Η λαϊκή αυτοάμυνα δεν έχει μία μόνο μορφή. Τη συναντάμε όταν κάτοικοι και συλλογικότητες προσπαθούν να εμποδίσουν τον πλειστηριασμό μιας λαϊκής κατοικίας. Τη βλέπουμε στις κοινωνικές κουζίνες, στις δομές αλληλεγγύης, στις πρωτοβουλίες στήριξης ανθρώπων που χτυπήθηκαν από την ανεργία, τη φτώχεια, τις πλημμύρες ή τις πυρκαγιές. Είναι η αυθόρμητη ή οργανωμένη προσπάθεια της κοινωνίας να προστατεύσει τον εαυτό της εκεί όπου το κράτος είτε απουσιάζει είτε λειτουργεί ως μηχανισμός αναπαραγωγής των κοινωνικών ανισοτήτων.
Αυτές οι μορφές λαϊκής αυτοάμυνας, παρά τις κατά καιρούς δυσκολίες που συναντούν, είναι σε γενικές γραμμές ανεκτές από το σύστημα. Άλλωστε, θα ήταν πολιτικά δυσβάσταχτο για οποιαδήποτε κυβέρνηση να στείλει τα ΜΑΤ να διαλύσουν μια κοινωνική κουζίνα ή να κυνηγήσει εθελοντές που συνδράμουν πληγέντες από φυσικές καταστροφές.
Τα πράγματα αλλάζουν όμως όταν η λαϊκή αυτοάμυνα στρέφεται ευθέως εναντίον των πυλώνων του συστήματος, των μηχανισμών εξουσίας και των προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων που απολαμβάνουν ασυλία.
Ας το πούμε πιο καθαρά.
Κάθε σύγχρονο καθεστώς αστικής κυριαρχίας, όσο κι αν εμφανίζεται με τον μανδύα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στηρίζεται σε ένα πλέγμα θεσμοθετημένης βίας. Και αυτή η βία δεν περιορίζεται στο γκλομπ του αστυνομικού ή στην ταξική λειτουργία της δικαιοσύνης.
Βία είναι η ανεργία που χρησιμοποιείται ως μέσο εκβιασμού. Βία είναι ο μισθός που δεν φτάνει να βγει ο μήνας. Βία είναι η απειλή της απόλυσης. Βία είναι να ζεις καθημερινά με τον φόβο της επιβίωσης. Βία είναι να γνωρίζεις ότι η πρόσβαση σε στοιχειώδη κοινωνικά αγαθά εξαρτάται από το πορτοφόλι σου.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η εμπορευματοποίηση της Υγείας. Η λογική που αντιμετωπίζει τον άρρωστο ως πελάτη και τη θεραπεία ως εμπόρευμα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο ακραίες φωνές του νεοφιλελευθερισμού, όπως η Μιράντα Ξαφά, έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει την πλήρη ιδιωτικοποίηση του συστήματος υγείας. Η λογική είναι απλή και κυνική: όποιος έχει χρήματα θα έχει πρόσβαση στην περίθαλψη· όποιος δεν έχει, ας τα βγάλει πέρα μόνος του.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναπτύσσεται και το φαινόμενο με το «φακελάκι». Όχι ως εξαίρεση, αλλά ως σύμπτωμα μιας συνολικότερης αντίληψης που μετατρέπει το δικαίωμα στην υγεία σε προνόμιο προς πώληση.
Γι’ αυτό και οι παρεμβάσεις του Ρουβίκωνα απέναντι σε γιατρούς που καταγγέλλονται για χρηματισμό αποκτούν ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Ανεξάρτητα από τη συμφωνία ή τη διαφωνία που μπορεί να έχει κανείς με τη μορφή αυτών των ενεργειών, είναι προφανές ότι πρόκειται για μια εκδοχή λαϊκής αυτοάμυνας απέναντι σε μια κατάσταση που μεγάλα τμήματα της κοινωνίας βιώνουν ως κραυγαλέα αδικία.
Βέβαια, η ιστορία έχει δείξει τα όρια τέτοιων πρακτικών. Από τις επαναστατικές συνωμοτικές οργανώσεις του 19ου αιώνα μέχρι τη Ναρόντναγια Βόλια και άλλες αντίστοιχες κινήσεις, καμία ομάδα δεν μπόρεσε να σπάσει το κρατικό μονοπώλιο της βίας μέσα από μεμονωμένες ενέργειες.
Γι’ αυτό και παραμένει επίκαιρη η επισήμανση του Λένιν:
«Μόνο το μαζικό κίνημα μπορεί να θεωρηθεί σαν πραγματική πολιτική πάλη. Και οι μεμονωμένες τρομοκρατικές ενέργειες μπορούν και πρέπει να φέρουν όφελος μόνο όταν βρίσκονται σε στενή και άμεση σύνδεση με το μαζικό κίνημα».
Η ουσιαστική διαφορά που καταγράφεται σήμερα δεν βρίσκεται τόσο στις ίδιες τις ενέργειες του Ρουβίκωνα, όσο στην κοινωνική απήχηση που αυτές συναντούν.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο από την πρόσφατη παρέμβαση σε γιατρό που καταγγέλθηκε για «φακελάκια» δεν είναι η ίδια η δράση. Είναι η τεράστια λαϊκή αποδοχή που προκάλεσε.
Δεκάδες χιλιάδες αντιδράσεις, εκατοντάδες χιλιάδες προβολές του σχετικού βίντεο και σχεδόν καθολική επιδοκιμασία στα σχόλια αποτυπώνουν ένα κοινωνικό γεγονός που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Δεν πρόκειται για την αποδοχή μιας στενής πολιτικής μειοψηφίας. Πρόκειται για μια ευρύτερη κοινωνική διάθεση που διαπερνά ιδεολογικές και κομματικές γραμμές.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό μήνυμα για το πολιτικό σύστημα.
Όταν χιλιάδες άνθρωποι χειροκροτούν δημόσιες παρεμβάσεις εναντίον διεφθαρμένων γιατρών ή εργοδοτών, δεν εκφράζουν απλώς οργή απέναντι σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Εκφράζουν την πεποίθηση ότι οι επίσημοι μηχανισμοί ελέγχου έχουν αποτύχει.
Δεν πιστεύουν ότι το κράτος θα τιμωρήσει τον φακελάκια γιατρό.
Δεν πιστεύουν ότι η Επιθεώρηση Εργασίας θα προστατεύσει τον εργαζόμενο.
Δεν πιστεύουν ότι η δικαιοσύνη λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο για όλους.
Με άλλα λόγια, η κοινωνική αποδοχή τέτοιων ενεργειών δεν είναι πρωτίστως ψήφος εμπιστοσύνης στον Ρουβίκωνα. Είναι ψήφος δυσπιστίας απέναντι στο ίδιο το κράτος και τους θεσμούς του.
Και όταν μια κοινωνία αρχίζει να αναζητά έξω από τους επίσημους θεσμούς αυτό που θεωρεί δικαιοσύνη, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται σε όσους παρεμβαίνουν. Βρίσκεται πρωτίστως σε εκείνους που, ενώ υποτίθεται ότι έχουν την ευθύνη να αποδίδουν δικαιοσύνη, έχουν πείσει τους πολίτες ότι δεν μπορούν ή δεν θέλουν να το κάνουν.




Υστατη αμυνα εναντιον των λακεδων της εξουσιας.