Η αφγανική Αριστερά του 1973 με τα μάτια της Αμερικανικής πρεσβείας της Καμπούλ

Πριν από τις 11 Σεπτεμβρίου, το Αφγανιστάν μια χώρα ουσιαστικά απούσα από τον πολιτικό λόγο της ελληνικής Αριστεράς. Κι αυτή ή απουσία δεν περιορίζεται στην τελευταία δεκαετία, αλλά σημαδεύει και τα χρόνια εκείνα, ανάμεσα στο 1978 και το 1989, που η εν λόγω χώρα τής Κεντρικής Ασίας βρέθηκε στο επίκεντρο της διαμάχης Άνατολής-Δύσης.

Αν η μεταμοντέρνα Δεξιά άνοιξε το ζήτημα εκεί γύρω στο 1986, σε μια προσπάθεια εισαγωγής της ανάλογης προπαγανδιστικής εκστρατείας που σάρωνε τότε τίς ΗΠΑ και τη Δυτική Ευρώπη υπέρ των «μαχητών της έλευθερίας», η ’Αριστερά απέφυγε να το συζητήσει.

Ένα μέρος της τάχθηκε ανεπιφύλακτα υπέρ τού υποστηριζόμενου από το σοβιετικό στρατό καθεστώτος του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος, υιοθετώντας ανεπιφύλακτα και στο σύνολό της την επιχειρηματολογία του τελευταίου. Ένα άλλο μέρος, γοητευμένο από τις γραφικές φιγούρες των ανταρτών μουτζαχεντίν, έσπευσε να ταυτιστεί με τον αγώνα εναντίον τής σοβιετικής κατοχής, χωρίς ιδιαίτερους προβληματισμούς πάνω στη φύση και τούς στόχους τού «ιερού πολέμου». 

Έτσι κι αλλιώς, πάντως, κανένας διάλογος δεν υπήρξε. Το βαθιά πολιτικό ζήτημα της απόπειρας για τον στοιχειώδη κοινωνικό μετασχηματισμό μιας παραδοσιακής κοινωνίας «από τα πάνω» – μετασχηματισμό που δεν έβαζε ούτε κατά διάνοια «σοσιαλιστικούς» στόχους, αλλά περιοριζόταν σέ κάποια εκσυγχρονιστικά βήματα (εκπαίδευση των γυναικών, κατάργηση τής πολυγαμίας, αγροτική μεταρρύθμιση, κλπ.) – ουδέποτε τέθηκε προς συζήτηση. Στο φορτισμένο κλίμα τού δεύτερου Ψυχρού Πολέμου, τα γεωπολιτικά δεδομένα καθόρισαν και τούς όρους των όποιων αναφορών.

Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που θεώρησα χρήσιμη την παράθεση του ντοκουμέντου πού ακολουθεί. Πρόκειται για μια έκθεση του πολιτικού γραμματέα τής αμερικανικής πρεσβείας της Καμπούλ, Αλμπερτ Φαιρτσάϊλντ, με ημερομηνία 22 Μαΐου 1973 και αντικείμενο τις οργανώσεις της τότε αφγανικής Αριστεράς. Μαζί με άλλα ντοκουμέντα τής ίδιας εποχής, δημοσιεύθηκε σε μορφή PDF στην ηλεκτρονική σελίδα τής αμερικανικής μη κυβερνητικής υπηρεσίας National Security Archive τον περασμένο ‘Οκτώβριο, εποχή που η επίσημη Ουάσιγκτον βολιδοσκοπούσε τον έκπτωτο αφγανό μονάρχη Ζαχίρ Σάχ ως δυνητική «μεταβατική λύση» για τη μετα-Ταλιμπάν εποχή.

Το ενδιαφέρον τού εγγράφου είναι πολλαπλό: από τη μια, αποτυπώνει με εξαιρετικά εύγλωττο τρόπο την εικόνα μιας Αριστεράς πού βρίσκεται μεν στο νηπιακό στάδιο της ανάπτυξής της, αλλά η οποία μέσα σε μια πενταετία θα κληθεί, από δυνάμεις που σε μεγάλο βαθμό δεν καθορίζει η ίδια, να κυβερνήσει τη χώρα αντιμέτωπη με μιά πανίσχυρη φονταμενταλιστική άντίδραση.

’Εντυπωσιακή είναι ή έμμονή τού συντάκτη του στην καταγραφή επιμέρους αποχρώσεων και λεπτομερειών λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά μεγέθη της εποχής, είναι ενδεικτική των «προληπτικών» ανακλαστικών της ψυχροπολεμικής αμερικανικής διπλωματίας χωρίς, φυσικά, η ακρίβεια των επιμέρους πληροφοριών της να μπορεί να θεωρηθεί πάντοτε απόλυτα δεδομένη. Εκτός από τη σκιαγράφηση των, λίγο πολύ γνωστών, χαρακτηριστικών των δυο φραξιών τού ΛΑΚΑ (Χάλκ καί Παρτσάμ), η έκθεση ασχολείται επίσης με μια σειρά οργανώσεις που δεν φαίνεται να επιβίωσαν άπα τις κατακλυσμιαίες εξελίξεις των επόμενων χρόνων. Ορισμένες από αυτές θα μπορούσαν να θεωρηθούν απλώς εθνικιστικές, επικεντρωμένες στα «εθνικά θέματα» της εποχής. Αλλες πάλι, όπως ή μαοϊκή «Αιώνια Φλόγα» με τη μαζική απήχησή της στη νεολαία και τις γυναίκες, προοιωνίζονται τη γέννηση της γνωστής σήμερα Επαναστατικής Ένωσης Γυναικών του ’Αφγανιστάν (RAWA).

Εξίσου αποκαλυπτική είναι ωστόσο η εικόνα της ισχύος του παραδοσιακού Ισλάμ, η ενεργός πολιτικοποίηση του όποιου κρέμεται ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια όχι μόνο της εύθραυστης τοπικής Αριστεράς αλλά και κάθε εκσυγχρονιστικής δύναμης, γενικότερα. «Έτσι κι αμολυθοϋν οι μουλάδες, τότε όλοι οι αριστεροί στη χώρα θα είναι νεκροί μέσα σέ 24 ώρες», φέρεται να δηλώνει ό αρχηγός του στρατού και πανίσχυρο μέλος της βασιλικής οικογένειας, Σαρντάρ Άμπντούλ Βαλί, δίνοντας με τον τρόπο αυτό το στίγμα των ορίων του «δημοκρατικού πειράματος» πού δρομολογήθηκε με το Σύνταγμα τού 1964.

Δυο άλλες διπλωματικές αναφορές της ίδιας συλλογής είναι εξίσου αποκαλυπτικές επ’ αυτού. Η πρώτη αναφέρεται στις αιματηρές κινητοποιήσεις των ισλαμιστών την άνοιξη του 1970, οι όποιες ξεκίνησαν ως εκδήλωση διαμαρτυρίας για την …εκατονταετηρίδα του Λένιν για να καταλήξουν σε κάλεσμα υπέρ του αποκλεισμού των γυναικών από την εκπαίδευση κι επιστροφή τους στο χαρέμι. Η δεύτερη άφορά τις επαφές ενός νεαρού ισλαμιστή, ιδρυτικού μέλους τής Μουσουλμανικής Νεολαίας (Jamiat-e-Jawanan-e-Musulman) του πανεπιστημίου της Καμπούλ, με την πρεσβεία και το αίτημά του για οικονομική βοήθεια στον «αγώνα κατά του κομμουνισμού», με αιτήματα όπως η απομάκρυνση των σοβιετικών πανεπιστημιακών αλλά και παράπλευρες δραστηριότητες που περιλαμβάνουν τη φυσική εξόντωση αριστερών ακτιβιστών. Το συγκεκριμένο αίτημα απορρίφθηκε, μας δίνει όμως μια εικόνα για την προϊστορία της συγκρότησης του ισλαμικού αντικομμουνιστικού αντάρτικου των επόμενων χρόνων.

Προς διευκόλυνση του αναγνώστη, κάποιες επισημάνσεις για το συγκεκριμένο πολιτικό πλαίσιο της εποχής είναι προφανώς απαραίτητες.

Εν έτει 1973, βρισκόμαστε στην ένατη χρονιά του «δημοκρατικού ανοίγματος», ενός προληπτικού πολιτικού εκσυγχρονισμού από τα πάνω, που πραγματοποιήθηκε από το βασιλιά Ζαχίρ με τη θέσπιση ενός υποτυπώδους Κοινοβουλίου.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1964, τα 216 μέλη τής Κάτω Βουλής (Wolesi Jirgah) εκλέγονταν με άμεση ψηφοφορία απ’ τον πληθυσμό, των γυναικών συμπεριλαμβανομένων. Στην πράξη, ωστόσο, τόσο οι αρμοδιότητες αυτού του σώματος, όσο και η σύνθεσή του, περιόρισαν στο ελάχιστο την ουσία αυτού του «ανοίγματος». Ο βασιλιάς διέθετε απόλυτες εξουσίες πάνω στην κυβέρνηση και τη Βουλή – εξουσίες που άσκησε, μεταξύ άλλων, όταν αρνήθηκε να υπογράψει το νόμο που ψηφίστηκε και επέτρεπε την ελεύθερη λειτουργία πολιτικών κομμάτων – με την προβλεπόμενη από το Σύνταγμα εξαίρεση όσων κρίνονταν «μή ίσλαμιχά».

Εξίσου σημαντικοί ήταν οι περιορισμοί που επέβαλε ο συσχετισμός δυνάμεων στο εσωτερικό της ίδιας της αφγανικής κοινωνίας: το ποσοστό συμμετοχής στις εκλογές δεν ξεπερνούσε το 10% και, παρόλο που τυπικά είχαν δικαίωμα ψήφου, οι γυναίκες της επαρχίας ουδέποτε το άσκησαν.

Άπατούς 216 βουλευτές τού 1965-69, οι 146 ήταν φύλαρχοι ή θρησκευτικοί ηγέτες. Η καλύτερα εκπροσωπούμενη επαγγελματική κατηγορία ήταν αυτή των μουλάδων, με 25 βουλευτές. Η κατάσταση χειροτέρεψε μετά τίς νόθες εκλογές του 1969, που ενίσχυσαν σε μεγάλο βαθμό την εκπροσώπηση της κυρίαρχης κάστας των Ντουράνι και περιόρισαν στο ελάχιστο την κοινοβουλευτική παρουσία των αμφισβητιών – μεταξύ άλλων, οι βουλευτές της ’Αριστεράς μειώθηκαν από τέσσερις σε δύο, ενώ καμιά γυναίκα δεν εξελέγη έναντι τεσσάρων το 1965. Καθόλου περίεργο που στην τελευταία ιδίως φάση του αφγανικού βασιλευόμενου κοινοβουλευτισμού το σημαντικότερο πρόβλημα του εν λόγω «αντιπροσωπευτικού» θεσμού ήταν η επίτευξη απαρτίας: μεταξύ Μαρτίου και ‘Ιουνίου 1973. Η Κάτω Βουλή απέτυχε να εξασφαλίσει τον αναγκαίο για τη λειτουργία της αριθμό παρόντων βουλευτών επί 82 συνεχείς συνεδριάσεις.

Ήταν μέσα σ’ αυτό το κλίμα έρπουσας κρίσης και στο κορύφωμα μιας καταστροφικής ξηρασίας που είχε ως αποτέλεσμα μισό εκατομμύριο νεκρούς στην επαρχία, που ο ξάδερφος του μονάρχη και πρώην πρωθυπουργός της χώρας, Νταούντ, κατέλαβε στις 17 Ιουλίου 1973 την εξουσία, σε συνεργασία με έναν κύκλο εκσυγχρονιστών αξιωματικών προσκείμενων στο ΑΔΚΑ.

Τα «εθνικά θέματα» της εποχής αποτελούν ένα άλλο σημείο που χρειάζεται διευκρίνιση. Το πιο θορυβώδες αφορούσε τη φαντασίωση του «μεγάλου Παστουνιστάν», την κατάργηση, δηλαδή, της τεχνητής μεθοριακής γραμμής που χάραξαν το 1893 οι Βρετανοί αποικιοκράτες ανάμεσα στις Ινδίες και το Αφγανιστάν, χωρίζοντας στα δυο τις φυλές των Παστούν – την εποχή που μιλάμε, υπήρχαν οχτώ εκατομμύρια Παστούν στο Αφγανιστάν κι άλλα έξι στη βορειοδυτική παραμεθόριο του Πακιστάν.

Ανέκαθεν αντικείμενο διεκδίκησης για την αφγανική μοναρχία που στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου παζάρεψε μάλιστα επ’ αυτού και με τα δυο εμπόλεμα στρατόπεδα, Το ΒΔ Πακιστάν υπήρξε μετά το 1947 θέατρο ενός αυτονομιστικού κινήματος ανοικτά υποθαλπόμενου από την Καμπούλ, με αποτέλεσμα διαδοχικά θερμά επεισόδια και τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων των δυο χωρών το 1955 και το 1961-63.

Μολονότι η απομάκρυνση του εθνικιστή Νταούντ από την πρωθυπουργία το 1963 οδήγησε σε μια σχετική ύφεση των αφγανικών διεκδικήσεων, το θέμα ξανάρθε στο προσκήνιο ύστερα άπα τη στρατιωτική συντριβή του ’Ισλαμαμπάντ στον Ινδοπακιστανικό πόλεμο του 1971 και την απόσχιση του Ανατολικού Πακιστάν, έκτοτε Μπαγκλαντές.

Ένα δεύτερο «εθνικό θέμα» της εποχής που μας αφορά υπήρξε η συμφωνία της αφγανικής κυβέρνησης με την Τεχεράνη (12.3.1973) για την παραχώρηση ενός μέρους των νερών του ποταμού Χέλμαντ με αντάλλαγμα σε πετρέλαιο. Αντιδημοφιλής ούτως ή άλλως, λόγω τής παραδοσιακής δυσπιστίας των Αφγανών απέναντι στην εκ δυσμών γειτονική μοναρχία, η συμφωνία συνέπεσε επιπλέον με τη μεγάλη ξηρασία τού 1969-72, που κατέστησε το νερό το υπ’ αριθμόν ένα ζωτικό εθνικό αγαθό – και, ως εκ τούτου, το ανέδειξε σε κατεξοχήν σύμβολο «ξεπουλήματος του εθνικού πλούτου» από το καθεστώς.

Παλιές και ξεχασμένες ιστορίες; Ξεχασμένες, ίσως. Σίγουρα, όμως, λιγότερο παλιές και πολύ πιο σχετικές με τις τρέχουσες εξελίξεις απ’ ό,τι τα ιστορικά παραδείγματα που κλήθηκαν να νομιμοποιήσουν την τελευταία πολεμική αναμέτρηση. Από τις σταυροφορίες, δηλαδή, και την «ανάκτηση» της Ανδαλουσίας…

ΕΜΠΙΣΊΈΥΤΙΚΟ
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ: Χόνγχ Κόνγκ, Ισλαμαμπάντ, Μόσχα, Ν. Δελχί, Τεχεράνη
ΑΠΟ: ’Αμερικανική Πρεσβεία Καμπούλ
ΘΕΜΑ: Η ΑΦΓΑΝΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σύνοψη: Μολονότι η αφγανική ‘Αριστερά παραμένει μικρή και πολυδιαοπασμένη, έχει μεγαλώσει σημαντικά με το πέρασμα των χρόνων, ύστερα από τη δημόσια διακήρυξη του Συντάγματος του Αφγανιστάν το 1964. Οι περισσότεροι παρατηρητές δέχονται τη συλλογιστική μιας παρατήρησης που αποδίδεται στον Σαρντάρ Άμπντούλ Βαλί, υπό την έννοια ότι έτσι κι αμολυθούν οι μουλάδες, τότε όλοι οι αριστεροί στη χώρα θα είναι νεκροί μέσα σε 24 ώρες. Ωστόσο, με δεδομένη την τρικυμιώδη ιστορία τούτης της χώρας και τις μνήμες του τι συνέβη εδώ όταν ο όχλος πήρε τα πράγματα στα χέρια του, είναι πολύ αμφίβολο αν ο Αμπντούλ Βαλί ή όποιοδήποτε άλλο μέλος της βασιλικής οικογένειας θά μπορούσε ποτέ να σκεφτεί στα σοβαρά μια τέτοια κίνηση. Προς το παρόν, η Αριστερά αξίζει περισσότερο ως ενόχληση παρά σαν ό,τιδήποτε άλλο.

Οι καλύτερα οργανωμένες ομάδες, παρόλα αυτά, έχουν εκμεταλλευθεί με επιτυχία εθνικιστικά ζητήματα εκ του ασφαλούς (πχ. Παστουνιστάν, αντιιρανικά συναισθήματα) εδώ και κάμποσο καιρό κι έχουν αναπτύξει μια ακολουθία «συνοδοιπόρων» που καταφέρνουν να παραβλέψουν τα υπόλοιπα σχετικά ζητήματα. Έχει σημασία ότι κανένα αριστερό κόμμα ή συσπείρωση δεν καλεί τώρα δημόσια σε επανάσταση, ούτε προσβάλλει άμεσα την ισλαμική θρησκεία (στην πραγματικότητα, πολλοί προβάλλουν ως κράχτη τη θρησκευτική ορθοδοξία τους) ή το πρόσωπο τού Βασιλιά (η αγαπημένη συγκαλυμμένη αναφορά είναι αυτή στις «αντιδραστικές αρχές»).

Οι αριστερές ομάδες στο Αφγανιστάν τείνουν επίσης να είναι έντονα προσωποπαγείς, συγκεντρωμένες γύρω από μεμονωμένους ηγέτες και συχνότερα διασπώμενες στη βάση προσωπικών ανταγωνισμών παρά στη βάση δογματικών διαφωνιών. Στα βασικά ζητήματα, ιδίως εκείνα που απολαμβάνουν μιας ευρείας λαϊκής βάσης υποστήριξης και η εκμετάλλευση των όποιων θα μπορούσε να προκαλέσει αμηχανία στην κυβέρνηση, τα τσεκούρια τού πολέμου θάβονται προσωρινά με αποτέλεσμα διάφορα «ενιαία μέτωπα» «προοδευτικών» στοιχείων. Τέλος τής σύνοψης.

Κάθε εξαντλητική λίστα των κεντρικών πολιτικών σχηματισμών της αφγανικής Αριστερός και της αριθμητικής τους δύναμης υπόκειται πάντοτε σε ένα αναπόφευκτο μειονέκτημα: κατά πάσα πιθανότητα, μόλις γραφτεί, θα είναι ήδη άπαρχαιωμένη. Υπάρχει, ωστόσο, ένας σταθερός πυρήνας οργανώσεων και ατόμων που έχουν επιβιώσει στη δοκιμασία τού χρόνου.

Τούτη η έκθεση περιέχει μια σύντομη περιγραφή κάθε τέτοιας οργάνωσης, τις κυριότερες φυσιογνωμίες που δραστηριοποιούνται σε καθεμιά τους και κάποιες εκτιμήσεις σχετικά με τις μελλοντικές προοπτικές αυτών των ομάδων. Καθολικής και άμεσης σημασίας είναι το θεμελιώδες γεγονός, ότι αυτές οι ομάδες είναι σχετικά καλοοργανωμένες (ενώ δεν υπάρχει ουσιαστικά καμιά οργάνωση με μετριοπαθείς ή δεξιές πολιτικές πεποιθήσεις σε ολόκληρη τη χώρα, εκτός από συνασπισμούς που συγκροτούνται εκ των πραγμάτων από ακτιβιστές μουλάδες, τοπικούς προεστούς χωριών κι επαρχιών και τις συνδυασμένες δυνάμεις της κυβέρνησης και της βασιλικής οικογένειας).

Με τις εκλογές για την Κάτω Βουλή (Wolesi Jirgah) να έχουν προγραμματιστεί για τα τέλη του 1973 και δεδομένες τις τρέχουσες ένδείξεις ότι το νομοσχέδιο για τα πολιτικά κόμματα ενδέχεται να υπογράφει ως νόμος από το βασιλιά (ίσως μετά τις εκλογές), η οργάνωση της Αριστερός θα είναι το κύριο, αν και όχι το αποφασιστικό, σημείο εστιασμού τής αφγανικής πολιτικής στο άμεσο μέλλον.

ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ

1. Parcham (Ή Σημαία)

Η εξέχουσα κι ενδεχομένως καλύτερα οργανωμένη υφίστάμενη αριστερή ομάδα, το Παρτσάμ, αντιπροσωπεύει την πτέρυγα εκείνη του Άφγανικού Κ.Κ. (το όποιο ιδρύθηκε επίσημα το 1965) που είναι νομιμόφρων στην ηγεσία του Μπαμπράκ Καρμάλ (σήμερα βουλευτής της 2* εκλογικής περιφέρειας της Καμπούλ στην Κάτω Βουλή) και του Μίρ Άκμπάρ Χαϊμπάρ (πρώην αξιωματικός της αστυνομίας και τέως εκδότης της κομματικής εφημερίδας Parcham).

Το Παρτσάμ είναι φιλοσοβιετικό κι ακολουθεί τη γραμμή της Μόσχας σε παραδοσιακά ζητήματα (ενάντια στόν κινέζικο ρεβιζιονισμό και το δυτικό ιμπεριαλισμό).

Η άλλη φράξια του αρχικού Α.Κ.Κ., τώρα γνωστή ως Χάλκ (Οί Μάζες), εξακολουθεί να είναι υπό την ηγεσία του Νούρ Μοχάμαντ Ταράκι, που αποσχίστηκε από την ομάδα Μπαμπράκ-Ακμπάρ τό 1967 (βλ. παρακάτω).

Αλλα ηγετικά στελέχη του Παρτσάμ είναι ο Μοχάμα- ντ Σουλαϊμάν Λαγιέκ (πρώην διευθυντής προγράμματος του Ράδιο ’Αφγανιστάν), ο Μοχάμαντ Χασάν Μπαρέκ Σαφιάί (επίσης πρώην υπάλληλος τού Ράδιο ’Αφγανιστάν και κάποτε εκδότης τής εφημερίδας του Α.Κ.Κ.) και η κυρία Άναχίτα Ναχίντα Ρατεμπζαντέχ (τέως βουλευτής της Κάτω Βουλής, που σχεδιάζει να ξανακατέβει στις φετινές εκλογές κι η οποία από καιρό φημολογείται ότι είναι ερωμένη τού Μπαμπράκ).

Ενώ τα παραπάνω άτομα συνιστούν την παλιά φρουρά του Α.Κ.Κ., ένας αριθμός νεότερων ηγετών του Παρτσάμ έχει αναδυθεί τα τελευταία χρόνια (αν και η ανάπτυξη του ίδιου του κόμματος, όπως και όλων των παλιότερων, καθιερωμένων οργανώσεων της Αριστεράς υπήρξε μικρή, αν συγκριθεί με την ανάπτυξη των περισσότερο θορυβωδών, φιλοκινεζικών φραξιών του κινήματος Sholai-Jaweid). Μεταξύ όσων φημολογείται ότι ανέρχονται σταθερά στο Παρτσάμ είναι:

• ο Μοχάμαντ Ναντέρ ο «Νουριστανός», γιος του στρατηγού του βασιλικού στρατού Μοχάμαντ Ισά, πρώην φοιτητής ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Καμπούλ (απ’ ό,τι φαίνεται ήταν στο Πανεπιστήμιο για ένα μικρό διάστημα το 1971).

• ο Μπασίρ Όμερκαΐλ, γιός του βουλευτή της Κάτω Βουλής (επαρχία Λανγκμάν) Άμπντούλ Καρίμ Όμερκαΐλ, αυτή τη στιγμή απασχολούμενος στο Υπουργείο Εμπορίου.

• ο Μέχρ Τσάντ, έμπορος της Καμπούλ (ίνδουιστής) που παραδοσιακά μάζευε τις ψήφους των ινόουιστών για τον Μπαμπράκ.

Από το 1967 το Παρτσάμ ακολουθεί μια κατεξοχήν κοινοβουλευτική πολιτική πορεία. Η ηγεσία του έχει εκμεταλλευτεί με επιδεξιότητα εθνικιστικά ζητήματα, ιδιαίτερα το «Παστουνιστάν», για να βελτιώσει τις δημόσιες σχέσεις του και να αυξήσει τους οπαδούς του.

Μολονότι ο Μπαμπράκ ουδέποτε αντιτάχθηκε ή έστω αγνόησε το ζήτημα του Παστουνιστάν πριν από τον πιο πρόσφατο ίνδοπακιστανικό πόλεμο, ήταν με το ξεκίνημα αυτής της σύρραξης που το Παστουνιστάν έγινε ένα από τα σταθερά θέματά του. Αυτό οδήγησε σε εικασίες ότι η ομάδα του Παρτσάμ πήρε άμεση εντολή από τη Μόσχα να υιοθετήσει αυτή τη γραμμή.

Ο Μπαμπράκ έχει διανύσει πολύ δρόμο από τις πρώτες μέρες του στη Βουλή, – όπου αυτός και άλλοι αριστεροί ξυλοκοπήθηκαν στην αίθουσα της Κάτω Βουλής το 1966’ τώρα είναι ένα μόνιμο, αν όχι αποδεκτό προσάρτημα της αφγανικής πολιτικής σκηνής. Παραμένει εξαιρετικός ομιλητής και αρπάζει κάθε δυνατή ευκαιρία για να αγορεύσει στα πλήθη και να διατηρηθεί στο προσκήνιο (π.χ. κατά τίς πρόσφατες διαδηλώσεις εναντίον της αφγανο-ιρανικής συνθήκης για τα νερά της κοιλάδας Χελμάντ και τον μεγαλοπρεπή αποχαιρετισμό του Άμπντούλ Γκαφούρ Χάν στη Τζαλαλαμπάντ).

Αν ό Μπαμπράκ και κατ’ επέκταση ολόκληρη η ομάδα του Παρτσάμ παρουσιάζουν κάποια αδυναμία στην άμυνά τους, είναι ότι υποφέρουν από τις ευκαιριακές αναφορές σ’ αυτούς σαν το «Βασιλικό Άφγανικό Κ.Κ.» – χαρακτηρισμός πού υπονοεί τά πάντα, από την απλή ανοχή από πλευράς των αρχών μέχρι τό ότι είναι στην πραγματικότητα υπάλληλοι του βασιλιά. Αυτή ή «βασιλική διαπλοκή» δε μπορεί να αγνοηθεί εξ ολοκλήρου κι ένας αριθμός από αξιόπιστες πηγές έχει στο παρελθόν υποδείξει ότι η μοναρχία υποστηρίζει τον Μπαμπράκ, τουλάχιστον ως άτομο, προκειμένου να έχει ένα «πόλο έλξης» για τους αντιφρονούντες.
Μολαταύτα, έχουμε επίσης αναφορές ότι ένας άριθμός άλλων ηγετών του κόμματος λαμβάνουν τακτικά υλική βοήθεια από τη σοβιετική πρεσβεία.

Ο τωρινός αριθμός μελών του Παρτσάμ υπολογίζεται ότι δεν ξεπερνά τις μερικές εκατοντάδες, από τα οποία λιγότερα από 50 συγκροτούν τον σκληρό πυρήνα της ηγεσίας. Δεν υπάρχει κάποια εντοπίσιμη εθνοτική προκατάληψη στο εσωτερικό της οργάνωσης παρότι μεταξύ των στελεχών κυριαρχούν οο Παστούν. Παρά την υιοθέτηση από το κόμμα δημοφιλών ζητημάτων, ο ρυθμός ανάπτυξής του τα ερχόμενα χρόνια δεν θα είναι κατά πάσα πιθανότητα εντυπωσιακός.

Τό Παρτσάμ φαίνεται ότι θεωρείται από τους πολλαπλασιαζόμενους νεαρούς αριστερούς Αφγανούς ως υπερβολικά κατεστημένο, παλιομοδίτικο και όχι επαρκώς επαναστατικό. Η παραδοσιακή ταύτισή του με τη Σοβιετική Ένωση είναι ένα άλλο στοιχείο που περιορίζει τις προοπτικές ανάπτυξής του, τόσο μεταξύ των νέων, όσο και μεταξύ των γηραιότερων δυνητικών προσήλυτων, που γενικά βλέπουν τον από βορρά κολοσσό με υγιή καχυποψία.

2 Halq (Οι Μάζες)

Αυτή η φράξια του Α.Κ.Κ., που χωρίστηκε από τό Παρτσάμ το 1967, εξακολουθεί να βρίσκεται υπό την ηγεσία τού Νούρ Μοχάμανχ Ταράκι. Ο πιο εύγλωττος και συνήθης ομιλητής του Χάλκ είναι ο βουλευτής του Παγκμάν στήν Κάτω Βουλή Χαφιζουλάχ Άμίν, οι δημόσιες παρατηρήσεις του όποιου κατά την τελευταία χρονιά υπήρξαν πραγματικά αντίγραφα με καρμπόν εκείνων του Μπαμπράκ (ή αντιστρόφως).

Η φωνή του Άμίν ακούστηκε περισσότερο έντονα πρόσφατα όσον άφορά την καταγγελία της Συνθήκης για τα νερά του Χέλμαντ σε μια μεγάλη «ενιαιομετωπική» διαδήλωση φέτος τον Μάρτιο, προσέφερε μια λεπτομερειακή, άρθρο προς άρθρο, πολεμική κατά της συνθήκης.

Αλλα ηγετικά στελέχη του Χάλκ περιλαμβάνουν τον Μοχάμαντ Ζιράϊ (ακόμα στη φυλακή για τις δραστηριότητές του κατά τίς έλλογές του 1969) και τον δρ. Σαλέχ Ζιράϊ (για ένα διάστημα σε σύγκρουση με τον Ταράκι για προσωπικά και δογματικά προβλήματα, αλλά ενωμένο ξανά μαζί του από το Δεκέμβριο τού 1970 και μετά).

Το Χάλκ μόνον κατά τα τελευταία λιγοστά χρόνια έχει αρχίσει να δείχνει πραγματικό ενδιαφέρον για την κοινοβουλευτική δραστηριότητα. Αντίθετα με το Παρτσάμ, φαίνεται πως απολαμβάνει έναν αυξανόμενο αριθμό μελών, ιδίως σε κάποιες επαρχιακές πρωτεύουσες (Χεράτ, Μαζάρ-ι-Σαρίφ, Γκαζνί, Γκαρντέζ καί Χόστ). Ό λόγος που αναφέρεται τις περισσότερες φορές ως αιτιολογικός γι’ αυτή την επαρχιακή αύξηση είναι η απόφαση της βασιλικής κυβέρνησης του ’Αφγανιστάν το 1970 να μεταθέσει έναν αριθμό ταραχοποιών δασκάλων, οι περισσότεροι από τούς όποιους έτυχε να είναι μέλη του Χάλκ, στις έπαρχίες, σε μια προσπάθεια να κατευνάσει την όλο και περισσότερο τεταμένη) κατάσταση στην Καμπούλ.

Το τελικό αποτέλεσμα ήταν μάλλον το αντίθετο από αυτό που είχε στις προθέσεις της η κυβέρνηση. Το Χάλκ είναι κατεξοχήν ορατό σε ευλαβικά τηρούμενες αριστερές γιορτές, όπως η 3η Άγκράμπ (εις μνήμην της «σφαγής» των φοιτητών τού Πανεπιστημίου της Καμπούλ το 1965).

Έχουμε λάβει αναφορές ότι το Χάλκ είναι πολύ ενεργό ανάμεσα στις εθνικές μειονότητες των Τουρκομάνων, των Ούζμπέκων και του Πανσίρ – αν και προς το παρόν δεν είναι διαθέσιμη καμιά ειδικότερη εκτίμηση της δύναμής του μεταξύ αυτών των ομάδων.

Η αριθμητική δύναμη της οργάνωσης είναι σήμερα μερικές εκατοντάδες περίπου, η ανάπτυξή της, όμως, έχει κατά πάσα πιθανότητα αρχίσει να επιβραδύνεται. Ακόμη και οι πιο μετριοπαθείς και παντοιοτρόπως αθώες επιδείξεις δύναμης από μέρους του Χάλκ στις επαρχίες έχουν παράξει ισχυρή αντίδραση από μέρους των συντριπτικά ανώτερων συντηρητικών δυνάμεων πού κυριαρχούν στο ’Αφγανιστάν. Ύστερα λ.χ. aπό τον περσινό γιορτασμό της 3* Άγκράμ, η Καμπούλ βούιζε από φήμες για όχλους που καθοδηγούνταν από μουλάδες κι επιδίδονταν σε λιντσαρίσματα στις επαρχίες και για περιπτώσεις όπου οι τοπικές αρχές επενέβησαν – αν και με διακριτικότητα – για να σώσουν τις ζωές νεαρών οπαδών του Χάλκ που είχαν στριμωχτεί από πλήθη.

3 Sholai-Jaweid (Ή αιώνια φλόγα)

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι, τουλάχιστον θεωρητικά, το Sholai-Jaweid υπάρχει από τα τέλη της δεκαετίας του 40, όταν ο ιδρυτής του, ο μακαρίτης δρ. Άμπντούλ Ραχμάν Μαχμούντι, βρέθηκε για πρώτη φορά στη φυλακή γιατί επιτέθηκε στον βασιλιά σε κάποια ομιλία του. Στα πρώτα της βήματα, η ομάδα που σήμερα είναι γνωστή ως Sholai-Jaweid ήταν στην πραγματικότητα σε μεγάλο βαθμό μια οικογενειακή οργάνωση των Μαχμούντι. Επί του παρόντος, ωστόσο, η οργάνωση διαιρείται σε τέσσερεις φράξιες: Α) μια της όποιας ηγείται ακόμη η οικογένεια Μαχμού- ντι (Μοχάμαντ Ραχίμ Μαχμούντι, αδερφός του Άμπντούλ Ραχμάν Χαντί Μαχμούντι, γιός της αδερφής του Άμπντούλ Ραχμάν Άμπντουλάχ Μαχμούντι, γιός τού Χαντί· Άτάϊ Μαχμούντι, γαμπρός τού Άμπντούλ Ραχμάν.

Β) μια άλλη, νομιμόφρονα στον τέως καθηγητή μηχανικής στο Πανεπιστήμιο της Καμπούλ, Μοχάμαντ Όσμάν Ααντάου (αν κι ετοιμοθάνατη, καθώς ό Όσμάν είναι ακόμα στη φυλακή)·

Γ) μια τρίτη, γνωστή σαν Jaghori, αποτελούμενη σχεδόν «αποκλειστικά από Χαζάρους, πολύ ενεργή στην πανεπιστημιούπολη και κάτω από την ηγεσία ενός Σιντίκ ’Αλί Γιάρι (πρώην καθηγητής στη Σχολή Ιατρικής του Πανεπιστημίου της Καμπούλ) και

Δ) μια τέταρτη ομάδα, η οποία αντιπροσωπεύει τους προσωπικούς οπαδούς του Άγίν ’Αλί Μπινιάντ (τέως καθηγητής φυσιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Καμπούλ, Χάζαρος από την Καμπούλ που ξεκίνησε την πολιτική του ζωή ως μέλος του Παρτσάμ).

Όλες οι φράξιες μοιράζονται έναν φιλοκινέζικο ριζοσπαστισμό διαφόρων αποχρώσεων, μια απέχθεια για την κοινοβουλευτική δραστηριότητα (καθετί πού μυρίζει «σοσιαλδημοκρατικό» ρεβιζιονισμό ξεσηκώνει αυτή την ιδιάζουσα οργή που επιφυλάσσεται στους προδότες, σε αντιδιαστολή προς τους ταξικούς εχθρούς), μια προθυμία για αιματοχυσία σε κατάλληλες περιστάσεις και μεγάλη γοητεία στους πολλαπλασιαζόμενους ριζοσπάστες νέους.

Η Sholai έχει καταβίάλει αποφασιστική προσπάθεια για να προσελκύσει μέλη της σιϊτικής θρησκευτικής μειονότητας του Αφγανιστάν και απ’ ό,τι φαίνεται είχε κάποια επιτυχία με τα μαχητικότερα στοιχεία της.

Η Sholai, στο σύνολό της, είναι επίσης η μοναδική αριστερή οργάνωση της χώρας που έχει εγκρίνει την τρομοκρατία ως αποδεκτή πολιτική τακτική και φαίνεται πιθανό κάποια στοιχεία της να θέσουν όντως αυτή τη θεωρία σε εφαρμογή.

Σχεδόν σε κάθε διαδήλωση η Sholai-Jaweid είναι αναμενόμενο να παρατάξει μεγάλο αριθμό αγωνιστών, ιδίως γυναικών (πιθανόν ή μοναδική αριστερή οργάνωση που έχει μεγάλο αριθμό γυναικείων μελών και τον εκμεταλλεύεται πλήρως).

Στο Πανεπιστήμιο μια δεσποινίς Καουκάμπα Άνουάρι είναι αυτή τη στιγμή η πιο επιφανής οργανώτρια της Sholai* υπήρξε ενεργή σε κάθε μεγάλη διαδήλωση από την έναρξη των φοιτητικών προβλημάτων του 1971-72. Μολονότι είναι ακόμη δύσκολο να ξεχωρίσουμε τη μόδα από τη στράτευση, η δύναμη της Sholai-Jaweid (όλων των φραξιών) φαίνεται να αυξάνεται σταθερά στα γυμνάσια, τις επαρχίες και το Πανεπιστήμιο. Αυτή η οργάνωση έχει επιμελώς καλλιεργήσει τις σχέσεις της με τη μειονότητα εκείνη που υφίσταται εις βάρος της τις περισσότερες διακρίσεις, τους Χαζάρους. Η υποστήριξη προς τη Sholai στην Καμπούλ είναι μεγαλύτερη στη συνοικία Τσαντεουάλ, όπου κυριαρχούν εθνοτικά οι Χάζαροι και θρησκευτικά οι σιΐτες μουσουλμάνοι. Ένας από τους ισχυρότερους ηγέτες της οργάνωσης στην πρωτεύουσα είναι ο βουλευτής της Κάτω Βουλής Μοχάμαντ Γιουοούφ Μπινές, μουλάς και σύμφωνα με πληροφορίες ηγέτης της σιϊτικής μειονότητας της Καμπούλ.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι αριθμοί για τα μέλη της Sholai, ο κύριος όγκος των όποιων είναι πιθανόν πολύ νεαροί οπαδοί. Απ’ όλες τις αριστερές ομάδες, η Sholai-Jaweid έχει πιθανότατα τη μεγαλύτερη δυνατότητα αύξησης εξαιτίας της αυξανόμενης φήμης της για τον ριζοσπαστισμό της, τον νεανικό της χαρακτήρα, την ταύτισή της με καταπιεσμένες μειονότητες και τη συμβολή της σε «μάρτυρες» προς την υπόθεση (μολονότι ακριβή νούμερα δεν είναι διαθέσιμα, η Sholai φαίνεται πως έχει δεχτεί τον κύριο όγκο των αντιποίνων από συντηρητικούς ζηλωτές – ιδίως τους μαχαιροβγάλτες, μέλη των μουσουλμανικών οργανώσεων νεολαίας).

ΜΙΚΡΟΤΕΡΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ

Setam-i-Melli (Καταπιεσμένο Έθνος)

Ύστερα από την εμφάνισή της το 1970 (βλ. την αναφορά Α-116 της 11.11.1970 από Καμπούλ), αυτή η ομάδα φαίνεται να έπεσε πάνω σε δύσκολες μέρες. Ενας από τους δυο βασικούς ηγέτες της, ο Ταχέρ Μπανταξί (Τατζίκος), βρίσκεται σύμφωνα με πληροφορίες στη φυλακή τον τελευταίο ενάμιση χρόνο· ο άλλος, ένας πρώην φοιτητής θεολογίας γνωστός μονάχα ως Μπάες, έχει χαθεί από προσώπου γης.

Ή αρχική γοητεία του Σετάμ φαίνεται ότι υπήρξε άμεση όσον αφορά τις πέραν των Παστούν μειονότητες και τα μέλη του αρχικά ήταν κατά κύριο λόγο πρώην μέλη τής Sholai-Jaweid και τού Χάλκ. Φαίνεται ότι τα περισσότερα μέλη του γύρισαν ξανά πίσω σ’ αυτές τις δυο οργανώσεις, αν και ευκαιριακές αναφορές στον αριστερό Τύπο αναφέρουν το Σετάμ ως ομάδα ακόμα βιώσιμη.

Έχει κάποιο ενδιαφέρον το γεγονός ότι το Σετάμ δεν εμφανίστηκε ανάμεσα στους διαδηλωτές του «ενιαίου μετώπου» ενάντια στη Συνθήκη του Χέλμαντ, το Μάρτιο του 1973, όταν σχεδόν κάθε αριστερή οργάνωση με αρκετά μέλη ώστε να κρατήσουν ένα πανώ βγήκε στούς δρόμους μέ όλες της τίς δυνάμεις.

Sada-i-Awam (Ή φωνή) των μαζών)

Μικρή, αναποτελεσματική, μολονότι πάντοτε έτοιμη να μοιραστεί το βήμα με το Παρτσάμ ή το Χάλκ, ή Sada-i-Awam είναι στην πραγματικότητα οι προσωπικοί οπαδοί της κυρίας Μασούμ Έσμάτι και του αδερφού της, Ζαμπιουλάχ Έομάτι. Όπως και άλλοι στην ‘Αριστερά είναι άγριοι εθνικιστές. Η Σάντα ουδέποτε πήρε πραγματικά θέση στη διαμάχη Πεκίνου-Μόσχας, η δε αριστερή πολιτική και τα αριστερά διαπιστευτήριά της είναι σχεδόν τόσο αμυδρά, όσο άναρθροι είναι οι δημόσιοι ρήτορές της.

Tolam-Pal Woleswak (Άφγανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα)

Αρτι συνταχθείσα (Μάρτιος 1973), αυτή η ομάδα δεν έχει προλάβει παρά να βγάλει την ιδρυτική διακήρυξή της. Η ηγεσία της είναι στην πραγματικότητα αυτή της οργάνωσης ο Afghan Mellaf ο Κουντρατουλάχ Χαντάντ, ο Γιουσούφ Φαρχάντ και ο πρώην υπουργός οικονομικών Ραχιμζάϊ (αυτός ο τελευταίος ακόμη στη φυλακή) είναι οι οργανωτές.

Ανάμεσα στις διακηρυγμένες αρχές τού ΑΣΔΚ είναι: α) τα συνήθη φλου μπουμπουνητά κατά του ιμπεριαλισμού, της γραφειοκρατίας, της διαφθοράς και των αντιδραστικών αρχών, β) η αυξημένη υποστήριξη για την τώρα «παραμελημένη» (sic) υπόθεση τού μείζονος Παστουνιστάν, γ) η μεγαλύτερη υποστήριξη του Δημοσίου για τη μελέτη και την προώθηση της γλώσσας παστούν και δ) η διατήρηση του Ισλάμ, ειδικά του χαναφίτικου δόγματος, σε συμμόρφωση προς το Σύνταγμα ως επίσημης θρησκείας.

Το ΑΣΔΚ θα υποστεί στενή παρακολούθηση, ιδίως αφού η εμφάνισή του καλωσορίστηκε σε διάφορους βαθμούς από τον λυσσαλέο Τύπο των Παστούν και καθώς διακήρυξε ανοικτά ότι συνιστά πολιτικό κόμμα.

Afghan Mellat (Το άφγανιχό έθνος)

Μικρή ομάδα, αλλά με μεγάλη επιρροή ανάμεσα στους υπερπατριώτες Παστούν, συγκεντρωμένη γύρω από την ομώνυμη εφημερίδα. Η αριστερή φύση αυτής της ομάδας συμπυκνώνεται κυρίως σε διεθνή ζητήματα λ.χ. υποστήριξη στην παλαιστινιακή υπόθεση, αντιδυτικός αντιιμπεριαλιαμός, υπερβολική Ίρανοφοβία, αγριεμένη υποστήριξη για το Παστουνιστάν.

Mossawat (Ισότητα)

Η ομάδα του τέως πρωθυπουργού Μοχάμαντ Χασέμ Μαϊουαντουάλ είναι ακόμα ενεργή, αν και κάπως περιορισμένη, και αριθμητικά, και από άποψη επιρροής ύστερα από την αποχώρηση από τις τάξεις της στα μέσα τού 1972 ενός αριθμού αξιόλογων υποστηρικτών, υπό την ηγεσία του βουλευτή της Κάτω Βουλής, Αμπντούλ Ραούφ Μπενέουα (βλ. τήν άναφορά Α-80 τής 5.7.1972 από Καμπούλ). ’

Αναμφίβολα μετριοπαθέστερη από όλες τις αριστερές οργανώσεις, η Mossawat έχει ταυτόχρονα τα υψηλότερα διαπιστευτήρια διανόησης και τη μικρότερη μαζικότητα. Τους τελευταίους μήνες ο Μαϊουανταουάλ προσπάθησε να αυξήσει τη γοητεία του πάνω στους δυνητικούς αριστερούς υποστηρικτές του με μια σειρά τεχνάσματα (στα όποια συμπεριλαμβάνονται η κεφάτη συμπαράταξη με τις δυνάμεις εναντίον της συνθήκης Χέλμαντ και η έκδοση κάποιων έντονα αντιαμερικανικών ανακοινώσεων την εποχή της ειρηνευτικής συμφωνίας για το Βιετνάμ). Υπολογίζει επίσης να κατέβει υποψήφιος βουλευτής στις ερχόμενες εκλογές.

ΣΧΟΛΙΟ: Οι αφγανικές αριστερές οργανώσεις αφιερώνουν περίπου τον ίδιο χρόνο σε άλληλοκτόνες συγκρούσεις, όσο και στην, υποτίθεται πολύ σημαντικότερη, πάλη τους με τούς ταξικούς εχθρούς. Όσον αφορά τη βιαιότερη πτυχή των πραγμάτων, έχουν από μόνες τους καταφέρει περισσότερα απ’ ό,τι όλες οι μουσουλμανικές νεολαίες, οι μουλάδες και οι άλλες «αντιδραστικές δυνάμεις» μαζί.

Παραμένουν μικρές αριθμητικά, σημαντικές όμως όσον άφορά τούς κινδύνους που θέτουν για το αφγανικό κατεστημένο, έστω και μόνο εξαιτίας της οργάνωσής τους. Σέ ένα περιβάλλον πού θα επιτρέπει τα πολιτικά κόμματα (κάτι το όποιο θα συμβεί πριν από το τέλος τού 1973), η Αριστερά θα διέθετε προς το παρόν ένα τρομακτικό πλεονέκτημα γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. Η πραγματική άπτιλή από μέρους της για το τωρινό καθεστώς, ωστόσο, είναι ενδεχομένως ελάχιστη – όσες φασαρίες κι αν προκαλέσουν αρχικά στις ήδη χαοτικές αίθουσες τού Κοινοβουλίου. Το «δημοκρατικό πείραμα» του Αφγανιστάν παραμένει ακόμα πείραμα και οι έλεγχοι οπάνω σ’ αυτό το πείραμα παραμένουν συντριπτικά μεγαλύτεροι απ’ ό,τι ακόμη και ο πιο αισιόδοξος εκπρόσωπος τής Αριστερός θα φρόντιζε να παραδεχτεί.

Πηγή: Περιοδικό “Ο Πολίτης” Μάρτης 2002 τεύχος 98 Τάσος Κωστόπουλος

      

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *