οργάνωσε τη βιομηχανική εξόντωση εκατομμυρίων ανθρώπων.
Αυτή είναι η ιστορική πραγματικότητα που εξαφανίζεται πίσω από τις μεγαλοστομίες περί πνεύματος, πολιτισμού και «νέου ανθρώπου».
Ο «πολεμιστής» απέναντι στον «τραπεζίτη» και το αντισημιτικό δηλητήριο
Εξίσου αποκαλυπτικό είναι ένα άλλο σημείο του άρθρου. Ο Κασιδιάρης γράφει ότι «ο φιλόσοφος και ο πολεμιστής θα συνέτριβαν τον τραπεζίτη» και καταλήγει να παρουσιάζει τους Έλληνες ως υποτελείς στο «σιωνιστικό κεφάλαιο».
Εδώ αποκαλύπτεται μια βασική πλευρά της ακροδεξιάς προπαγάνδας: η πραγματική κοινωνική δυσαρέσκεια, η ανασφάλεια και η οργή απέναντι στην οικονομική εξουσία αποσπώνται από τις πραγματικές κοινωνικές και ταξικές αιτίες τους και διοχετεύονται σε αντισημιτικές θεωρίες συνωμοσίας.
Ο τραπεζίτης, το χρηματιστικό κεφάλαιο και η οικονομική εκμετάλλευση δεν αναλύονται ως τμήματα ενός συγκεκριμένου συστήματος παραγωγής και εξουσίας. Αντίθετα, επιστρατεύεται ο μύθος ενός παντοδύναμου «σιωνιστικού κεφαλαίου», στο οποίο αποδίδονται συλλήβδην η υποδούλωση των λαών και η ελληνική κοινωνική παρακμή.
Το ίδιο σχήμα εμφανίζεται και στο σημείο όπου το άρθρο αποδίδει την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στις «Δημοκρατίες» ή, ακόμη πιο προκλητικά, στους Εβραίους, επικαλούμενο τον στρατηγό Ιωάννη Μεταξά. Έχουμε δηλαδή την αναπαραγωγή ενός κλασικού αντισημιτικού μοτίβου: πίσω από τις μεγάλες ιστορικές συγκρούσεις υποτίθεται ότι κρύβεται μια ενιαία, σκοτεινή εβραϊκή δύναμη.
Έτσι, η ακροδεξιά επιχειρεί να εμφανιστεί ως αντίπαλος των τραπεζιτών και των οικονομικών ελίτ, ενώ ταυτόχρονα αποφεύγει να αναλύσει τις πραγματικές σχέσεις εξουσίας και εκμετάλλευσης. Αντί για ταξική ερμηνεία της κοινωνίας, προσφέρει συνωμοσιολογία, εθνικισμό και φυλετικό μίσος.
Η επίκληση της αρχαίας Ελλάδας ως άλλοθι
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η προσπάθεια του Κασιδιάρη να παρουσιάσει τον εθνικοσοσιαλισμό ως κληρονόμο των αξιών της αρχαίας Ελλάδας. Στο άρθρο του υποστηρίζει ότι, αν δεν είχε ανακοπεί η πορεία του ναζισμού, αξίες που προέρχονται από την ελληνική αρχαιότητα θα είχαν κυριαρχήσει πνευματικά στα κράτη και θα είχαν καθορίσει την τύχη των λαών.
Πρόκειται για μια γνώριμη ιδεολογική επιχείρηση που την πρωτοξεκίνησε ο Κωνσταντίνος Πεύρης από τις τηλεοπτικές εκπομπές του στο κανάλι του Καρατζαφέρη. Η αρχαία Ελλάδα επιστρατεύεται ως διακοσμητικό άλλοθι για να εξωραϊστεί μια σύγχρονη εγκληματική ιδεολογία.
Ο ναζισμός δεν γίνεται λιγότερο ναζισμός επειδή επικαλείται τον Πλάτωνα, τον Λεωνίδα, τον κλασικισμό ή την αρχαία ελληνική γραμματεία. Η χρήση της αρχαιότητας δεν αλλάζει τον χαρακτήρα του. Η επίκληση της «ελληνικότητας» λειτουργεί ως προπαγανδιστικό περιτύλιγμα. Κάτω από αυτό παραμένουν η φυλετική ιεράρχηση, ο αυταρχισμός, η λατρεία της βίας, η υποταγή του ατόμου στο κράτος και η εξόντωση όσων χαρακτηρίζονται εχθροί του έθνους.
.«Δεν θα απολογηθώ για τις ιδέες μου»
Το άρθρο του 2011 δεν αποτελεί, ωστόσο, ένα αποκομμένο επεισόδιο. Συνδέεται με τη στάση που κράτησε ο ίδιος ο Κασιδιάρης όταν βρέθηκε ενώπιον της Δικαιοσύνης, στο πλαίσιο της δίκης της Χρυσής Αυγής.
Όταν τέθηκαν ερωτήματα για τα ναζιστικά σύμβολα και τους ύμνους προς τον Χίτλερ, η απάντησή του ήταν χαρακτηριστική: «Δεν θα απολογηθώ για τις ιδέες μου». Για τα σύμβολα και τους χαιρετισμούς δήλωσε ότι δεν θα αναπτυσσόταν το ζήτημα στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης. Ερωτηθείς και για το τατουάζ με τη σβάστικα στο χέρι του, δεν έδωσε ουσιαστική απάντηση.
Ας μην ξεχνάμε τι σημαίνει αυτή η στάση. Δεν πρόκειται για έναν άνθρωπο που αποκήρυξε το ναζιστικό παρελθόν της οργάνωσης στην οποία ηγήθηκε, αναγνώρισε τη βαρύτητα της δράσης της και ανέλαβε πολιτική ευθύνη. Αντίθετα, επέλεξε να επικαλεστεί την ελευθερία των ιδεών, αποφεύγοντας να δώσει σαφείς απαντήσεις για τα συγκεκριμένα σύμβολα και τους ύμνους στον Χίτλερ.
Η επικαιρότητα στη Θεσσαλονίκη: Ο Κασιδιάρης ξανά στο προσκήνιο
Και να που, δεκαπέντε χρόνια μετά το άρθρο που εξυμνούσε τον Χίτλερ, το ζήτημα δεν αφορά μόνο το παρελθόν.
Ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου, ημέρας που η Ελλάδα τιμά την αντίσταση στον φασισμό και στον ναζισμό, ο Ηλίας Κασιδιάρης διοργάνωσε συγκέντρωση σε ξενοδοχείο της Θεσσαλονίκης. Η εκδήλωση προκάλεσε αντιδράσεις και αντιφασιστικές κινητοποιήσεις, ενώ η αστυνομία απαγόρευσε τις συγκεντρώσεις στους γύρω δρόμους. Τα γεγονότα και η αντιμετώπιση των αντιφασιστών από τις αστυνομικές δυνάμεις προκάλεσαν πολιτικές αντιδράσεις και ερωτήματα.
Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, δήλωσε ότι ο ίδιος θεωρεί πως δεν θα έπρεπε να έχει επιτραπεί η συγκέντρωση, αλλά επικαλέστηκε το ισχύον νομικό πλαίσιο και την απόφαση των δικαστικών αρχών για εκδήλωση σε κλειστό, ιδιωτικό χώρο.
Εδώ, όμως, αρχίζει το πολιτικό πρόβλημα. Ο Κασιδιάρης δεν είναι ένας τυχαίος πολιτικός που προκαλεί απλώς αντιδράσεις. Είναι καταδικασμένος για διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή. Η καταδίκη του διατηρήθηκε και σε δεύτερο βαθμό το 2026, ενώ στη συνέχεια αποφυλακίστηκε. Η αποφυλάκιση δεν αναιρεί την καταδίκη ούτε μετατρέπει αναδρομικά τη δράση της Χρυσής Αυγής σε μια συνηθισμένη πολιτική δραστηριότητα.
Κι όμως, ο άνθρωπος που δεν έχει αποκηρύξει καθαρά το ναζιστικό ιδεολογικό παρελθόν της οργάνωσής του επιστρέφει στη δημόσια σκηνή, οργανώνει εκδηλώσεις και επιχειρεί να ανασυγκροτήσει την πολιτική του παρουσία.
Τα γραπτά μένουν — και η ιστορία δεν ξεγράφεται
Τώρα, με την επανεμφάνισή του στη δημόσια ζωή, το κείμενο του 2011 αποκτά ξανά πολιτική επικαιρότητα.
Ο άνθρωπος που παρουσίαζε τον Χίτλερ ως «μέγα κοινωνικό αναμορφωτή» και «στρατηγική ιδιοφυΐα» δεν έχει προχωρήσει σε καθαρή δημόσια αποκήρυξη αυτών των ιδεών. Στη δίκη της Χρυσής Αυγής επέλεξε να δηλώσει ότι δεν θα απολογηθεί για τις ιδέες του. Και τώρα, μετά την αποφυλάκισή του, επιχειρεί να επανέλθει οργανωμένα στο πολιτικό προσκήνιο.
Και απέναντι σε αυτή την προσπάθεια επανεμφάνισης δεν αρκούν οι δηλώσεις ανησυχίας των κυβερνητικών στελεχών. Χρειάζεται σταθερή, μαζική και οργανωμένη αντιφασιστική δράση, υπεράσπιση των δημοκρατικών ελευθεριών και διαρκής υπενθύμιση της ιστορικής αλήθειας.
Τα γραπτά μένουν. Οι δικαστικές καταδίκες μένουν. Και η ιστορία της Χρυσής Αυγής δεν μπορεί να σβηστεί με μια καινούργια πολιτική εμφάνιση.


0 Comments