
Οι πρωταγωνιστές της σφαγής, τα δοσιλογικά καθάρματα, οι «οι καταραμένοι τσολιαδοχωροφύλακες» που μαζί με τους Γερμανούς «βασάνισαν, χτύπησαν ανελέητα, τους έβγαλαν τα μάτια και πτώματα πια του εκτέλεσαν» -σ.σ τους Εαμίτες- (όπως αναφέρει προκήρυξη της Αχτιδικής Επιτροπής Κοκκινιάς του ΚΚΕ) «ανταμείφτηκαν πλουσιοπάροχα» για τις «υπηρεσίες» στον κατακτητή από τις μετέπειτα μοναρχοφασιστικές κυβερνήσεις. Τα τομάρια, οι προδότες εγκληματίες, που έφεραν τα ονόματα Πλυτζανόπουλος, Σγούρος, Μπουραντάς, και οι οποίοι πρωτοστάτησαν στο μακέλεμα του λαού της Κοκκινιάς μόνο «εθνικοί ευεργέτες» που δεν ανακηρύχτηκαν.
Σαν σήμερα, 17 Αυγούστου 1944, η Κοκκινιά πνίγηκε στο αίμα. Δεν ήταν μόνο οι ναζί που έστησαν τα πολυβόλα. Ήταν και τα ντόπια καθάρματα, οι προσκυνημένοι, οι «καταραμένοι τσολιαδοχωροφύλακες» που όρμησαν με λύσσα να ξεκαθαρίσουν λογαριασμούς με τον λαό και την Αντίσταση.
Βασάνισαν, τσάκισαν, έβγαλαν μάτια, εκτέλεσαν πτώματα. Και μετά, αντί για τιμωρία, πήραν παράσημα.
Οι προδότες με στολή
Πλυτζανόπουλος. Σγούρος. Μπουραντάς.
Ονόματα που θα έπρεπε να είναι καταραμένα, κι όμως το μετεμφυλιακό κράτος τους τίμησε. Αυτοί που έσφαξαν τον λαό της Κοκκινιάς, αντί να καθίσουν στο σκαμνί, έγιναν ανώτατοι αξιωματικοί και διοικητές στρατοπέδων «αναμόρφωσης».
➤ Ο Πλυτζανόπουλος, από μακελάρης της Κοκκινιάς, προήχθη σε υποστράτηγο. Για να εμφυσήσει το «πατριωτικό πνεύμα» στους υφισταμένους του.
➤ Ο Σγούρος πήρε πόστο διοικητή στο 3ο Τάγμα της Μακρονήσου, για να συνεχίσει εκεί το έργο του: βασανιστήρια σε νέους στρατευμένους, κατατρεγμό σε αγωνιστές. Για τη δράση του εκεί μαθαίνουμε από επιστολή φαντάρων που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη στις 25 Ιούνη 1945: νέοι βασανισμοί, νέες ταπεινώσεις, η ίδια δοσιλογική βαρβαρότητα ντυμένη με τη στολή του «εθνικόφρονα».
«Αγαπητέ Ριζοσπάστη

Σου γράφουμε από το απαίσιο στρατόπεδο του Μακρονησιού – Λαυρίου («Β’ Τάγμα Σκαπανέων» το ονομάζουν οι δήμιοί μας για να ρίξουν στάχτη στα μάτια του κόσμου).
Στο στρατόπεδο αυτό μας μετέφεραν για να μας ξεκάνουν. Μακριά από τον κόσμο, ανενόχλητοι και μεθοδικά βάλθηκαν να μας εξοντώσουν. Ξεκινήσαμε για τον καταραμένο αυτό τόπο από το Πόρτο – Ράφτη τα ξημερώματα της 26 Μαΐου κατά λόχους. Τρεις μέρες χρειάσθηκαν για να μεταφερθούμε, 1.500 δημοκρατικοί φαντάροι, σαν πρόβατα επί σφαγήν, στο απαίσιο στρατόπεδο του Μακρονησιού.
Πριν μας μεταφέρουν έψαχναν φαίνεται να βρουν τον τόπο που σίγουρα προορίζουν για τάφο μας. Και δεν άργησαν. Πρόκειται για ένα άνυδρο νησί που ούτε κατσίκια δε φιλοξενεί. Είναι ολόγυμνο. Ιχνος δένδρου δεν υπάρχει. Μερικά σκίνα αποτελούν το μόνο διάκοσμό του. Μόλις πατήσαμε το πόδι μας ζαλισμένοι, νηστικοί και διψασμένοι, το πρώτο πράγμα που αντικρίσαμε ήταν μια ατέλειωτη σειρά από τάφους και μνήματα Τούρκων και Βουλγάρων αιχμαλώτων του πολέμου 1912-13.
Από την πρώτη μέρα άρχισε το μαρτύριό μας. Μας βάζουν να γκρεμίζουμε αυτούς τους τάφους. Ολημερίς πνιγμένοι στον ιδρώτα και τη σκόνη, κατάκοποι, πεινασμένοι και τρισάθλιοι με το μαστίγιο πάνω από τα κεφάλια μας, δίχως νερό σκάβουμε. Τα μνήματα και οι τάφοι γκρεμίζονται από τις σκαπάνες μας που ανεβοκατεβαίνουν ρυθμικά για να ξεχώνουν πολλές φορές και τα κόκαλα. Ατέλειωτες φάλαγγες σχηματίζουμε καθώς πηγαινοερχόμαστε κουβαλώντας πέτρα και χαλίκι. Τα σώματά μας γέρνουν από την κούραση μα δεν τολμούμε να αφήσουμε τις σκαπάνες, γιατί βαρύς πέφτει πάνω μας ο βούρδουλας των αλφαμιτών (Αστυνομία Μονάδος).
Οι μέρες μας μία – μία έτσι δραματικές, απαίσιες κυλούν. Και όσο βλέπουν ότι δε λυγάμε, τόσο λυσσούν. Εχουν όμως διδαχθεί πάρα πολλά οι μαθητές του Χίτλερ. Και αφού είδαν και απόειδαν, άλλαξαν τακτική. Βάζουν τώρα μπροστά από τη φάλαγγα Χίτες με τα κλαρίνα και τα βιολιά μερικών συναδέλφων που τάχουν φέρει μαζί τους και ξεκινάμε για το σκάψιμο “εν χορδαίς και οργάνοις”. Εως ότου φτάσουμε στο καθημερινό μαρτύριο βιολιά και κλαρίνα χτυπούν ακατάπαυστα κι εκνευριστικά. Πίσω σχηματίζεται μια αληθινή νεκρική πομπή. Τα κορμιά λυγίζουν από το βάρος που φέρνουν στις πλάτες. Η πείνα έχει αρχίσει να θερίζει τα αδειανά στομάχια μας. Τα πόδια σούρνονται στο χώμα. Μα τα κεφάλια στέκουν ψηλά για να συμβολίζουν τις αδούλωτες ψυχές των ζωντανών σκελετών και να θυμίζουν στους δήμιους ότι τίποτα δεν είναι ικανό να μας γονατίσει.
Το συσσίτιο είναι απαίσιο (μια κουταλιά νερό με 2- 3 όσπρια μέσα). Και αν τολμήσεις να μιλήσεις, αμέσως ο λοχαγός σε στέλνει στο “σιδηρωτήριο” (θάλαμος βασανιστηρίων της Αστυνομίας Μονάδος). Και όταν πας εκεί φεύγεις άρρωστος, ανίκανος να σταθείς στα πόδια σου για 2 βδομάδες. Αν πεις για το νερό… κουβαλιέται μέσα σε δοχεία βενζίνης και πετρελαίου από το Λαύριο. Πολλές φορές δεν τολμάς όχι να το δοκιμάσεις, αλλά ούτε και να το μυρίσεις.
Στις 11 Ιουνίου η σάλπιγγα χτύπησε συγκέντρωση τάγματος. Πάλι πέτρα σκεφτήκαμε όλοι μας. Αυτή τη φορά όμως γελασθήκαμε. Δε μας ήθελαν για πέτρα. Μας μίλησαν με το καλό. Μας είπαν ότι είμαστε καλοί και πειθαρχικοί στρατιώτες και όχι απείθαρχοι όπως αυτοί της Κρήτης. Υστερα ο υπασπιστής του τάγματος μας διάβασε τη διαταγή του διοικητή. Αρχιζε αυτή από τον αναρχοκομμουνισμό και κατέληγε ούτε λίγο, ούτε πολύ, με τρόπο εύσχημο στην παρότρυνση για υπογραφή δηλώσεων “παντός εντίμου Ελληνος πατριώτου”…
Την άλλη μέρα οι διοικητές των λόχων καλούσαν ένα – ένα φαντάρο χωριστά και τον επίεζαν με όλα τα θεμιτά και αθέμιτα μέσα να υπογράψει την εξής δήλωση:
“Ο κάτωθι υπογεγραμμένος… κλάσεως… εκ… και διαμένων εις… δηλώ υπευθύνως και εν γνώσει των συνεπειών του νόμου περί ψευδούς δηλώσεως και χωρίς να ασκηθή βία τα κάτωθι: Ουδέποτε υπήρξα κομμουνιστής και ουδεμίαν σχέσιν έχω με το συνωμοτικόν ΚΚΕ. Προσεχώρησα εις το ΕΑΜ με σκοπόν να απελευθερώσω την πατρίδα μου από τους κατακτητάς.. Μετ’ ολίγον καιρόν αντελήφθην ότι όπισθεν του ΕΑΜ ήτο το ΚΚΕ το οποίο ήτο η πηγή πάσης ενεργείας και πράξεως του ΕΑΜ. Επειδή είμαι γνήσιο Ελληνόπουλο καταδικάζω και αποκηρύσσω μετά βδελυγμίας όλας τας αναρχοβουλγαροκομμουνιστικάς οργανώσεις: ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ, ΕΑ, αίτινες αποτελούν τα εγκληματικά σλαυόβουλα και αντεθνικά συγκροτήματα, σκοπός των οποίων είναι η κατασκόπευσις παντός ό,τι αφορά το κράτος και ιδία τον στρατόν και η υποδούλωσις της φυλής μας εις τους προαιώνιους εχθρούς μας Βουλγάρους – Σέρβους και γενικώς σλαύους οίτινες πάντοτε ατίμως και υπούλως είτε διά της πανσλαυιστικής ιδέας, προσπαθούν να αποσπάσουν εδάφη άτινα είναι ποτισμένα με ιδρώτα και αίμα των προγόνων μας. Τίθεμαι πολέμιος των άνω σλαβοδούλων και ανθελληνικών συγκροτημάτων μέχρι της τελικής εξαλείψεως των. Η παρούσα μου επιθυμώ να δημοσιευθή εις τον τύπον και αναγνωσθή εις την εκκλησίαν της ενορίας μου. Β. Σ. Γ. 802 τη… Ο Δηλών…..”.
Ας το μάθη ο ελληνικός λαός, ο κόσμος ολόκληρος πως ποτέ τα 1500 στρατευμένα παιδιά του λαού δε θα υπογράψουν μια τέτοια δήλωση. Είμαστε δημοκράτες και πιστεύουμε ακράδαντα στη Δημοκρατία. Εχουμε κλεισμένη μέσα μας την Ελλάδα και το Λαό της. Είμαστε διατεθειμένοι να γεμίσουμε τους τάφους και τα μνήματα, που τώρα σκάβουμε, με τα δικά μας κορμιά, βέβαιοι πως κάποτε, πολύ σύντομα ο ελληνικός λαός θα στήσει εκεί ανδριάντες ηρωισμού και παλικαριάς.
Εμείς οι 1.500 δεσμώτες του “Β’ τάγματος Σκαπανέων” από το ξερόνησο Μακρονήσι, με μια φωνή βροντοφωνάζουμε: Δεν υπογράφουμε την εξευτελιστική δήλωση που μας ζητάνε. Αυτή είναι η τελευταία μας λέξη. Δεν έχουμε να πούμε τίποτα άλλο».
Το λεγόμενο «Γ’ Δικαστήριο Δωσιλόγων» τον Μάρτη του 1947 ήταν μια κακοστημένη παράσταση. Όχι δικαιοσύνη, αλλά πλυντήριο για τους δοσίλογους. Οι σφαγείς αθωώθηκαν, γιατί το κράτος τους ήθελε στην υπηρεσία του νέου «εχθρού»: του λαού, του κομμουνιστικού κινήματος, της Αντίστασης που δεν λύγισε.
Από το μπλόκο στη Μακρόνησο – η ίδια συνέχεια

Το αίμα της Κοκκινιάς δεν έμεινε στο ’44. Έγινε αλυσίδα: από τα εκτελεστικά αποσπάσματα στην Κατοχή, στις φυλακές και τα ξερονήσια του εμφυλίου και του μετεμφυλίου. Οι ίδιοι που πρόδωσαν την πατρίδα στους κατακτητές, έγιναν οι «εθνικόφρονες» διώκτες του λαού.
Να θυμόμαστε – να αγωνιζόμαστε
Το Μπλόκο της Κοκκινιάς δεν είναι απλά ένα κεφάλαιο της Ιστορίας. Είναι κραυγή.
Κραυγή ενάντια στον φασισμό, τον δωσιλογισμό, την εξουσία που στήνει τα εκτελεστικά αποσπάσματα για να διασώσει τους προνομιούχους.
Τιμή στους εκτελεσμένους, ατίμωση στους προδότες.
Η Κοκκινιά δεν ξεχνά. Ο λαός δεν ξεχνά. Και όσο δεν ξεχνά, θα αγωνίζεται.


Να κλείσουμε την ανάρτησή μας με μια επισήμανση για το … πως γράφουν την ιστορία οι νικητές. Η Απριλιανή χούντα διόρισε τον ανιψιό του Πλυντζανόπουλου δήμαρχο Κοκκινιάς κι αυτός στον τόπο του Μπλόκου τοποθέτησε επιγραφή, που έγραφε: «Προδόται και μασκοφόροι κομμουνισταί, και εαμίται, ελασίται, παρέδωσαν εις τους βαρβάρους κατακτητάς την 17ην Αυγούστου 1944, αγνούς πατριώτας αγωνιστάς της Εθνικής Αντίστασης. Τέκνα ηρωικά της Νίκαιας, οι οποίοι και εξετελέσθησαν εις τον χώρον τούτον».

0 Comments