Το ποστ της Τζίνας Μοσχολιού δεν είναι απλώς μια εύστοχη παρατήρηση. Είναι η κυνική διαπίστωση όσων δεν έχουν ακόμη χάσει εντελώς την ικανότητα να σκέφτονται.
Γιατί κάποια πράγματα, όσο κι αν προσπαθήσεις να τα παρουσιάσεις με εισαγγελικό ύφος, δεν παύουν να είναι εξωφρενικά.
Ας θυμηθούμε λοιπόν την ιστορία.
Ο κάτοχος της προπληρωμένης κάρτας που χρησιμοποιήθηκε για την αποστολή των μολυσμένων SMS του Predator υποστήριξε ότι είχε χάσει την κάρτα και ότι κάποιος άγνωστος την ενεργοποίησε με… δικό του PIN.
Και αυτός ο ισχυρισμός έγινε δεκτός από τον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση, ο οποίος έθεσε τις σχετικές μηνύσεις στο αρχείο.
Μόνο που υπήρχε μια μικρή λεπτομέρεια.
Η Εθνική Τράπεζα είχε δώσει διαφορετική εικόνα.
Σύμφωνα με στοιχεία που είχαν κατατεθεί, η ενεργοποίηση της συγκεκριμένης κάρτας και η χρήση του PIN δεν ήταν μια διαδικασία που μπορούσε απλώς να πραγματοποιήσει ένας τυχαίος «καλός Σαμαρείτης» που βρήκε μια χαμένη κάρτα στον δρόμο. Μάλιστα, η ίδια η τράπεζα είχε αντικρούσει τον ισχυρισμό περί ενεργοποίησης από άγνωστο τρίτο.
Κι όμως, η υπόθεση μπήκε στο αρχείο. Τρίτος, άγνωστος, αδύνατο να εντοπιστεί.
Μια εξήγηση που θα μπορούσε να σταθεί ίσως σε κακό αστυνομικό μυθιστόρημα. Όχι όμως και ως απάντηση σε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα παρακολουθήσεων της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.
Και μετά ήρθε η δίκη. Και τότε συνέβη κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον. Η πλήρης κίνηση της κάρτας αποκάλυψε ότι δεν υπήρχαν απλώς δύο συναλλαγές, όπως είχε εξεταστεί στην αρχική έρευνα. Υπήρχαν 165 συναλλαγές! Από τις 2 Ιουνίου 2020 έως τις 16 Δεκεμβρίου 2021. Εκατόν εξήντα πέντε.
Κι εδώ αρχίζει το πραγματικό πολιτικό και θεσμικό ερώτημα:
Πώς ακριβώς μπορεί μια υπόθεση να αρχειοθετείται με τόσο περιορισμένη εικόνα των πραγματικών κινήσεων μιας κάρτας, όταν αργότερα αποκαλύπτεται ένας ολόκληρος όγκος συναλλαγών; Δεν μιλάμε πλέον για μια ασήμαντη τεχνική λεπτομέρεια. Μιλάμε για μια υπόθεση στην οποία χρησιμοποιήθηκε συγκεκριμένη κάρτα για την αγορά υπηρεσιών αποστολής μολυσμένων SMS με Predator, ενώ στη συνέχεια αποκαλύφθηκε ότι η ίδια κάρτα είχε πραγματοποιήσει 165 συναλλαγές σε διάστημα περίπου ενάμιση χρόνου.
Και κάπου εδώ η ειρωνεία της Μοσχολιού γίνεται απολύτως κατανοητή.
Γιατί όταν η πραγματικότητα δεν χωράει στο αφήγημα, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα. Τότε εμφανίζεται ο «άγνωστος». Ο άγνωστος που βρήκε την κάρτα. Ο άγνωστος που γνώριζε ή απέκτησε το PIN. Ο άγνωστος που την ενεργοποίησε. Ο άγνωστος που τη χρησιμοποίησε. Ο άγνωστος που έκανε τις συναλλαγές.
Και τελικά ο άγνωστος που, ως από μηχανής Θεός, αναλαμβάνει να σηκώσει στις πλάτες του όλο το βάρος μιας υπόθεσης που ακουμπά τον σκληρό πυρήνα του σκανδάλου των υποκλοπών. Τι βολικό!
Και φυσικά, όταν μπλέκονται μυστικές υπηρεσίες, κρατικοί μηχανισμοί, επιχειρηματικά συμφέροντα και Predator, η κοινωνία καλείται να επιδείξει εμπιστοσύνη.
Να μην κάνει πολλές ερωτήσεις. Να μη θυμάται. Να μην κοιτάζει τις αντιφάσεις. Να αποδέχεται τις «εξηγήσεις». Και κυρίως, να πιστεύει ότι όλα αυτά είναι απλώς μερικές ατυχείς συμπτώσεις.
Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα:
Οι συμπτώσεις κάποια στιγμή τελειώνουν. Οι 165 συναλλαγές όμως παραμένουν.
Και όσο περισσότερο αποκαλύπτονται στοιχεία της υπόθεσης, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να πειστεί κανείς ότι όλα μπορούν να εξηγηθούν με έναν χαμένο «βιοπαλαιστή», έναν μυστηριώδη τρίτο και μια κάρτα που περιφερόταν μόνη της στον κόσμο.
Το ποστ της Τζίνας Μοσχολιού, λοιπόν, δεν εκφράζει έκπληξη.Εκφράζει κάτι πολύ χειρότερο: Την απουσία έκπληξης. Γιατί όσοι παρακολουθούν αυτή την υπόθεση από την αρχή έχουν δει ήδη αρκετά. Έχουν δει θεσμούς να ψάχνουν επιλεκτικά. Έχουν δει κρίσιμα στοιχεία να μένουν έξω από το κάδρο. Έχουν δει εξηγήσεις που προσβάλλουν την κοινή λογική.
Και έχουν δει, ξανά και ξανά, την εξουσία να ζητά από την κοινωνία ένα πράγμα: Να μην εμπιστεύεται τα μάτια της.
Μόνο που αυτή τη φορά υπάρχει κάτι που δεν μπορούν εύκολα να εξαφανίσουν από την εικόνα.
165 συναλλαγές. Και αυτές δεν είναι πολιτικό σχόλιο. Είναι αριθμός. Και οι αριθμοί, όσο κι αν ενοχλούν, έχουν το κακό συνήθειο να μην υπακούουν στα εισαγγελικά αφηγήματα.


0 Comments