Σαν σήμερα, πριν από δύο χρόνια, γράφτηκε άλλο ένα ηχηρό φιάσκο των κατασταλτικών μηχανισμών που διαφημίζει ως «επιτυχίες» η κυβέρνηση Μητσοτάκη και ο υπουργός Καταστολής, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης.
Το δικαστήριο έκρινε αθώους, λόγω αμφιβολιών, τους δύο αδελφούς που είχαν παραπεμφθεί ως κατηγορούμενοι για τη δολοφονία του δημοσιογράφου Γιώργου Καραϊβάζ. Η απόφαση αυτή σημαίνει ότι, με βάση τη Δικαιοσύνη, δεν αποδείχθηκε η ενοχή τους. Και αυτό οδηγεί σε ένα αμείλικτο συμπέρασμα: οι φυσικοί δολοφόνοι του Καραϊβάζ, όπως και όσοι ενδεχομένως σχεδίασαν ή παρήγγειλαν το έγκλημα, εξακολουθούν να παραμένουν ασύλληπτοι.
Το ερώτημα είναι αμείλικτο: πώς οδηγήθηκε μια τόσο σοβαρή υπόθεση στο ακροατήριο χωρίς να υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία; Δεν βρέθηκαν αποτυπώματα, δεν βρέθηκε το όπλο, δεν υπήρχαν αδιάσειστα ευρήματα που να θεμελιώνουν την κατηγορία. Κι όμως, οι κατηγορούμενοι φορτώθηκαν το πιο βαρύ στίγμα που μπορεί να συνοδεύσει έναν άνθρωπο: αυτό του δολοφόνου.
Η υπόθεση έρχεται να επιβεβαιώσει κάτι εξαιρετικά ανησυχητικό. Στο σημερινό κράτος της «ασφάλειας» και της επικοινωνιακής διαχείρισης, η δημιουργία εντυπώσεων φαίνεται συχνά να προηγείται της αναζήτησης της αλήθειας. Όταν υπάρχει διεθνής πίεση για την εξιχνίαση ενός εγκλήματος, η ανάγκη να εμφανιστεί μια «επιτυχία» μπορεί να αποδειχθεί ισχυρότερη από την υποχρέωση να στηριχθεί μια κατηγορία σε αδιάσειστα στοιχεία.
Δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε ένα τέτοιο έργο. Η συγκεκριμένη υπόθεση θυμίζει έντονα άλλες δίκες υψηλής δημοσιότητας, όπου άνθρωποι οδηγήθηκαν στο εδώλιο με εντυπωσιακές ανακοινώσεις, για να καταρρεύσει στη συνέχεια το κατηγορητήριο μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι το μήνυμα που εκπέμπεται προς ολόκληρη την κοινωνία. Επί διακυβέρνησης Μητσοτάκη φαίνεται πως μπορεί κανείς να βρεθεί αντιμέτωπος με τη βαρύτερη δυνατή κατηγορία, να διαπομπευτεί δημόσια ως δολοφόνος, να δει τη ζωή του να διαλύεται και τελικά να αποδειχθεί ότι το αποδεικτικό οικοδόμημα δεν άντεχε στη δικαστική κρίση.
Και την ίδια στιγμή, ο πραγματικός ένοχος ή οι πραγματικοί ένοχοι της δολοφονίας του Γιώργου Καραϊβάζ εξακολουθούν να κυκλοφορούν ελεύθεροι.
Αυτό δεν συνιστά επιτυχία της «τάξης και ασφάλειας». Συνιστά μια ακόμη ηχηρή αποτυχία ενός κρατικού μηχανισμού που προτιμά τις θριαμβολογίες στα τηλεοπτικά παράθυρα από τη σοβαρή, τεκμηριωμένη και αποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης.
Υ.Γ: Η αθώωση των κατηγορουμένων για την υπόθεση Καραϊβάζ θα έπρεπε να αποτελεί καμπανάκι για κάθε δημοκρατικό πολίτη. Γιατί σήμερα βλέπουμε να επαναλαμβάνεται το ίδιο επικοινωνιακό έργο με τη Marfin: συλλήψεις, πανηγυρισμοί, διαρροές, βεβαιότητες περί «εξιχνίασης». Όμως η Δικαιοσύνη δεν απονέμεται στα τηλεοπτικά παράθυρα ούτε με αστυνομικά δελτία Τύπου. Αν η υπόθεση Καραϊβάζ δίδαξε κάτι, είναι ότι ανάμεσα στην κατασκευή εντυπώσεων και στην απόδειξη της ενοχής υπάρχει τεράστια απόσταση. Και μέχρι να γεφυρωθεί με αδιάσειστα στοιχεία, η κοινωνία οφείλει να αντιμετωπίζει με μεγάλη επιφύλαξη κάθε κυβερνητικό πανηγυρισμό περί «επιτυχιών» της ΕΛ.ΑΣ. και του υπουργείου Καταστολής.


0 Comments