Η φημολογία για δη
μιουργία κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά δεν είναι πλέον απλή σεναριολογία πολιτικών διαδρόμων. Το γεγονός ότι ακόμη και φιλοκυβερνητικά ή βαθιά συστημικά μέσα, όπως το Πρώτο Θέμα, θεωρούν δεδομένη την εκλογική κάθοδο ενός «σαμαρικού φορέα», στις επόμενες εκλογές, δείχνει ότι υπάρχουν υπαρκτές διεργασίες στο εσωτερικό της δεξιάς πολυκατοικίας. Και φυσικά το ερώτημα που τίθεται δεν είναι απλώς προσωπικό ή οργανωτικό. Είναι βαθιά πολιτικό: υπάρχει πράγματι κοινωνικό και εκλογικό ακροατήριο για ένα τέτοιο εγχείρημα; Και αν ναι, μπορεί να ρίξει τη Νέα Δημοκρατία κάτω από το ψυχολογικό όριο του 25%;
Η απάντηση είναι ότι το σενάριο αυτό δεν είναι καθόλου απίθανο.
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη εμφανίζει τα τελευταία δύο χρόνια μια σταθερή πολιτική φθορά, η οποία δεν περιορίζεται μόνο στη γενική κοινωνική δυσαρέσκεια λόγω ακρίβειας, ιδιωτικοποιήσεων, υποκλοπών ή κρατικής αλαζονείας. Υπάρχει και μια εσωτερική κρίση ταυτότητας στη Νέα Δημοκρατία. Ένα σημαντικό τμήμα του παραδοσιακού δεξιού ακροατηρίου — λαϊκή δεξιά, εθνικιστές, σκληροί αντικομμουνιστές, θρησκευτικά συντηρητικοί, ακόμα και τμήματα της παλιάς καραμανλικής βάσης — θεωρεί ότι ο Μητσοτάκης μετέτρεψε τη Ν.Δ. σε ένα κόμμα «τεχνοκρατικού κέντρου», περισσότερο συνδεδεμένο με τραπεζικά, επιχειρηματικά και διεθνή λόμπι παρά με τη «λαϊκή δεξιά» που γνώριζαν.
Η είσοδος πρώην στελεχών του ΠΑΣΟΚ στο κυβερνητικό στρατόπεδο, η προβολή μιας ατζέντας «εκσυγχρονιστικού φιλελευθερισμού», η υπερπροβολή των επικοινωνιολόγων και των marketeers, η απόσταση από την παραδοσιακή εθνικοπατριωτική ρητορική, αλλά και ζητήματα όπως ο γάμος των ομόφυλων ζευγαριών, δημιούργησαν πραγματική αποξένωση σε ένα τμήμα της δεξιάς βάσης.
Ο Σαμαράς επιχειρεί ακριβώς να εμφανιστεί ως πολιτικός εκφραστής αυτής της δυσαρέσκειας. Όχι ως «αντισυστημικός», φυσικά — κάθε άλλο. Ο Σαμαράς είναι γνήσιο τέκνο του αστικού πολιτικού συστήματος και έχει υπηρετήσει πιστά μνημόνια, καταστολή και νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα. Όμως επιχειρεί να παρουσιαστεί ως εκπρόσωπος της «πατριωτικής δεξιάς» απέναντι στον «ακροκεντρώο μητσοτακισμό».
Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο στοιχείο: η εκλογική δύναμη που μπορεί να αποκτήσει ένα τέτοιο κόμμα ίσως να μην είναι τεράστια — πιθανόν 5% έως 8% σε πρώτη φάση — αλλά αρκεί για να προκαλέσει στρατηγικό πλήγμα στη Νέα Δημοκρατία. Γιατί η Ν.Δ. σήμερα δεν διαθέτει το κοινωνικό ρεύμα του 2019. Η κυριαρχία της βασίζεται κυρίως στην αδυναμία και την ανυποληψία της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης. Αν λοιπόν υπάρξει οργανωμένη διαρροή προς τα δεξιά της, το ποσοστό της μπορεί πράγματι να πιεστεί επικίνδυνα προς ή και κάτω από το 25%.
Και αυτό δεν θα είναι απλώς αριθμητικό πρόβλημα. Θα σηματοδοτεί βαθύτερη κρίση ηγεμονίας για το κυβερνητικό στρατόπεδο. Διότι ένα κόμμα εξουσίας που πέφτει κοντά ή κάτω από το 25% παύει να εμφανίζεται ως αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού. Αρχίζουν τότε οι φυγόκεντρες τάσεις, οι εσωτερικές αμφισβητήσεις, οι συγκρούσεις συμφερόντων και οι διεργασίες διαδοχής.
Βεβαίως, υπάρχει και η άλλη όψη. Ένα κόμμα Σαμαρά ενδέχεται να λειτουργήσει όχι μόνο ως διασπαστικός παράγοντας αλλά και ως μηχανισμός «ανακύκλωσης» της δεξιάς δυσαρέσκειας μέσα στο ίδιο στρατόπεδο. Δηλαδή να απορροφήσει ψηφοφόρους που διαφορετικά θα κατευθύνονταν προς πιο ακραίες ή ανεξέλεγκτες επιλογές και τελικά να αποτελέσει εφεδρεία του συστήματος για μελλοντικές κυβερνητικές συνεργασίες. Το αστικό πολιτικό σύστημα άλλωστε έχει μεγάλη εμπειρία στο να δημιουργεί «βαλβίδες εκτόνωσης» όταν ένα κυρίαρχο κόμμα φθείρεται.
Από ταξική σκοπιά, συνεπώς, το πρόβλημα δεν είναι αν η δεξιά θα εκφράζεται από τον Μητσοτάκη ή τον Σαμαρά. Το πρόβλημα είναι ότι η κοινωνική οργή κινδυνεύει ξανά να εγκλωβιστεί μέσα σε ενδοδεξιές ανακατατάξεις, χωρίς να αμφισβητείται ο πυρήνας της ίδιας αντιλαϊκής πολιτικής. Γιατί είτε με «ακροκεντρώο» πρόσωπο είτε με «πατριωτικό» προσωπείο, η στρατηγική παραμένει ίδια: εξυπηρέτηση κεφαλαίου, ιδιωτικοποιήσεις, καταστολή, ευρωατλαντική πρόσδεση και τσάκισμα κοινωνικών δικαιωμάτων.
Το αν η Νέα Δημοκρατία θα πέσει κάτω από το 25% θα εξαρτηθεί τελικά όχι μόνο από τις κινήσεις Σαμαρά αλλά και από το αν θα υπάρξει πραγματική κοινωνική και πολιτική έκφραση της λαϊκής δυσαρέσκειας έξω από τα στενά όρια του αστικού δικομματισμού. Γιατί διαφορετικά, το μόνο που θα αλλάξει θα είναι ο διαχειριστής της ίδιας πολιτικής βαρβαρότητας.


0 Comments