Αρχικά, θα πρότεινα στους αναγνώστες και τις αναγνώστριές μας να ξαναδιαβάσουν ένα παλιότερο κείμενό μου, του Ιουνίου 2019, με τίτλο: «Μια διαχρονική ομερτά που υπάρχει στο “ανφάν γκατέ” της καθεστωτικής δημοσιογραφίας»
Και ας ξεκινήσουμε από μια απλή ερώτηση:
Πόσοι δημοσιογράφοι έχουν πραγματικά καταδικαστεί τελεσίδικα ως συκοφάντες;
Μετρημένοι στα δάχτυλα. Ο Γιώργος Παπαχρήστος είναι ίσως το πρώτο όνομα που έρχεται στον νου. Για τους υπόλοιπους, η μνήμη της «ανεξάρτητης» δημοσιογραφίας φαίνεται να πάσχει από επιλεκτική αμνησία.
Και δεν μιλάμε για ανύπαρκτες υποθέσεις.
Ο Γιάννης Παπαγιάννης, για παράδειγμα, βρέθηκε να παραπέμπεται σε δίκη για «απειλή κατά της ζωής» του τότε διευθυντή ειδήσεων του Mega, Χρήστου Παναγιωτόπουλου, ύστερα από σειρά δυσφημιστικών και συκοφαντικών αναρτήσεων στο Fimotro και την αποστολή ανώνυμου απειλητικού email. Η υπόθεση, ωστόσο, κατέληξε στο αρχείο μετά από ένσταση της υπεράσπισης σχετικά με τη νομιμότητα της έγκλησης.
Και κάπως έτσι φτάνουμε στο γνωστό μοτίβο: οι «μικροί» της δημοσιογραφικής πιάτσας μπορούν να βρεθούν στο εδώλιο, ενώ για τους ισχυρούς υπάρχει πάντα ένας τρόπος να χαθεί η υπόθεση μέσα στον λαβύρινθο της θεσμικής και μιντιακής αυτοπροστασίας.
Ο ακροδεξιός εκδότης της «Ελεύθερης Ώρας», ο μακαρίτης Γιώργος Μιχαλόπουλος, είχε βρεθεί αντιμέτωπος με βαριές καταγγελίες και δικαστικές περιπέτειες. Ο Άρης Σπίνος επίσης. Για τον εκδότη της «Ακρόπολης» Παναγιώτη Μαυρίκο ακούστηκαν κατά καιρούς πολλά για ανάλογες πρακτικές.
Αλλά όλα αυτά μοιάζουν σχεδόν με πταίσματα μπροστά σε ορισμένα «κορυφαία» κατορθώματα της καθεστωτικής δημοσιογραφίας.
Το ρεπορτάζ-φάντασμα του 2009
Στις 21 Ιουνίου 2009, οι αναγνώστες του «Βήματος» μπορούσαν να διαβάσουν ένα εντυπωσιακό ρεπορτάζ του Ιορδάνη Χασαπόπουλου για τη συνάντηση του τότε πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή με τον Ταγίπ Ερντογάν.
Μόνο που υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα. Ο Ερντογάν δεν βρισκόταν στην Αθήνα. Βρισκόταν στην Τουρκία, όπου μιλούσε σε κομματική συγκέντρωση. Κι όμως, το δημοσίευμα παρουσίαζε με κάθε λεπτομέρεια τη συνομιλία του με τον Καραμανλή στο Μέγαρο Μαξίμου.
Δηλαδή, ένα γεγονός που δεν συνέβη παρουσιάστηκε ως δημοσιογραφικό ρεπορτάζ.
Και σήμερα;
Ο Παπαγιάννης και ο Χασαπόπουλος εξακολουθούν να παρελαύνουν καθημερινά στις οθόνες μας ως πολιτικοί σχολιαστές.
Τόσο καλά λειτουργεί η περίφημη «αυτοκάθαρση» της δημοσιογραφίας.
Και ξαφνικά όλοι θυμήθηκαν τη δεοντολογία
Δεν έχουμε καμία διάθεση να υπερασπιστούμε τον Μανώλη Κοττάκη. Μας χωρίζει πολιτική άβυσσος από τις απόψεις του διευθυντή της «Εστίας».
Αυτό, όμως, που πραγματικά προκαλεί απορία είναι η χαιρεκακία ορισμένων συναδέλφων του, οι οποίοι πανηγυρίζουν επειδή η Άννα Διαμαντοπούλου προανήγγειλε προσφυγή στη Δικαιοσύνη εναντίον του, μιλώντας για «άθλια εκδοχή της δημοσιογραφίας», «ψέματα», «κατασκευασμένες ιστορίες» και χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης για την εικονοποίησή τους.
Θεωρούν –και πιθανότατα έχουν τους λόγους τους– ότι το δημοσιογραφικό απόρρητο δεν μπορεί να αποτελέσει μαγικό αλεξίσφαιρο απέναντι σε κάθε δικαστική διαδικασία. Και στην προκειμένη περίπτωση ο Κοττάκης θα καταδικαστεί για τα γνωστά ρεπορτάζ που υπογράφει στην Εστία, με τον χαρακτηρισμό “συκοφάντης” να βαρύνει το βιογραφικό του.
Ωραία.
Πού ήταν όμως όλη αυτή η ευαισθησία όταν αποκαλύφθηκε η υπόθεση της συνέντευξης του Γρηγόρη Δημητριάδη στη Real News; Εκεί, ξαφνικά, η δημοσιογραφική δεοντολογία φόρεσε τα μαύρα της και πήγε διακοπές.
Η Τζίνα Μοσχολιού, στο in.gr, αποκάλυψε ότι, σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλέστηκε, το δικηγορικό γραφείο του Γρηγόρη Δημητριάδη εκπροσωπούσε τον Νίκο Χατζηνικολάου και χειριζόταν υποθέσεις του. Και, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, η συνέντευξη φέρεται να είχε σταλεί έτοιμη στη Real News – όχι μόνο με τις απαντήσεις, αλλά με ερωτήσεις που, σε σημαντικό βαθμό, είχαν επιμεληθεί από την ίδια πλευρά.
Αν ισχύει αυτή η καταγγελία, τότε δεν μιλάμε ακριβώς για δημοσιογραφική συνέντευξη. Μιλάμε για image making με δημοσιογραφικό περιτύλιγμα.
Ο δημοσιογράφος κάνει τον δημοσιογράφο, ο πολιτικός κάνει τον συνεντευξιαζόμενο και το κοινό καλείται να κάνει πως δεν καταλαβαίνει.
Μόνο που το πράγμα δεν σταματά εκεί. Η ίδια έρευνα έθεσε ερωτήματα και για τις ευρύτερες σχέσεις γύρω από τον όμιλο Real και την είσοδο της Bright Business Solutions ως στρατηγικού επενδυτή.
Και τότε προκύπτει το απλούστατο ερώτημα: Πού ήταν όλοι αυτοί οι υπέρμαχοι της δημοσιογραφικής δεοντολογίας;
Και το «άγγιγμα του Μίδα»;
Κι επειδή στην Ελλάδα τα μιντιακά θαύματα δεν τελειώνουν ποτέ, ας κάνουμε και μία ακόμη ερώτηση: Πώς ακριβώς ξαναπήρε ανάσα ο όμιλος Χατζηνικολάου;
Η «Εφημερίδα των Συντακτών» έχει γράψει για την οικονομική εκτόξευση συμβουλευτικής εταιρείας στην οποία έχει επενδύσει η οικογένεια Σάκκαρη και για την «προίκα» έργων του Δημοσίου που, σύμφωνα με το δημοσίευμά της, συνέβαλε στην εντυπωσιακή βελτίωση των οικονομικών μεγεθών της.
Κι εδώ θα περίμενε κανείς τους επαγγελματίες του «ερευνητικού ρεπορτάζ» να σηκώσουν μανίκια.
Να ψάξουν. Να διασταυρώσουν. Να ρωτήσουν. Να κάνουν αυτό ακριβώς που μας λένε κάθε μέρα ότι αποτελεί αποστολή τους.
Αλλά μάλλον υπάρχουν ερωτήματα που είναι δημοσιογραφικά και άλλα που είναι… άβολα.
Γιατί όταν ο στόχος είναι ένας πολιτικός αντίπαλος, τότε η «δημοσιογραφική έρευνα» μπορεί να γίνει πολυβόλο.
Όταν όμως τα νήματα οδηγούν σε ισχυρούς επιχειρηματίες, εκδότες, πολιτικούς και κρατικές συμβάσεις, ξαφνικά όλοι ανακαλύπτουν την αξία της… αυτοσυγκράτησης.
Αυτό δεν είναι δημοσιογραφία. Είναι επιλεκτική εφαρμογή της δημοσιογραφικής δεοντολογίας.
Και τελικά η υπόθεση είναι πολύ απλή:
Δεν γίνεται να διυλίζεις τον κώνωπα όταν πρόκειται για τον «εχθρό» και να καταπίνεις αμάσητη την κάμηλο όταν πρόκειται για τους δικούς σου.
Η δημοσιογραφία είτε ελέγχει την εξουσία όλη την εξουσία, είτε μετατρέπεται σε εξάρτημά της.
Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα με το «ανφάν γκατέ» της καθεστωτικής δημοσιογραφίας:
Δεν είναι ότι δεν γνωρίζει την αλήθεια. Είναι ότι ξέρει πολύ καλά πότε… δεν τη συμφέρει να την ψάξει.



0 Comments