Η δημοσιογραφία δεν είναι ένα επάγγελμα σαν όλα τα άλλα. Δεν πρόκειται για μια απλή μισθωτή εργασία που περιορίζεται στη μετάδοση πληροφοριών. Γι’ αυτό και τα ΜΜΕ χαρακτηρίστηκαν ιστορικά ως «τέταρτη εξουσία». Γιατί δεν εμπορεύονται μόνο ειδήσεις· διαμορφώνουν συνειδήσεις, κατασκευάζουν κοινωνικά αντανακλαστικά, καθορίζουν την πολιτική ατζέντα και πολλές φορές αναδεικνύουν ή εξαφανίζουν ολόκληρες πολιτικές πραγματικότητες.
Από τα πρώτα χρόνια του ελληνικού αστικού κράτους, η δύναμη του Τύπου ήταν απολύτως κατανοητή από το πολιτικό προσωπικό. Δεν είναι τυχαίο ότι επί Χαρίλαου Τρικούπη βουλευτής φέρεται να είπε στον πρωθυπουργό: «Κάνε με υπουργό, αλλιώς βγάζω εφημερίδα». Η φράση αυτή δεν ήταν υπερβολή. Ήταν η πιο καθαρή περιγραφή της πολιτικής ισχύος που είχε — και εξακολουθεί να έχει — το μέσο ενημέρωσης.
Η εφημερίδα δεν ήταν ποτέ ουδέτερο εργαλείο ενημέρωσης. Ήταν όπλο εξουσίας. Και παραμένει.
Ο Χρήστος Λαμπράκης το είχε παραδεχτεί με σχεδόν κυνική ειλικρίνεια το 2012: «Δεν υπάρχουν εφημερίδες — και γενικά ΜΜΕ θα συμπληρώναμε εμείς — που να εκδίδονται για να εκφράζουν απόψεις διαφορετικές από εκείνες του ιδιοκτήτη τους ή να υπηρετούν αλλότρια συμφέροντα».
Αυτή είναι η πραγματική φύση των αστικών ΜΜΕ.
Και βέβαια, το σύστημα δεν λειτουργεί χοντροκομμένα. Δεν χρειάζεται το αφεντικό να παίρνει καθημερινά τηλέφωνο για να δίνει γραμμή. Η χειραγώγηση γίνεται πολύ πιο αποτελεσματικά: μέσα από την εσωτερίκευση των ορίων.
Ο Βασίλης Ραφαηλίδης το είχε περιγράψει με απόλυτη ακρίβεια: «Όταν εργάζεσαι σαν δημοσιογράφος στα αστικά ΜΜΕ δεν χρειάζεται το αφεντικό σου να σου υποβάλλει το πώς θα προσεγγίσεις ένα θέμα. Το ότι σιτίζεσαι από το ταμείο του εργοδότη σου είναι μια κατάσταση που σου δημιουργεί έντονα το αίσθημα της αυτολογοκρισίας».
Ο μισθός, η θέση, η καριέρα, οι υποχρεώσεις, η ανάγκη επιβίωσης μετατρέπονται σε αόρατους μηχανισμούς πειθάρχησης. Ο δημοσιογράφος μαθαίνει γρήγορα μέχρι πού μπορεί να φτάσει και πού αρχίζουν οι «απαγορευμένες ζώνες».
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη, εξίσου σημαντικό και πιο ύπουλο:
Πολλοί ιδιοκτήτες ΜΜΕ επιτρέπουν σκόπιμα ορισμένες ελεγχόμενες διαφοροποιήσεις μέσα στα μέσα τους. Επιτρέπουν σε κάποιους δημοσιογράφους να εμφανίζονται πιο «ανεξάρτητοι», πιο «αιρετικοί» ή ακόμη και «αντισυστημικοί» σε επιμέρους ζητήματα, ώστε να καλλιεργείται η εντύπωση ότι το μέσο διαθέτει πολυφωνία και δημοκρατική ανοχή.
Είναι η απαραίτητη βιτρίνα του πλουραλισμού.
Μπορεί δηλαδή ο δημοσιογράφος να κάνει σωστές επισημάνσεις για το καπιταλιστικό σύστημα, να στηλιτεύει εύστοχα το ντόπιο υπηρετικό πολιτικό προσωπικό των αστών κλπ. Σ’ όλα αυτά όμως απαραίτητη προϋπόθεση η αυτολογοκρισία για την οποία μιλούσαμε παραπάνω και η θρησκευτική προσήλωση στον κοινοβουλευτικό κρετινισμό. Μερικές «διαφωνίες» επιτρέπονται, αρκεί να μην αμφισβητείται ο πυρήνας της κυρίαρχης γραμμής και — κυρίως — τα στρατηγικά συμφέροντα του ιδιοκτήτη και της τάξης που υπηρετεί. Εχουμε αναφερθεί με παραδείγματα σ’ αυτό, σε περασμένη ανάρτησή μας.
Έτσι δημιουργείται η ψευδαίσθηση της αντικειμενικότητας.
Ο θεατής-ακροατής βλέπει μικρές διαφοροποιήσεις, κάποιες εσωτερικές αντιπαραθέσεις, λίγες «αιρετικές» φωνές και πιστεύει ότι παρακολουθεί ένα πραγματικά πλουραλιστικό μέσο. Στην πραγματικότητα όμως βρίσκεται μέσα σε ένα αυστηρά οριοθετημένο πεδίο, όπου όλες οι «διαφορετικές απόψεις» κινούνται εντός ασφαλών συστημικών πλαισίων.
Αυτή είναι η πιο εξελιγμένη μορφή χειραγώγησης: όχι η ωμή φίμωση, αλλά η ελεγχόμενη πολυφωνία.
Γι’ αυτό, όταν παρακολουθούμε τα ΜΜΕ, δεν πρέπει να στεκόμαστε μόνο στο τι λέγεται. Πρέπει να προσέχουμε κυρίως τι δεν λέγεται, ποια θέματα θάβονται, ποια συμφέροντα προστατεύονται και μέχρι πού επιτρέπεται να φτάσει η «διαφωνία».
Γιατί τελικά η περίφημη «τέταρτη εξουσία» δεν λειτουργεί ως μηχανισμός ελέγχου της εξουσίας. Λειτουργεί ως μηχανισμός αναπαραγωγής της.



0 Comments