Απ’ την σημερινή ειδησεογραφία πληροφορούμαστε ότι υπάρχουν πάνω από 2,2 εκατομμύρια «κόκκινοι» δανειακοί λογαριασμοί. Πίσω από τους ψυχρούς αριθμούς των τραπεζικών στατιστικών κρύβεται ένας πραγματικός κοινωνικός εφιάλτης: νοικοκυριά που ασφυκτιούν, εργατικές οικογένειες που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, άνθρωποι που δουλεύουν μια ολόκληρη ζωή και κινδυνεύουν να χάσουν ακόμη και το κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους.
Αυτή είναι η λιγότερο φωτογενής πλευρά της μεταμνημονιακής Ελλάδας. Μιας χώρας όπου οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί για την οικονομική ανάπτυξη, τη δημοσιονομική σταθερότητα και την «εξυγίανση» του τραπεζικού συστήματος συνυπάρχουν με την οικονομική ασφυξία μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας. Για χιλιάδες ανθρώπους, η καθημερινότητα δεν μετριέται σε δείκτες ανάπτυξης και χρηματιστηριακές αποδόσεις, αλλά σε απλήρωτες δόσεις, κατασχετήρια, τηλεφωνικές οχλήσεις εισπρακτικών εταιρειών και τον διαρκή φόβο ενός πλειστηριασμού. Την ίδια στιγμή που τα κέρδη μια κάστας πλουτοκρατών αυξάνονται με αστρονομικούς ρυθμούς.
Κι εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική απάτη του περίφημου success story.
Οι τράπεζες εμφανίζονται απαλλαγμένες από το βάρος των προβληματικών δανείων και οι ισολογισμοί τους παρουσιάζονται ως υπόδειγμα οικονομικής εξυγίανσης. Μόνο που αυτή η «κάθαρση» δεν έγινε χωρίς κόστος. Τα δάνεια εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων μεταφέρθηκαν, μέσα από διαδοχικές τιτλοποιήσεις και μεταβιβάσεις, σε funds και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Έτσι, ένα κοινωνικό πρόβλημα τεράστιων διαστάσεων μετατράπηκε σε πεδίο επιχειρηματικής δραστηριότητας και κερδοφορίας.
Το χρέος που για τον εργαζόμενο σημαίνει αγωνία, ανασφάλεια και απειλή απώλειας της κατοικίας του, για τους αγοραστές των δανείων και τους διαχειριστές τους αποτελεί επενδυτικό αντικείμενο. Η δυστυχία του ενός γίνεται επιχειρηματική ευκαιρία για τον άλλο.
Και το κράτος; Δεν στέκεται ουδέτερος παρατηρητής. Με ένα νομοθετικό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί ώστε να διευκολύνει την επιτάχυνση των αναγκαστικών εκτελέσεων, παρέχει στους πιστωτές ισχυρά εργαλεία για να διεκδικήσουν τις απαιτήσεις τους. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός και οι ρυθμίσεις δεν αναιρούν το γεγονός ότι χιλιάδες οφειλέτες βρίσκονται αντιμέτωποι με διαδικασίες που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν ούτε οικονομικά ούτε νομικά.
Η λαϊκή κατοικία μετατρέπεται έτσι σε αντικείμενο συναλλαγής, η αδυναμία πληρωμής σε ευκαιρία κερδοσκοπίας και η οικονομική εξαθλίωση σε έναν ακόμη μηχανισμό μεταφοράς πλούτου από τα κάτω προς τα πάνω.
Και μέσα σε αυτή την κοινωνική λεηλασία, το πιο βολικό για το σύστημα είναι η απομόνωση των θυμάτων του.
Γιατί δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους παρουσιάζεται ως άθροισμα ατομικών αποτυχιών. Ο δανειολήπτης καλείται να απολογηθεί επειδή έχασε τη δουλειά του, επειδή μειώθηκε ο μισθός του, επειδή αρρώστησε, επειδή δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε δόσεις που κάποτε μπορούσε να εξυπηρετεί. Σαν να ευθύνεται ο ίδιος για την ανεργία, τη φτωχοποίηση, την ακρίβεια και τις αλλεπάλληλες οικονομικές κρίσεις.
Με αυτόν τον τρόπο, ένα βαθιά κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα μεταμφιέζεται σε προσωπική ενοχή. Ο καθένας κλείνεται στο σπίτι του, ντρέπεται να μιλήσει για το πρόβλημά του και αντιμετωπίζει μόνος του έναν πανίσχυρο μηχανισμό τραπεζών, funds, servicers και δικηγορικών γραφείων.
Αυτή είναι η πραγματική λειτουργία της κοινωνικής σιωπής: να μην αναγνωρίζει ο ένας στον άλλο τον κοινό αντίπαλο, να μη μετατρέπεται η ατομική αγωνία σε συλλογική διεκδίκηση.
Αλλά η εικόνα της κοινωνικής απάθειας είναι παραπλανητική. Στις γειτονιές υπάρχουν άνθρωποι που οργανώνονται, συλλογικότητες που παρεμβαίνουν, λαϊκές επιτροπές που στέκονται απέναντι σε εξώσεις και πλειστηριασμούς. Εκεί όπου η κρατική νομιμότητα εξαντλείται στην προστασία των απαιτήσεων των πιστωτών, η κοινωνική αλληλεγγύη επιχειρεί να βάλει φραγμό στη βαρβαρότητα.
Αυτές οι αντιστάσεις, όσο περιορισμένες κι αν είναι, αποδεικνύουν ότι η τρομοκρατία του χρέους δεν είναι ανίκητη. Δείχνουν ότι ο απομονωμένος οφειλέτης μπορεί να γίνει μέρος μιας συλλογικής δύναμης και ότι η υπεράσπιση της λαϊκής κατοικίας δεν είναι υπόθεση φιλανθρωπίας, αλλά ζήτημα κοινωνικών δικαιωμάτων και ταξικής αλληλεγγύης.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να συνηθίσουμε την κοινωνική καταστροφή ούτε να περιμένουμε σωτήρες από εκείνους που διαμόρφωσαν τους όρους της. Είναι να σπάσει η σιωπή, να συναντηθούν οι διάσπαρτες αντιστάσεις, να αποκτήσει το πρόβλημα συλλογική έκφραση και πολιτική διεκδίκηση.
Γιατί όταν εκατομμύρια δανειακές απαιτήσεις μετατρέπονται σε μηχανισμό πίεσης πάνω στην κοινωνία, δεν έχουμε να κάνουμε με μεμονωμένες οικονομικές εκκρεμότητες. Έχουμε να κάνουμε με μια κοινωνική βόμβα.
Και η απάντηση σε αυτήν δεν μπορεί να είναι ούτε η ατομική διαπραγμάτευση με τους εκβιαστές ούτε η μοιρολατρική αναμονή της επόμενης έξωσης.
Απέναντι στην οργανωμένη δύναμη του κεφαλαίου χρειάζεται η οργανωμένη δύναμη της κοινωνίας. Για να μην καταλήξει το δικαίωμα στη στέγη προνόμιο για όσους έχουν και εμπόρευμα προς αρπαγή για όσους δεν έχουν.


0 Comments