Αν και οι κάμερες δεν μετέδιδαν εικόνα και τα μικρόφωνα ήταν κλειστά, ο κακός χαμός που έγινε στην Βουλή με πρωταγωνίστρια τη Ζωή Κωνσταντοπούλου που βρήκε “αντίπαλο” τη βουλευτή του ΚΚΕ Μαρία Κομνηνάκα, ανακυκλώθηκε στα ΜΜΕ από αυτόπτες μάρτυρες.
Αν κάποιος παρακολουθούσε τον συγκεκριμένο διάλογο χωρίς να ξέρει ότι διεξάγεται μέσα στο ελληνικό κοινοβούλιο, θα νόμιζε ότι έπεσε πάνω σε επεισόδιο οικογενειακής σαπουνόπερας χαμηλού κόστους, κάπου ανάμεσα σε τηλεοπτικό καβγά μεσημεριανής ζώνης και λαϊκό δικαστήριο καφενείου.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου, εμφανώς σε κατάσταση πολιτικού πανικού, έχει πλέον περάσει σε άλλο επίπεδο. Εκεί όπου κάθε πολιτικός αντίπαλος είναι «φασίστας», κάθε διαφωνία «συστημική εκτροπή» και κάθε επώνυμο κρύβει πίσω του οικογενειακές συνωμοσίες, κουμπαριές, σόγια και ύποπτες συγγένειες μέχρι τρίτου ξαδέλφου.
Κι όλα αυτά την ώρα που η Μαρία Καρυστιανού πλανάται σαν πολιτικό φάντασμα πάνω από την Πλεύση Ελευθερίας, απειλώντας να απορροφήσει ένα μεγάλο κομμάτι του ακροατηρίου που μέχρι χτες συγκινούνταν από τις θεατρικές μονοπρόζες της Ζωής.
Ετσι εξηγείται και το παραλήρημα.
Από το «είσαι γυναίκα και υπερασπίζεσαι αυτές τις συμπεριφορές» μέχρι τις επιχειρηματικές συναλλαγές παππούδων, συγγενείς συζύγων, οικογενειακά δέντρα και πολιτικά γενεαλογικά DNA, η πρόεδρος της Πλεύσης έδωσε ρεσιτάλ πολιτικής υστερίας. Αν συνεχίσει έτσι, σε λίγο θα ζητά πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης πριν μιλήσει οποιοσδήποτε βουλευτής στη Βουλή.
Το απολαυστικότερο σημείο ήταν όταν, μέσα σε λίγα λεπτά, χαρακτήρισε «φασίστες» όσους της απάντησαν, κατήγγειλε «συστημικές συμπεριφορές», ανακάτεψε την Κανέλλη, τον Μητσοτάκη, τον Μυλωνάκη, την χούντα, την Μπακογιάννη, τα «μανταλάκια», τα σόγια και τους τραμπούκους, δημιουργώντας ένα πολιτικό κοκτέιλ που θα ζήλευε και ο πιο εμπνευσμένος σεναριογράφος σουρεαλιστικής επιθεώρησης.
Η δε Μαρία Κομνηνάκα, σε αρκετές στιγμές, έμοιαζε περισσότερο με ψυχραιμό καθηγητή που προσπαθεί να συνεφέρει μαθητή σε κρίση παρά με κοινοβουλευτική αντίπαλο. Το «είσαι με τα καλά σου;» βγήκε σχεδόν αυθόρμητα, σαν ανθρώπινη αντίδραση αυτοάμυνας μπροστά στην καταιγίδα ανορθολογισμού.
Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο αισθητικό ή επικοινωνιακό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Γιατί όταν η πολιτική μετατρέπεται σε προσωπικό ψυχόδραμα, όταν η καταγγελία γίνεται μόνιμη κατάσταση ύπαρξης και όταν όποιος διαφωνεί βαφτίζεται «φασίστας», τότε η γελοιοποίηση δεν πλήττει μόνο τον φορέα της. Υποβαθμίζει συνολικά κάθε έννοια πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου επένδυσε επί χρόνια σε μια εικόνα «αντισυστημικής αδιαλλαξίας». Ομως πλέον το έργο αρχίζει να θυμίζει θίασο που παίζει το ίδιο κουρασμένο έργο μπροστά σε κοινό που αποχωρεί από την πλαϊνή έξοδο.
Και το χειρότερο για την ίδια είναι ότι φαίνεται να το αντιλαμβάνεται. Γι’ αυτό και η ένταση, οι κραυγές, οι πανικόβλητες επιθέσεις προς πάσα κατεύθυνση.
Οταν η πολιτική αρχίζει να χάνει το κοινό της, το θέατρο γίνεται υστερία.


0 Comments