Από τα «δανεικά κι αγύριστα» των τραπεζών μέχρι τις εταιρικές χορηγίες, η διαπλοκή παραμένει η πραγματική σταθερά του αστικού πολιτικού συστήματος.
Η σημερινή κοκορομαχία ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και την ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα για τα οικονομικά των κομμάτων δεν φωτίζει καμιά «αλήθεια». Απλώς ξεσκεπάζει για άλλη μια φορά την υποκρισία ενός πολιτικού συστήματος που επιχειρεί να πείσει ότι υπάρχουν «καθαροί» και «λερωμένοι» διαχειριστές της ίδιας εξουσίας.
Η ΕΛ.Α.Σ. υπενθύμισε τα δυσθεώρητα χρέη των δύο παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας: πάνω από 1,16 δισ. ευρώ συνολικά για Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ στο τέλος του 2025, με τη μερίδα του λέοντος να οφείλεται στις τράπεζες. Το ΠΑΣΟΚ αντέτεινε ότι τα δικά του δάνεια είναι ρυθμισμένα, εξυπηρετούνται μέσω της κρατικής επιχορήγησης και πως από το 2010 δεν έχει λάβει ούτε ένα ευρώ νέου δανεισμού. Ταυτόχρονα πέρασε στην αντεπίθεση, αναρωτώμενο ποιος χρηματοδοτεί τις πανάκριβες καμπάνιες και τον κομματικό μηχανισμό της ΕΛ.Α.Σ. Μήπως, άραγε, ο ίδιος ο Τσίπρας βάζει βαθιά το χέρι στην τσέπη ή υπάρχουν άλλοι, πρόθυμοι «χορηγοί»;
Η αντιπαράθεση αυτή θα μπορούσε να είναι κωμική, αν δεν αφορούσε ένα από τα πιο βρόμικα κεφάλαια της μεταπολιτευτικής πολιτικής ζωής: τη διαπλοκή κομμάτων, τραπεζών και επιχειρηματικών συμφερόντων.
Εδώ αξίζει να θυμηθούμε όσα είχε καταθέσει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων ο άνθρωπος που το ίδιο το ΠΑΣΟΚ φρόντισε να παρουσιάσει ως το «μαύρο πρόβατο» της υπόθεσης Siemens, ο άλλοτε στενός συνεργάτης του Κώστα Σημίτη, Θεόδωρος Τσουκάτος. Ο «πεντακαθαρίδης», κατηγορούμενος για το ένα εκατομμύριο γερμανικά μάρκα που, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, έλαβε από τη Siemens το 1999 για να διοχετευθούν σε δωροδοκίες σχετικά με τη σύμβαση «8002» του ΟΤΕ, δεν άλλαξε ποτέ τη βασική του θέση.
«Οι χορηγίες στα κόμματα από ιδιώτες είναι παλιά και σε όλους γνωστή καθιερωμένη πρακτική. Την κληρονόμησα, δεν την καθιέρωσα», είχε δηλώσει. Και είχε προσθέσει με νόημα: «Ψεύδονται συνειδητά εκείνοι που βεβαιώνουν πως το δικό τους κόμμα – και μιλώ για τα μεγάλα – δεν έχει χρηματοδοτηθεί από ιδιώτες».
Μάλιστα, έγινε ακόμη πιο αποκαλυπτικός όταν ανέφερε ότι το 2000 οι χρηματοδοτήσεις του ΠΑΣΟΚ από εταιρείες έφτασαν τα 16 δισ. δραχμές. «Δεν ήταν μόνο η Siemens, ήταν και άλλες εταιρείες. Αυτές οι εταιρείες συνεχίζουν να υπάρχουν και συνεχίζουν να χρηματοδοτούν κόμματα. Οι ιδιωτικές χρηματοδοτήσεις των κομμάτων ήταν ένα καθεστώς που κανείς δεν ήθελε να το ψάξει, από κανένα κόμμα», τόνισε χαρακτηριστικά.
Πρόκειται για μια ομολογία που, ανεξάρτητα από το πώς επιχειρήθηκε να αξιοποιηθεί στη δικαστική του υπεράσπιση, περιγράφει με ωμό τρόπο τον τρόπο λειτουργίας του αστικού πολιτικού συστήματος. Ένα σύστημα όπου οι επιχειρηματικοί όμιλοι δεν κάνουν «δωρεές» από φιλανθρωπία, αλλά επενδύσεις με προσδοκία ανταπόδοσης. Οι κρατικές συμβάσεις, οι ιδιωτικοποιήσεις, οι ευνοϊκές ρυθμίσεις και η πολιτική επιρροή αποτελούν την πραγματική απόδοση αυτής της επένδυσης.
Έτσι, η σημερινή αντιπαράθεση ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και την ΕΛ.Α.Σ. μοιάζει περισσότερο με καβγά για το ποιος έχει το μικρότερο μερίδιο ευθύνης σε ένα κοινό σύστημα εξάρτησης. Ο ένας καταγγέλλει τα δισεκατομμύρια των τραπεζικών χρεών, ο άλλος ζητά εξηγήσεις για τους χρηματοδότες του αντιπάλου. Κανείς, όμως, δεν αμφισβητεί τον πυρήνα του προβλήματος: ότι η πολιτική μετατρέπεται σε πεδίο επένδυσης οικονομικών συμφερόντων.
Από τα «δανεικά κι αγύριστα» των τραπεζών μέχρι τις «παλιές καθιερωμένες» εταιρικές χορηγίες, το συμπέρασμα παραμένει αμετάβλητο. Τα κόμματα του αστικού πολιτικού συστήματος δεν συντηρούνται από τη δύναμη της κοινωνίας που επικαλούνται, αλλά από μηχανισμούς κρατικής και επιχειρηματικής χρηματοδότησης που διαμορφώνουν σχέσεις αλληλεξάρτησης με το κεφάλαιο.
Η σημερινή κοκορομαχία δεν αποτελεί σύγκρουση αρχών. Είναι ακόμη ένα επεισόδιο στο ίδιο έργο, όπου οι πρωταγωνιστές αλλάζουν ρόλους, αλλά το σενάριο μένει απαράλλακτο.



0 Comments