Η περίφημη φράση «L’État, c’est moi» – «Το Κράτος είμαι εγώ» – αποδίδεται στον Λουδοβίκο ΙΔ΄ και συμπυκνώνει όλη την ουσία της απόλυτης μοναρχίας: το κράτος δεν είναι θεσμοί, συλλογικές διαδικασίες ή λαϊκή βούληση. Είναι η προσωπική προέκταση του ηγεμόνα.
Τρεισήμισι αιώνες αργότερα, ο Σωκράτης Φάμελλος μάς παρουσίασε τη σύγχρονη, μικροκομματική εκδοχή της ίδιας λογικής.
Με τη δήλωσή του ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι στις επόμενες εκλογές μέσα σε ένα ενωτικό προοδευτικό σχήμα», δεν ανακοίνωσε απλώς μια εκλογική συνεργασία. Ανακοίνωσε, ουσιαστικά, την πολιτική διαθήκη του ΣΥΡΙΖΑ όπως τον γνωρίσαμε. Μια διατύπωση που ακούστηκε λιγότερο σαν πολιτική πρόταση και περισσότερο σαν αναγγελία εκκαθάρισης υπό νέα διεύθυνση.
Γιατί εδώ δεν μιλάμε για ισότιμη σύμπραξη πολιτικών δυνάμεων. Μιλάμε για ένα κόμμα που, μετά από αλλεπάλληλες ήττες, διασπάσεις και πολιτική αποσύνθεση, ετοιμάζεται να παραδώσει τα κλειδιά του στον προηγούμενο ιδιοκτήτη του: τον Αλέξη Τσίπρα.
Και το ερώτημα είναι αμείλικτο: Ποιος ακριβώς έδωσε στον Φάμελλο την εξουσιοδότηση να διαπραγματεύεται την πολιτική αυτοδιάλυση του ΣΥΡΙΖΑ;
Υπήρξε απόφαση Συνεδρίου; Απόφαση Κεντρικής Επιτροπής; Εστω κάποια συλλογική διαδικασία που να νομιμοποιεί αυτή τη στρατηγική; Ή μήπως ο πρόεδρος του κόμματος αποφάσισε μόνος του ότι μπορεί να λειτουργεί ως συμβολαιογράφος της διάλυσης;
Διότι την ίδια στιγμή που καλεί στελέχη να μην αποχωρούν προς το νέο σχήμα Τσίπρα, στην πραγματικότητα τους λέει: «Μην φεύγετε ακόμα. Θα μεταφερθούμε όλοι μαζί, συντεταγμένα».
Πρόκειται για πολιτικό σουρεαλισμό.
Από τη μία εμφανίζεται ως υπερασπιστής της κομματικής συνοχής και από την άλλη προετοιμάζει τη μετάβαση σε ένα ασαφές «ενωτικό προοδευτικό σχήμα», χωρίς κανείς να γνωρίζει:
ποιος θα ηγείται,
ποιο θα είναι το πολιτικό του στίγμα,
τι θα απογίνουν όσοι διαφωνούν,
ποιο πρόγραμμα θα έχει
και –κυρίως– αν θα υπάρχει πλέον ΣΥΡΙΖΑ ή απλώς ένα νέο προσωποπαγές μόρφωμα με διαφορετική ταμπέλα.
Ολα αυτά, φυσικά, όχι μέσα από ανοιχτή πολιτική συζήτηση αλλά μέσω διαρροών, παρασκηνιακών συνεννοήσεων και διαδρόμων.
Ο Φάμελλος μοιάζει πλέον όχι με πρόεδρο αριστερού κόμματος αλλά με διαχειριστή πτώχευσης εταιρείας που αναζητά τον πιο ανώδυνο τρόπο μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων στους παλιούς μετόχους.
Και μέσα σε αυτή τη διαδικασία, η διαγραφή Πολάκη λειτουργεί σχεδόν συμβολικά: όποιος δημιουργεί εσωτερικό πρόβλημα απομακρύνεται ώστε να ολοκληρωθεί ομαλά η «αναδιάρθρωση».
Το πιο τραγικό όμως δεν είναι η στάση του ίδιου του Φάμελλου. Είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ καταλήγει να επιβεβαιώνει αυτό που επί χρόνια κατήγγελλε στους άλλους:
τη μετατροπή ενός κόμματος σε προσωπικό φέουδο πολιτικών μηχανισμών.
Οταν ένα κόμμα παύει να λειτουργεί συλλογικά και γίνεται μηχανισμός προσωπικών στρατηγικών, η κατάληξη είναι αναπόφευκτη. Η πολιτική μετατρέπεται σε διαχείριση καρεκλών, οι ιδέες σε επικοινωνιακές ετικέτες και τα μέλη σε χειροκροτητές προειλημμένων αποφάσεων.
Το «L’État, c’est moi» του Φάμελλου δεν είναι απλώς αλαζονεία. Είναι η ομολογία ενός πολιτικού συστήματος που θεωρεί τα κόμματα ιδιοκτησία του.
Και κάπως έτσι, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν διαλύεται με πάταγο.
Διαλύεται αργά, γραφειοκρατικά και με βασιλική υπογραφή.


0 Comments