Στις 28 Ιούνη 1988 η οργάνωση 17 Νοέμβρη εκτελεί στο Ψυχικό τον Γουίλιαμ Νορντίν, στρατιωτικό ακόλουθο της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα. Η ενέργεια αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα χτυπήματα της οργάνωσης απέναντι στην αμερικανική παρουσία στην Ελλάδα και συνοδεύτηκε από μία τεράστια προκήρυξη, η οποία στην πραγματικότητα ξεπερνούσε κατά πολύ τα όρια μιας τυπικής «ανάληψης ευθύνης».
Η συγκεκριμένη προκήρυξη υπήρξε ένα εκτενές πολιτικό και ιδεολογικό μανιφέστο της 17Ν γύρω από το Κυπριακό, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τον ρόλο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, τη φύση του ελληνικού κράτους, του στρατού και του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος.
Η 17Ν παρουσίαζε την εκτέλεση Νορντίν ως «αντιιμπεριαλιστική ενέργεια», συνδέοντάς την άμεσα με την τουρκική εισβολή και κατοχή της Κύπρου. Σύμφωνα με την οργάνωση, ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός υπήρξε ο βασικός υπεύθυνος τόσο για τα γεγονότα του 1974 όσο και για τη μετέπειτα παγίωση της τουρκικής κατοχής και των διεκδικήσεων της Άγκυρας στο Αιγαίο.
Στο κείμενο της προκήρυξης η 17Ν υποστήριζε ότι οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ αντιμετώπιζαν την Τουρκία ως βασικό γεωπολιτικό χωροφύλακα στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή, αδιαφορώντας πλήρως —όπως έγραφε— για τα δικαιώματα, την ιστορία και την πολιτισμική ταυτότητα των λαών της περιοχής.
Παράλληλα, η οργάνωση απέδιδε σοβαρές ευθύνες όχι μόνο στη χούντα αλλά και στις κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ μετά τη μεταπολίτευση. Κατά την ανάλυσή της, οι ελληνικές κυβερνήσεις αποδέχτηκαν στην πράξη τα τετελεσμένα της εισβολής και κινήθηκαν πάντοτε μέσα στα όρια που επέβαλλαν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.
Με ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα, η 17Ν χαρακτήριζε το μεταπολιτευτικό σύστημα ως «κοινοβουλευτισμό εθνικής μειοδοσίας», θεωρώντας ότι το ελληνικό πολιτικό προσωπικό δεν μπορούσε να ακολουθήσει πραγματικά ανεξάρτητη πολιτική λόγω της εξάρτησης της ελληνικής άρχουσας τάξης από το δυτικό κεφάλαιο και τον αμερικανικό παράγοντα.
Ενα μεγάλο μέρος της προκήρυξης αφιερωνόταν στον ρόλο των Ενόπλων Δυνάμεων. Η 17Ν υποστήριζε ότι ο ελληνικός στρατός λειτούργησε ιστορικά κυρίως ως αντικομμουνιστικός και ταξικός μηχανισμός καταστολής στο εσωτερικό της χώρας —από τον εμφύλιο και τη μετεμφυλιακή περίοδο μέχρι τη χούντα και το Πολυτεχνείο— ενώ, αντίθετα, απουσίασε όταν τέθηκε το ζήτημα της υπεράσπισης της Κύπρου απέναντι στην τουρκική εισβολή.
Η προκήρυξη έκανε επίσης εκτενείς αναφορές στη διαφθορά των εξοπλιστικών προγραμμάτων, στις σχέσεις στρατιωτικών και κρατικών παραγόντων με δυτικές πολεμικές βιομηχανίες και σε δίκτυα επιρροής ξένων μυστικών υπηρεσιών μέσα στον κρατικό μηχανισμό.
Ταυτόχρονα, η 17Ν επιχειρούσε να συνδέσει τις τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες με τη διάλυση κοινωνικών υπηρεσιών όπως η Παιδεία, η Υγεία και η Κοινωνική Πρόνοια, δίνοντας στο κείμενό της έναν συνολικό κοινωνικό και ταξικό χαρακτήρα.
Η οργάνωση δεν περιοριζόταν μόνο στην καταγγελία της εξάρτησης. Διατύπωνε και ένα σαφές πολιτικό πρόγραμμα ρήξης με το δυτικό στρατόπεδο: έξοδο από το ΝΑΤΟ, κλείσιμο των αμερικανικών βάσεων, κρατικοποίηση στρατηγικών τομέων της οικονομίας, εργατικό έλεγχο στις επιχειρήσεις, άρνηση πληρωμής του εξωτερικού χρέους και σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.
Μέσα από αυτή τη λογική, η 17Ν παρουσίαζε την εθνική ανεξαρτησία ως αδύνατη χωρίς ταυτόχρονη κοινωνική και οικονομική ανατροπή.
Στο τελευταίο μέρος της προκήρυξης, η οργάνωση αιτιολογούσε άμεσα την επιλογή του Νορντίν ως στόχου. Τον παρουσίαζε όχι ως έναν απλό διπλωμάτη αλλά ως υψηλόβαθμο εκπρόσωπο των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Ελλάδα και κρίκο του αμερικανικού στρατιωτικού μηχανισμού στην περιοχή.
Η 17Ν χαρακτήριζε τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις «δύναμη κατοχής» και δήλωνε ότι θα συνεχίσει τις επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στόχων μέχρι να αποχωρήσουν οι αμερικανικές βάσεις από την Ελλάδα και ο τουρκικός στρατός από την Κύπρο.
Η εκτέλεση Νορντίν πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο όπου ο αντιαμερικανισμός παρέμενε έντονος σε σημαντικά τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, ιδιαίτερα λόγω της μνήμης της δικτατορίας, της κυπριακής τραγωδίας και της παρουσίας των αμερικανικών βάσεων.
Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αργότερα, η υπόθεση Νορντίν παραμένει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά επεισόδια της ένοπλης πολιτικής βίας της μεταπολίτευσης και ταυτόχρονα ένα ιστορικό αποτύπωμα του εκρηκτικού πολιτικού κλίματος της εποχής: της βαριάς σκιάς της χούντας, του τραύματος της Κύπρου, των ανταγωνισμών του Ψυχρού Πολέμου, της εξάρτησης από τις δυτικές δυνάμεις και της ανάπτυξης ενός ισχυρού αντιιμπεριαλιστικού ρεύματος στην ελληνική κοινωνία των δεκαετιών του ’70 και του ’80.


0 Comments