Στα Χανιά γράφτηκε ακόμα μία σελίδα αίματος στη μακρά λίστα της έμφυλης βίας. Η 45χρονη Σταυρούλα Λεβεντάκη δολοφονήθηκε από τον 43χρονο ενοικιαστή του σπιτιού της. Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, ένας καυγάς που ξεκίνησε από ζητήματα σχετικά με το σπίτι κατέληξε σε ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Ο δράστης όχι μόνο αφαίρεσε τη ζωή της γυναίκας, αλλά επιχείρησε και να εξαφανίσει τα ίχνη του εγκλήματος, κρύβοντας τη σορό της σε χωράφι, πιστεύοντας ότι θα αποφύγει τις συνέπειες των πράξεών του.
Ας σταματήσουμε, επιτέλους, να κρύβουμε την πραγματικότητα πίσω από λέξεις που αθωώνουν. Δεν πρόκειται για «τραγωδία», ούτε για «οικογενειακή διαφορά», ούτε φυσικά για «έγκλημα πάθους». Πρόκειται για γυναικοκτονία. Για μία ακόμη γυναίκα που έχασε τη ζωή της μέσα σε μια κοινωνία όπου η έμφυλη βία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως παράπλευρη απώλεια της καθημερινότητας.
Η Σταυρούλα πήγε να διευθετήσει ζητήματα που αφορούσαν το ακίνητό της και δεν επέστρεψε ποτέ. Το σώμα της βρέθηκε ύστερα από μέρες αναζήτησης, θαμμένο σαν να μην είχε αξία ανθρώπινης ζωής. Η εικόνα αυτή δεν αποτυπώνει μόνο τη φρίκη ενός εγκλήματος· αποτυπώνει και μια κοινωνική πραγματικότητα όπου οι γυναίκες εξακολουθούν να βρίσκονται εκτεθειμένες σε πολλαπλές μορφές εξουσίας, καταπίεσης και βίας.
Δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό. Είναι κοινωνικό φαινόμενο.
Κάθε φορά που μια γυναίκα δολοφονείται, ακούμε τις ίδιες φράσεις. «Ήταν ένα κακό ξέσπασμα». «Κανείς δεν το περίμενε». «Μια οικογενειακή τραγωδία». Κι όμως, η επανάληψη αυτών των εγκλημάτων αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο: δεν μιλάμε για εξαιρέσεις, αλλά για μια βαθιά ριζωμένη κοινωνική πραγματικότητα.
Η πατριαρχία δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Είναι οι σχέσεις εξουσίας που θεωρούν τις γυναίκες ευάλωτες, διαθέσιμες, αναλώσιμες. Είναι η κουλτούρα που συχνά υποβαθμίζει τις καταγγελίες, που αναζητά ελαφρυντικά για τους δράστες και που αντιμετωπίζει τις γυναικοκτονίες ως ειδήσεις της μιας ημέρας.
Ταυτόχρονα, η οικονομική ανασφάλεια, η στεγαστική κρίση, η φτώχεια και η κοινωνική εγκατάλειψη δημιουργούν ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο οι γυναίκες βρίσκονται συχνά πιο εκτεθειμένες σε κινδύνους και μορφές βίας. Η έμφυλη καταπίεση δεν υπάρχει έξω από τις κοινωνικές και ταξικές συνθήκες· συνυπάρχει και αναπαράγεται μέσα σε αυτές.
Να ονομάζουμε το έγκλημα με το όνομά του
Πόσες ακόμη γυναίκες πρέπει να δολοφονηθούν για να σταματήσουμε να μιλάμε για «τραγικά συμβάντα»; Πόσες ακόμη ζωές πρέπει να χαθούν για να αναγνωριστεί ότι η γυναικοκτονία αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή κοινωνικής και έμφυλης βίας;
Η Σταυρούλα Λεβεντάκη δεν είναι η πρώτη γυναίκα που χάνεται με αυτόν τον τρόπο. Αν δεν αλλάξουν οι κοινωνικοί όροι που γεννούν και αναπαράγουν την έμφυλη βία, δυστυχώς δεν θα είναι ούτε η τελευταία.
Η μνήμη της απαιτεί κάτι περισσότερο από θλίψη. Απαιτεί οργή, διεκδίκηση και συλλογική δράση. Γιατί οι γυναικοκτονίες δεν είναι ατυχήματα της ανθρώπινης φύσης. Είναι κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα. Και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπιστεί.


0 Comments