Δεν είναι η πρώτη φορά. Και δυστυχώς δεν θα είναι η τελευταία.
Για άλλη μια φορά παρακολουθήσαμε το γνώριμο έργο της αστυνομικής καταστολής: πρώτα η επίθεση, μετά η σύλληψη και στο τέλος η κατασκευή του «ενόχου». Μόνο που αυτή τη φορά η κακοστημένη ασφαλίτικη σκευωρία δεν άντεξε μέχρι το τέλος.
Ο διαδηλωτής που συνελήφθη στις 25 Ιούλη 2026, στη μεγάλη διαδήλωση στο Άργος για τη δολοφονία του 20χρονου Θοδωρή Ζαβραδινού, βρέθηκε αντιμέτωπος με τις γνωστές κατηγορίες: αντίσταση κατά της αρχής και πρόκληση σωματικής βλάβης σε αστυνομικό.
Η κατηγορία, φυσικά, ήταν έτοιμη. Όπως έτοιμη είναι συνήθως και η αφήγηση: οι αστυνομικοί «δέχθηκαν επίθεση», ο διαδηλωτής «αντιστάθηκε», κάποιος «τραυματίστηκε» και κάπως έτσι ο άνθρωπος που βρέθηκε απέναντι στις δυνάμεις καταστολής μετατρέπεται μέσα σε λίγα λεπτά από διαδηλωτής σε… κατηγορούμενο.
Μόνο που στο Άργος υπήρχαν άνθρωποι που είδαν. Και δεν κράτησαν το στόμα τους κλειστό.
Αυτόπτες μάρτυρες, μεταξύ των οποίων η δικηγόρος Ιωάννα Κούρτοβικ και ο Αντώνης Ρέλλας από την Κίνηση Χειραφέτησης Αναπήρων «Μηδενική Ανοχή», κατέθεσαν για την αστυνομική επίθεση, τη χρήση κλομπ και χημικών και τα πραγματικά περιστατικά της σύλληψης.
Και τότε συνέβη κάτι που, αν και αυτονόητο σε μια στοιχειωδώς λειτουργούσα δικαιοσύνη, μοιάζει σχεδόν… αξιοσημείωτο: Ο εισαγγελέας της έδρας ζήτησε την αθώωσή του και για τις δύο κατηγορίες.
Η υπόθεση κατέρρευσε. Κι αυτό επειδή αυτή τη φορά υπήρχαν άνθρωποι που μπορούσαν να πουν: «Εμείς ήμασταν εκεί. Εμείς είδαμε τι έγινε».
Η μέθοδος είναι παλιά. Και έχει ξαναδοκιμαστεί.
Θυμηθείτε την υπόθεση Ινδαρέ και την περίπτωση της οικογένειας Καττή
Μετά τα γεγονότα στο Κουκάκι, ο Δημήτρης Ινδαρές και οι δύο γιοι του βρέθηκαν κατηγορούμενοι για σειρά αδικημάτων, μεταξύ των οποίων βία κατά υπαλλήλων, απείθεια, επικίνδυνη σωματική βλάβη και άλλα. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων τους αθώωσε το 2022 λόγω αμφιβολιών, ενώ η εισαγγελέας της έδρας είχε προτείνει την απαλλαγή τους.
Κάτι ανάλογο έγινε και με την οικογένειας Καττή.

“Σαπίζουν στο ξύλο” την μητέρα της οικογένειας, με αποτέλεσμα να την στείλουν στο νοσοκομείο.
Πετάνε στο έδαφος τον σύζυγο της και τον ξυλοφορτώνουν σε βαθμό να καταλήξει να νοσηλεύεται με καρδιακή προσβολή.
Ξυλοφορτώνουν τον γιο της οικογένειας και τον συλλαμβάνουν.
Oι “άντρες” του Χρυσοχουντίδη όταν το κορίτσι της οικογένειας αρχίζει να διαμαρτύρεται το ρίχνουν κάτω, το τραβούν απ’ τα μαλλιά, ενώ μπάτσος την γρονθοκοπεί στο κεφάλι αποκαλώντας την «πουτανάκι»…
Θα περίμενε κάποιος πως μετά από αυτή τη βάρβαρη επίθεση οι αστυνομικοί θα κάθονταν στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Δεν συνέβη όμως αυτό, αντιθέτως οι πέντε συλληφθέντες φορτώθηκαν με το μισό ποινικό κώδικα, και παραπέμφθηκαν κατηγορούμενοι με ψευδείς κατασκευασμένες κατηγορίες για διατάραξη κοινής ειρήνης, απείθεια, πρόκληση απλής σωματικής βλάβης, εξύβριση, παραβίαση μέτρων COVID-19, επικίνδυνη σωματική βλάβη, αντίσταση κατά της αρχής.
Στις εποχές, λοιπόν, της νεοδημοκρατικής κανονικότητας, οι μπάτσοι βασανίζουν τυχαίους πολίτες, οι δικαστές απαλλάσσουν τους εγκληματίες ένστολους και δικάζουν τα θύματα, όπως έγινε και στην περίπτωση της εκπαιδευτικού Δήμητρας Τάσσου.
Η εικόνα είναι ανατριχιαστικά γνώριμη:
Η αστυνομική επιχείρηση γίνεται. Οι αστυνομικοί δίνουν τις καταθέσεις τους. Και κάποια στιγμή οι άνθρωποι που καταγγέλλουν τη βία βρίσκονται κατηγορούμενοι.
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς νομικός για να καταλάβει πόσο βολικό είναι αυτό για έναν κατασταλτικό μηχανισμό. Ο καταγγέλλων μετατρέπεται σε κατηγορούμενο. Το θύμα γίνεται «δράστης». Και ο αστυνομικός που ασκεί καταστολή εμφανίζεται ως ο άνθρωπος που «απλώς έκανε τη δουλειά του».
Και αν δεν υπήρχαν μάρτυρες;
Αυτό είναι το πραγματικά τρομακτικό ερώτημα. Τι θα είχε συμβεί στο Άργος αν δεν υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες; Αν δεν υπήρχαν άνθρωποι να διαψεύσουν την αστυνομική εκδοχή; Αν δεν υπήρχαν άνθρωποι διατεθειμένοι να σταθούν απέναντι στους αστυνομικούς μέσα σε μια δικαστική αίθουσα και να καταθέσουν αυτό που είδαν;
Πιθανότατα θα είχαμε ακόμη μία «κανονική» υπόθεση. Μία ακόμη σύλληψη. Μία ακόμη δικογραφία. Μία ακόμη καταδίκη ενός διαδηλωτή. Μία ακόμη καταχώριση στο άτυπο μητρώο των «επικίνδυνων ταραχοποιών». Και η αστυνομική εκδοχή θα είχε επικρατήσει.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει σε αμέτρητες υποθέσεις όπου δεν υπάρχει κάμερα, φωτογραφία, βίντεο ή μάρτυρες. Εκεί όπου ο λόγος του αστυνομικού μπορεί να γίνει η μοναδική διαθέσιμη εκδοχή των γεγονότων.
Και τότε η «νομιμότητα» αποκτά μια πολύ συγκεκριμένη ταξική λειτουργία: Να προστατεύει τον μηχανισμό που έχει τη δύναμη να επιβάλει τη δική του εκδοχή των πραγμάτων.
Δεν ήταν «παρεξήγηση». Είναι πολιτικό ζήτημα.
Ας μη βαφτίζουμε λοιπόν τέτοιες υποθέσεις «μεμονωμένα περιστατικά». Το πρόβλημα δεν είναι ένας αστυνομικός που «παρέκκλινε». Το πρόβλημα είναι μια ολόκληρη κουλτούρα καταστολής, μέσα στην οποία ο διαδηλωτής αντιμετωπίζεται εκ των προτέρων ως ύποπτος, η αντίσταση στην αστυνομική βία παρουσιάζεται ως «επίθεση κατά των οργάνων» και η κρατική βία επιχειρεί να αποκτήσει εκ των υστέρων τη σφραγίδα της νομιμότητας.
Και όταν αυτό δεν περνάει στο δικαστήριο; Τότε λένε πως «η Δικαιοσύνη έκανε τη δουλειά της». Όχι. Η αλήθεια είναι πολύ πιο απλή. Η σκευωρία δεν άντεξε επειδή υπήρχαν άνθρωποι που δεν άφησαν την αστυνομική εκδοχή να γίνει η μοναδική εκδοχή.
Αυτό είναι το μάθημα από το Άργος.
Και είναι ένα μάθημα που πρέπει να το κρατήσουμε.
Να καταγράφουμε. Να φωτογραφίζουμε. Να βιντεοσκοπούμε. Να στεκόμαστε δίπλα στους συλληφθέντες. Να υπάρχει αλληλεγγύη.
Γιατί απέναντι σε έναν μηχανισμό που έχει τη δύναμη να συλλάβει, να χτυπήσει και να συντάξει μια δικογραφία, η κοινωνική παρουσία είναι η πρώτη γραμμή άμυνας.
Και αυτή τη φορά η «συνταγή» χάλασε. Οταν υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν, καταγράφουν και μιλούν, τότε ακόμη και η πιο καλοστημένη σκευωρία μπορεί να καταρρεύσει.
Και αυτό, για τους μηχανισμούς καταστολής, είναι ίσως το πιο ενοχλητικό πράγμα απ’ όλα.



0 Comments