Στα άκρα έχει φτάσει η αντιπαράθεση της διεύθυνσης της εφημερίδας «Εστία» με τμήμα του πολιτικού κόσμου, με επίκεντρο το περιβόητο δείπνο και τα πρόσωπα που φέρεται να συμμετείχαν σε αυτό.
Αρχικά μια υπόμνηση που έχει τη σημασία της: ο διευθυντής της «Εστίας», Μανώλης Κοττάκης, ο οποίος υπογράφει τα επίμαχα δημοσιεύματα που έχουν προκαλέσει τόσο θόρυβο, έχει αφιερώσει σημαντικό μέρος του συγγραφικού του έργου στον Κώστα Καραμανλή, με βιβλία όπως οι «Απόρρητοι Φάκελοι Καραμανλή» και το «Καραμανλής off the record».
Αν, λοιπόν, ευσταθεί η βαριά κατηγορία του ΠΑΣΟΚ ότι πρόκειται για «φαντασιόπληκτο ρεπορτάζ» και για κατασκευασμένες πληροφορίες, τότε εύλογα προκύπτει ένα ευρύτερο ερώτημα: μήπως η αξιοπιστία του συγκεκριμένου δημοσιογραφικού έργου επηρεάζει αναπόφευκτα και την αξιοπιστία του συγγραφικού του έργου;
Δεν λέμε ότι το ένα αποδεικνύει αυτομάτως το άλλο. Λέμε όμως ότι, εφόσον τίθεται υπό αμφισβήτηση η αξιοπιστία του δημοσιογράφου ως προς την τεκμηρίωση των πληροφοριών του, δικαιολογείται να τεθούν ερωτήματα και για την τεκμηρίωση των βιβλίων του.
Ο Μανώλης Κοττάκης επιμένει σήμερα στις πληροφορίες της εφημερίδας για συνάντηση του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη με την Άννα Διαμαντοπούλου και τον Μανώλη Χριστοδουλάκη. Μόνο που, μέχρι στιγμής, η «Εστία» δεν έχει παρουσιάσει δημόσια κάποιο αδιάσειστο στοιχείο που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της. Αντίθετα, ο διευθυντής της εφημερίδας επικαλείται το δημοσιογραφικό απόρρητο, τις πηγές του και τις δικές του εκτιμήσεις για τη σκοπιμότητα της φερόμενης συνάντησης.
Και σήμερα η «Εστία» περνά στην αντεπίθεση, υποστηρίζοντας ότι: «Οι πολιτικοί έχουν ως αποστολή να αποκρύπτουν τις ειδήσεις και οι δημοσιογράφοι να τις αποκαλύπτουν».
Η εφημερίδα επιμένει ότι το ρεπορτάζ της για το δείπνο βασίστηκε τόσο σε δημοσίευμα του radar.gr της 28ης Ιούλη όσο και σε «έγκυρες, δοκιμασμένες πηγές», τις οποίες, όπως υποστηρίζει, αξιοποίησε για να διασταυρώσει και να εμπλουτίσει την πληροφορία.
Μόνο που απέναντι σε αυτή την επιμονή υπάρχει ένας πραγματικός καταιγισμός διαψεύσεων.
Το ΠΑΣΟΚ κάνει λόγο για «φαντασιόπληκτο ρεπορτάζ» και για ακόμη ένα επεισόδιο ενός καλοστημένου «σήριαλ αποδόμησης του ΠΑΣΟΚ από συμφέροντα και πολιτικούς αντιπάλους του», ενώ ταυτόχρονα η εφημερίδα δημοσιοποιεί τις τηλεφωνικές διαψεύσεις που έλαβε από τον Γιώργο Γεραπετρίτη και την Άννα Διαμαντοπούλου σχετικά με όσα υποστήριζε η εφημερίδα στο προηγούμενο πρωτοσέλιδό της.
Και κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον κομμάτι της υπόθεσης.
Γιατί όταν από τη μία πλευρά υπάρχει το «έχω αξιόπιστες πηγές, αλλά δεν μπορώ να τις αποκαλύψω» και από την άλλη υπάρχουν κατηγορηματικές διαψεύσεις, ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σε ένα ερώτημα.
Ποιος λέει την αλήθεια;
Είναι παρακινδυνευμένο να επιχειρήσει κανείς να δώσει απάντηση χωρίς στοιχεία που να μπορούν να ελεγχθούν. Στον αγώνα ανάμεσα στο δημοσιογραφικό απόρρητο και τις πολιτικές διαψεύσεις, η δημοσιογραφική κρίση μετατρέπεται εύκολα σε παιχνίδι εικασιών.
Κι επειδή εμείς δεν έχουμε κληρονομικό μαντικό χάρισμα, δεν θα κάνουμε τους μάντεις.
Ας μιλήσουν τα στοιχεία.
Γιατί στην τελική, όταν μια εφημερίδα κάνει μια τόσο σοβαρή αποκάλυψη, δεν αρκεί να λέει ότι «έχει πηγές». Και όταν οι πολιτικοί διαψεύδουν μια τόσο σοβαρή καταγγελία, δεν αρκεί επίσης να λένε «δεν έγινε».
Η δημοσιογραφία, όπως και η πολιτική, κάποια στιγμή πρέπει να συναντά την απόδειξη.



Η προστασία της πηγής, για έναν δημοσιογράφο (θα πρέπει να) είναι ιερό πράγμα. Κακώς το θέτετε υπό συζήτηση. Το ζήτημα είναι αν είναι πιο αξιόπιστος ο δημοσιογράφος ή οι εκπρόσωποι του Πα.Σο.Κ. και… όπερ έδει δείξαι…