Στο Αρχαίο Θέατρο Δίου, κάτω από τον ίδιο ουρανό που εδώ και αιώνες φιλοξενεί τη ζωντανή έκφραση του πολιτισμού, εκτυλίχθηκε ένα περιστατικό που δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί διαφορετικά από πολιτιστικός εξευτελισμός.
Στη συναυλία «Τα καλοτάξιδα τραγούδια του Νίκου Γκάτσου», ο Μανώλης Μητσιάς δεν τραγούδησε τον «Γιάννη τον φονιά». Αναγκάστηκε να απαγγείλει τους στίχους του, σαν να διάβαζε νεκρολογία ενός έργου που του απαγορεύτηκε να ζωντανέψει με τη μουσική του.
Η αιτία είναι αποκαλυπτική για την εποχή μας. Η πλευρά του Γιώργου Χατζιδάκι, θετού γιου και κληρονόμου του Μάνου Χατζιδάκι, αρνήθηκε να χορηγήσει άδεια για τη δημόσια εκτέλεση έργων του μεγάλου συνθέτη. Ως επιχείρημα προβλήθηκε ότι το 2026 έχει ανακηρυχθεί «Έτος Μάνου Χατζιδάκι» και ότι οι εκδηλώσεις που αφορούν το έργο του είναι ήδη «απολύτως συγκεκριμένες» και έχουν σχεδιαστεί και εγκριθεί αποκλειστικά από τη δική τους ομάδα.
«Απολύτως συγκεκριμένες». «Αποκλειστικά από τη δική τους ομάδα».
Μερικές λέξεις αρκούν για να αποτυπώσουν ολόκληρη την αστική αντίληψη περί πολιτισμού. Η τέχνη μετατρέπεται σε ιδιωτική περιουσία. Το έργο ενός δημιουργού που σφράγισε τη συλλογική μνήμη ενός λαού αντιμετωπίζεται σαν εμπορικό περιουσιακό στοιχείο, του οποίου τη χρήση αποφασίζουν όσοι κατέχουν τα νομικά δικαιώματα.
Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν έγραψε για χρηματοκιβώτια ούτε για συμβόλαια. Έγραψε μουσική που ενώθηκε με τη φωνή του λαού, με τους στίχους του Νίκου Γκάτσου, με τις αγωνίες, τους έρωτες, τις ήττες και τις ελπίδες των ανθρώπων που τη σιγοτραγούδησαν σε δύσκολους καιρούς. Αυτά τα τραγούδια δεν έγιναν αθάνατα επειδή κατοχυρώθηκαν νομικά. Έγιναν αθάνατα επειδή τα έκανε δικά του ο κόσμος.
Κι όμως, σήμερα κάποιοι θεωρούν ότι μπορούν να αποφασίζουν ποιος θα τα τραγουδήσει, πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις.
Το Υπουργείο Πολιτισμού, από την πλευρά του, περιορίστηκε στη γνώριμη θεσμική ουδετερότητα. Ανακήρυξε το 2026 «Έτος Μάνου Χατζιδάκι», αλλά διευκρίνισε ότι αυτό δεν επηρεάζει το καθεστώς αδειοδότησης των έργων του. Με άλλα λόγια, το κράτος τιμά τον δημιουργό συμβολικά, ενώ αποδέχεται πλήρως ότι ο έλεγχος του έργου του παραμένει υπόθεση ιδιωτικών συμφερόντων.
Η αντίφαση είναι κραυγαλέα. Τιμάται ο δημιουργός, αλλά φιμώνεται η ίδια η μουσική του όταν δεν υπάρχει η κατάλληλη έγκριση.
Ο Μανώλης Μητσιάς προσπάθησε, όπως αποκάλυψε, να επικοινωνήσει με την πλευρά των δικαιούχων. Δεν βρήκε ανταπόκριση. Και τότε συνέβη κάτι που κανένα νομικό έγγραφο δεν μπορεί να ελέγξει.
Το κοινό σηκώθηκε όρθιο.
Ακούστηκαν φωνές «Αίσχος!» και «Ντροπή!». Και όταν ο Μητσιάς απήγγειλε τους στίχους, οι θεατές άρχισαν αυθόρμητα να τραγουδούν. Στη συνέχεια τραγούδησαν και τον «Τσάμικο». Χωρίς άδεια. Χωρίς εγκρίσεις. Χωρίς «ομάδες διαχείρισης». Μόνο με τη δύναμη της συλλογικής μνήμης.
Ίσως εκείνη να ήταν η πιο αυθεντική στιγμή της βραδιάς.
Γιατί αυτό είναι το ουσιαστικό ερώτημα: μπορεί ένα τραγούδι που έχει γίνει κομμάτι της ιστορίας ενός λαού να αντιμετωπίζεται σαν ιδιωτικό περιουσιακό στοιχείο; Μπορεί η πολιτιστική κληρονομιά να περιορίζεται από συμβάσεις και αποκλεισμούς, επειδή έτσι επιβάλλει η λογική της αγοράς;
Το περιστατικό στο Δίον δεν αποτελεί μια απλή διαφωνία γύρω από τα πνευματικά δικαιώματα. Είναι σύμπτωμα μιας ευρύτερης πραγματικότητας, όπου ο πολιτισμός υποτάσσεται ολοένα και περισσότερο στη λογική της ιδιοκτησίας και της εμπορευματοποίησης. Όπου ακόμη και η συλλογική μνήμη γίνεται αντικείμενο διαχείρισης από λίγους.
Η τέχνη, όμως, δεν γεννιέται στα συμβολαιογραφικά γραφεία ούτε ζει μέσα σε φακέλους αδειοδότησης. Ζει στις φωνές των ανθρώπων που τη μεταφέρουν από γενιά σε γενιά. Στους εργάτες, στους φοιτητές, στους εξόριστους, στους κυνηγημένους, στους ανθρώπους που βρήκαν στα τραγούδια του Χατζιδάκι και του Γκάτσου έναν τρόπο να εκφράσουν όσα δεν χωρούσαν σε λόγια.
Και όσο ο πολιτισμός αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα και όχι ως κοινωνικό αγαθό, τέτοια περιστατικά θα επαναλαμβάνονται.
Μέχρι τη στιγμή που η συλλογική φωνή θα αποδεικνύει, όπως έγινε στο Αρχαίο Θέατρο Δίου, ότι υπάρχουν τραγούδια που κανένα χαρτί, καμία υπογραφή και κανένας διαχειριστής δεν μπορεί πραγματικά να φυλακίσει.


1 Comment