
Σαν σήμερα, στις 31 Ιουλίου του 1801, ο λόρδος Έλγιν ξεκίνησε τη μεταφορά των Γλυπτών του Παρθενώνα στο Λονδίνο. Δεν πρόκειται απλώς για μια μεταφορά έργων τέχνης, αλλά για μια καραμπινάτη λεηλασία, που φέρει φαρδιά-πλατιά την υπογραφή της βρετανικής αποικιοκρατίας και της συναίνεσης της οθωμανικής διοίκησης, τότε κατοχικής δύναμης στην Ελλάδα.
Ο Θωμάς Μπρους, έβδομος κόμης του Έλγιν, διπλωμάτης και φιλόδοξος «ευεργέτης των τεχνών», εκμεταλλεύτηκε την παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και με την περίφημη (και αμφιλεγόμενη) φετφά που εξασφάλισε από τους Τούρκους, άρχισε να ξεριζώνει τα γλυπτά από τον Παρθενώνα – το πιο εμβληματικό μνημείο του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Με βαριοπούλες, καλέμια και… ευρωπαϊκή αλαζονεία, η πολιτισμένη Δύση ξεκίνησε άλλη μια πολιτιστική γενοκτονία.
Δεν ήταν ο Έλγιν ο πρώτος ούτε ο τελευταίος. Όμως η δράση του ενσαρκώνει με τον πιο ξεδιάντροπο τρόπο τη λογική του αποικιοκράτη-ληστή, που θεωρεί κάθε τι όμορφο και πολύτιμο ιδιοκτησία της «ανώτερης φυλής». Με το πρόσχημα της «διάσωσης» και της «προστασίας» των γλυπτών, οι Βρετανοί επιδόθηκαν σε μια νόμιμη πειρατεία, φορτώνοντας τόνους μαρμάρων σε πλοία με προορισμό το Βρετανικό Μουσείο.
Ο ίδιος ο Έλγιν παραδέχτηκε ότι προκάλεσε ζημιές κατά την αποκόλληση των γλυπτών. Τμήματα καταστράφηκαν, άλλα χάθηκαν, ενώ το πλοίο Μέντορας, που μετέφερε μέρος του πολύτιμου φορτίου, βυθίστηκε ανοιχτά των Κυθήρων – κι ακόμα και τότε, οι Βρετανοί ξαναβούτηξαν για να ανακτήσουν τη «λεία» τους.
Η αφαίρεση των Γλυπτών δεν ήταν απλώς μια αισθητική απώλεια. Ήταν μια πολιτική πράξη αλαζονείας και επιβολής, μια επίδειξη δύναμης της Αυτοκρατορίας πάνω σε μια υποταγμένη, διαμελισμένη και κατεχόμενη Ελλάδα. Ήταν μια συμβολική αποψίλωση του τόπου μας από το παρελθόν του – και ταυτόχρονα η μετατροπή της ιστορίας μας σε έκθεμα στο «παζάρι» των αποικιοκρατών.
Το Βρετανικό Μουσείο, μέχρι και σήμερα, λειτουργεί σαν τροπαιοθήκη λεηλασιών. Από την Αφρική, την Ασία, τις Ινδίες και τη Μεσόγειο, κομμάτια από μνημεία, πολιτισμούς και ταυτότητες στοιβάζονται πίσω από βιτρίνες, για να καμαρώνει το Λονδίνο το μεγαλείο του – πάνω σε πτώματα και πλιάτσικο.
Περισσότερα από 220 χρόνια έχουν περάσει από εκείνη την αποφράδα μέρα, κι όμως τα Γλυπτά του Παρθενώνα παραμένουν αιχμάλωτα. Κανένα επιχείρημα περί «διατήρησης», «προστασίας» ή «παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς» δεν στέκει πια. Τα γλυπτά έχουν το δικό τους σπίτι – το Μουσείο της Ακρόπολης – και η παρουσία τους στο Λονδίνο είναι ντροπιαστικό απομεινάρι μιας εποχής λεηλασίας που η Δύση δεν έχει ακόμα αποκηρύξει.
Ας μην έχουμε αυταπάτες: η τέχνη, η ιστορία και η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι αποστειρωμένα σύμβολα. Είναι κομμάτια των λαών και της ταυτότητάς τους. Και όταν αφαιρούνται βίαια, δεν έχουμε «ανταλλαγή πολιτισμών», αλλά απλή και καθαρή ληστεία. Ο λόρδος Έλγιν δεν ήταν προστάτης της τέχνης. Ήταν ένας αριστοκράτης-πλιατσικολόγος της εποχής του, που ενήργησε με την άνεση του αποικιοκράτη και την υποκρισία του δυτικού «πολιτισμού».
Το αίτημα για επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα δεν είναι ούτε εθνικιστικό, ούτε μουσειακό. Είναι πολιτικό και ηθικό. Είναι αίτημα επαναφοράς της ιστορικής τάξης και αναγνώρισης του εγκλήματος. Και είναι ένα αίτημα που δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά όλους τους λαούς που βίωσαν τη λεηλασία από την πολιτισμένη βαρβαρότητα των αυτοκρατοριών.
Γιατί ο πολιτισμός δεν φυλάσσεται πίσω από βαρύγδουπα τείχη μουσείων. Ανήκει στους λαούς που τον γέννησαν – και θα συνεχίσει να ανθίζει, όταν οι αλυσίδες της αποικιοκρατίας σπάσουν οριστικά.

0 Comments