Σαν σήμερα, 15/04/1920, οι Σάκο και Βαντσέτι «φορτώνονται» με την κατηγορία φόνου

«Δεν θα ευχόμουν ποτέ σ’ ένα σκυλί, δεν θα ευχόμουν ποτέ σε ένα φίδι, δεν θα ευχόμουν ποτέ στο πιο χαμερπές και δυστυχισμένο πλάσμα της γης, να περάσει όσα υπέφερα εγώ, για πράγματα για τα οποία δεν είμαι ένοχος. Αλλά έχω πειστεί πως είμαι ένοχος για όλα όσα υποφέρω. Υποφέρω γιατί είμαι ριζοσπάστης και, αλήθεια, είμαι ριζοσπάστης. Υποφέρω γιατί είμαι Ιταλός και, αλήθεια, είμαι Ιταλός. Υποφέρω περισσότερο απ’ όλα για την οικογένειά μου και την αγαπημένη μου, παρά για τον εαυτό μου. Αλλά είμαι τόσο σίγουρος πως έχω το δίκιο με το μέρος μου, ώστε αν μπορούσατε να με εκτελέσετε δυο φορές, και αν μπορούσα να ξαναγεννηθώ ακόμα δύο, θα ζούσα την ίδια ζωή και θα έκανα ότι έχω ήδη κάνει».
-Bartolomeo Vanzetti

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στις 15 Απριλίου του 1920, δυο άντρες ληστεύουν και δολοφονούν τον ταμία και έναν φρουρό του εργοστασίου κατασκευής παπουτσιών Slatter and Morrill, αποσπώντας $15.776.

Τρεις εβδομάδες αργότερα οι ιταλοί μετανάστες και διακεκριμένοι αναρχικοί Nicola Sacco και Bartolomeo Vanzetti, κατηγορούνται και συλλαμβάνονται για το έγκλημα, παρά τις σχεδόν ανύπαρκτες αποδείξεις εναντίον τους. Μετά από μια δίκη επτά εβδομάδων, οι Sacco και Vanzetti κρίνονται ένοχοι, με περιστασιακές ενδείξεις, για φόνο και καταδικάζονται σε θάνατο. Επτά χρόνια αργότερα, μετά από πολυπληθείς εφέσεις και την τεράστια δημόσια κατακραυγή, εκτελούνται αμφότεροι για τα «εγκλήματά τους».

Η διαμάχη για την ενοχή τους συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ήταν δυνατόν οι δυο άντρες, μετανάστες ιταλικής καταγωγής, να έχουν μια δίκαιη δίκη, στην Αμερική του 1920, με το αρνητικό της κλίμα κατά των μεταναστών; Η Κόκκινη Απειλή, με την οποία η μεταπολεμική κυβέρνηση των Η.Π.Α. προσπαθούσε να αντιταχθεί στο κύμα απεργιών που σάρωνε τη χώρα, η σκληρή προπαγάνδα εναντίων των μεταναστών και των ριζοσπαστικών οργανώσεων, καθώς και η Επιδρομές Πάλμερ (λυσσαλέες επιθέσεις κατά ριζοσπαστών μεταναστών), συνηγορούν ότι οι λόγοι της εκτέλεσής τους ήταν αποκλειστικά πολιτικοί και κοινωνικοί. Η εκτέλεση των Sacco και Vanzetti δεν είναι άλλο από μια εν ψυχρώ πολιτική δολοφονία.

Καθώς η Αμερική εισέρχεται στη δεκαετία του 1920, η εχθρικότητα προς τους μετανάστες ανέρχεται σε πρωτοφανή επίπεδα. Η Μπολσεβίκικη Επανάσταση του 1917 έφερε στο προσκήνιο τον κομμουνιστικό κίνδυνο και οδήγησε τον Γενικό Εισαγγελέα Alexander Michel Palmer να επιβάλει τις πρακτικές του κατά της Κόκκινης Απειλής, που περιελάμβαναν παραβιάσεις των πολιτικών ελευθεριών και δικαιωμάτων και μελάνωναν την εικόνα των μεταναστών. Στο παράρτημα, στο τέλος του άρθρου, μπορείτε να βρείτε γελοιογραφίες από τις εφημερίδες της εποχής που προπαγανδίζουν αυτές τις θέσεις.

Τα προβλήματα της μεταπολεμικής Αμερικής, τα οποία οφείλονταν σε ψυχολογική, οικονομική και ηγετική ύφεση, συνδυασμένα με τον υπαρκτό φόβο από τη μετανάστευση και την απειλή της αταξίας και του πλουραλισμού στην αμερικανική κοινωνία, οδηγούν στο να καταστήσουν τους ευρωπαίους μετανάστες αποδιοπομπαίους τράγους. Το αποτέλεσμα αυτό έγινε αισθητό, με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο, κυρίως στους ξένους ριζοσπάστες, αναρχικούς και κομμουνιστές. Οι Nicola Sacco και Bartolomeo Vanzetti, αμφότεροι μετανάστες και αναρχικοί, ένοιωσαν στο πετσί τους την έκφραση της αμερικανικής προκατάληψης και βίας αυτής της περιόδου.

Το κοινωνικό πλαίσιο, η συνάντηση, η κατηγορίες και ο αγώνας

Μπαίνοντας η Αμερική στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αρχίζει και η προπαγάνδα των αναρχικών εναντίον του. Συμβουλεύουν τους εργάτες να μην στρατευθούν. Την εποχή εκείνη η μόνη φωνή κατά του πολέμου είναι αυτή των αναρχικών και του I.W.W. (της παγκόσμιας ομοσπονδίας βιομηχανικών εργατών, γνωστών με το όνομα «woobblies»).

Το 1919 η Αμερική, παραβιάζοντας τη συνθήκη ειρήνης διώχνει τους εμμιγκρέδες, όπως την Emma Goldmann. Ολόκληρη η χρονιά αυτή είναι μια χρονιά βίας. Δθο μέρες πριν την επιστροφή του Προέδρου Wilson από το Παρίσι, όπου βρίσκονταν στη συνδιάσκεψη για την ειρήνη, δυο μέλη μιας αναρχικής ισπανικής ομάδας, του «Grupo pro Pensa», κατηγορούνται και συλλαμβάνονται στη Φιλαδέλφεια ως επίδοξοι δολοφόνοι του Προέδρου. Λίγο καιρό αργότερα ο δήμαρχος του Seatle, ο οποίος μαχόταν σθεναρά τον «κόκκινο κίνδυνο», λαμβάνει με το ταχυδρομείο μια βόμβα. Την επομένη ο Thomas Hardwick, πρώην πρόεδρος της επιτροπής μετανάστευσης, λαμβάνει ένα παρόμοιο δώρο. Συνολικά παραδόθηκαν 37 τέτοια πακέτα σε διάφορους παραλήπτες, μεταξύ των οποίων ο Olivier Wfendell Ilolmes, πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ και ο γενικός Εισαγγελέας Palmer.

Η 1η Μαΐου ήταν ιδιαίτερα βίαιη: οδομαχίες, τεράστιες συγκεντρώσεις, δολοφονημένοι διαδηλωτές κ.λ.π. Όλα αυτά ενισχύουν την αμερικανική τρομοκρατία. Ο Luigi Galleani, μια προσωπικότητα που έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης στο χώρο των αναρχικών, καταδικάζεται σε απέλαση για τη δημοσίευση του περίφημου Cronaco Soversica. Λίγο μετά, ακολουθούν εκρήξεις βομβών σε αρκετές μεγάλες πόλεις. Το κλίμα της βίας και της τρομοκρατίας που καλλιεργούν οι αρχές, καθώς και τα προβοκατόρικα στοιχεία, προκαλούν την αγανάκτηση του αμερικανικού λαού.

Αμφότεροι οι Sacco και Vanzetti ήταν αφοσιωμένοι αναρχικοί, με ενεργή συμμετοχή στους εργατικούς αγώνες. Το 1916, τον ίδιο χρόνο που ο Sacco συνελήφθη για τη συμμετοχή του στην εργατική συγκέντρωση στη Minnesota, έλαβε μέρος και σε μιαν απεργία ενός εργοστασίου στο Plymouth. Εκεί συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον Bartolomeo Vanzetti, ο οποίος ήταν ένας από τους βασικούς διοργανωτές της συγκεκριμένης απεργίας. Όπως οι περισσότεροι αναρχικοί, και οι δύο άνδρες είχαν εναντιωθεί στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η απίστευτη φτώχεια στα μεταπολεμικά χρόνια, είχε ως αποτέλεσμα τη δυσαρέσκεια πολλών εργατών με την κρατούσα κατάσταση. Οι αρχές είχαν τρομοκρατηθεί ότι οι αμερικανοί εργάτες θα ακολουθούσαν το παράδειγμα της πρόσφατης ρωσικής επανάστασης, και έκαναν οτιδήποτε περνούσε από το χέρι της ώστε να σκιαγραφήσουν τον κομμουνισμό και τον αναρχισμό ως «μη αμερικανικές πρακτικές» και να εκφοβίσουν τους εργάτες ώστε να κρατηθούν μακριά από την «κόκκινη προπαγάνδα».

Τον Απρίλιο του 1920, ο αναρχικός Andrea Salsedo συνελήφθη και κρατήθηκε για οκτώ εβδομάδες. Το πρωί της 3ης Μαΐου, «έπεσε» από ένα παράθυρο του 14ου ορόφου του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Νέας Υόρκης. Οι Sacco και Vanzetti, μαζί με άλλους συντρόφους τους, συγκάλεσαν αμέσως μια δημόσια συνάντηση στη Βοστώνη για να διαμαρτυρηθούν για το γεγονός. Ενώ καλούσαν τον κόσμο να υποστηρίξει τη διαμαρτυρία τους, συνελήφθησαν για «επικίνδυνες ριζοσπαστικές δραστηριότητες». Λίγες μέρες αργότερα βρέθηκαν κατηγορούμενοι για ληστεία και φόνο.

Η υπόθεση έφτασε σε δίκη τον Ιούνιο του 1921 και διήρκεσε επτά εβδομάδες. Τα επιχειρήματα εναντίον του ήταν σχεδόν ανύπαρκτα. Δώδεκα από τους πελάτες του Vanzetti κατέθεσαν ότι την ώρα που γινόταν η ληστεία και οι φόνοι, ο ίδιος τους παρέδιδε ψάρια. Ένας υπάλληλος του ιταλικού προξενείου της Βοστώνης κατέθεσε ότι ο Sacco την ώρα εκείνη βρισκόταν στο γραφείο του για ένα ζήτημα με το διαβατήριό του. Επιπλέον, υπήρξε και αυτόπτης μάρτυρας στη ληστεία και τους φόνους, ο οποίος κατέθεσε πως ούτε ο Sacco, ούτε ο Vanzetti είχαν καμία σχέση με αυτή.

Πρόεδρος της έδρας στην υπόθεσή τους ήταν ο δικαστής Webster Thayer, ο οποίος δήλωσε για τον Vanzetti: «Αυτός ο άνδρας, αν και μπορεί να μην έχει διαπράξει το έγκλημα που του αποδίδουν, είναι εντούτοις ηθικός αυτουργός, γιατί είναι εχθρός των υπαρχόντων θεσμών μας». Ο πρόεδρος των ενόρκων, ένας συνταξιούχος αστυνομικός, απάντησε σε έναν φίλο του, ο οποίος του είπε ότι, κατά τη γνώμη του, οι Sacco και Vanzetti ήταν αθώοι: «Να είναι καταραμένοι. Τους χρειάζεται να κρεμαστούν, όπως και νάχει». Μετά την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης που έστελνε τους Sacco και Vanzetti στο θάνατο, ο δικαστής υπερηφανεύτηκε σε έναν φίλο του: «Είδες τι έκανα σε αυτούς τους αναρχικούς μπάσταρδους τις προάλλες;».

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για το γεγονός ότι οι Sacco και Vanzetti δικάστηκαν για τα πολιτικά τους πιστεύω και ότι η δικαστική απόφαση ήταν καθαρά ταξική: έστελνε ένα ξεκάθαρο μήνυμα στην εργατική τάξη των ΗΠΑ: μείνετε μακριά από τις ιδεολογίες του κομμουνισμού και της αναρχίας, διαφορετικά θα αντιμετωπίσετε τις συνέπειες.

Οι Sacco και Vanzetti πέρασαν τα επόμενα έξι χρόνια στη φυλακή, ενώ οι εφέσεις τους απορρίπτονταν η μία μετά την άλλη. Όλο αυτό το διάστημα οι κινητοποιήσεις σε Αμερική και Ευρώπη, προκειμένου να ματαιώσουν την εκτέλεσή τους, ήταν μεγάλες, χωρίς όμως να φέρουν το πολυπόθητο αποτέλεσμα.




Το νέο της εκτέλεσής τους έκανε το γύρο του κόσμου και έβγαλε στους δρόμους πλήθος διαδηλωτών. Η αμερικανική πρεσβεία στο Παρίσι χρειάστηκε να περικυκλωθεί από ερπυστριοφόρα οχήματα, προκειμένου να προστατευτεί από το εξαγριωμένο πλήθος των διαδηλωτών, στο Λονδίνο η λαϊκή εξέγερση κατέληξε με 40 τραυματείς, το αμερικανικό προξενείο στη .Γενεύη περικυκλώθηκε από ένα πλήθος 5000 μαχητικών ανθρώπων, ενώ τεράστια πλήθη, με μαύρα περιβραχιόνια, πραγματοποίησαν πορείες στους δρόμους της Νέας Υόρκης και της Βοστώνης.

Λίγο πριν την εκτέλεσή του ο Vanzetti είπε: «η τελευταία στιγμή μας ανήκει. Αυτή η αγωνία είναι ο θρίαμβός μας».

Αναδημοσίευση από eglima.wordpress.com (πρώτο και δεύτερο μέρος)

Στο tvxs.gr υπάρχει και η ταινία που γυρίστηκε σχετικά με τη δίκη των Σάκο και Βαντσέτι, και μπορείτε να τη δείτε ιντερνετικά:

Saccο e Vanzetti by tvxorissinora

Μία απάντηση στο “Σαν σήμερα, 15/04/1920, οι Σάκο και Βαντσέτι «φορτώνονται» με την κατηγορία φόνου”

  1. […] Galleani, περί αναγκαιότητας της επαναστατικής βίας)  κατηγορούνται και συλλαμβάνονται για το έγκλημα, παρά τις ανύπαρκτες αποδείξεις […]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *