Η 46χρονη κατηγορούμενη για την υπόθεση της Marfin προφυλακίστηκε μετά την απολογία της, αρνούμενη κατηγορηματικά κάθε εμπλοκή της στον εμπρησμό του υποκαταστήματος της τράπεζας τον Μάιο του 2010, που είχε ως τραγικό αποτέλεσμα τον θάνατο τριών εργαζομένων.
Η κατηγορία που αντιμετωπίζει είναι εξαιρετικά βαριά: ανθρωποκτονία από κοινού κατά συρροή. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, φέρεται να είχε υποστηρικτικό ρόλο στην ομάδα που πραγματοποίησε την επίθεση.
Όμως ακριβώς επειδή η υπόθεση της Marfin υπήρξε μια από τις πιο τραγικές σελίδες της περιόδου εκείνης, η αναζήτηση των πραγματικών ενόχων απαιτεί κάτι περισσότερο από επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις. Απαιτεί αδιάσειστα στοιχεία, ασφαλή ταυτοποίηση και πλήρη σεβασμό στις εγγυήσεις του κράτους δικαίου.
Και εδώ αρχίζουν τα σοβαρά ερωτήματα.
Ο συνήγορος της 46χρονης, Κώστας Παπαδάκης, καταγγέλλει ότι η προφυλάκιση επιβλήθηκε χωρίς εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση και χωρίς να δοθεί απάντηση στα βασικά νομικά επιχειρήματα της υπεράσπισης.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει: «Ούτε για το δεδικασμένο, ούτε για την έλλειψη ταυτοποίησης απάντησαν». Και προσθέτει ότι η δικαστική εξουσία «υπέκυψε στις πιέσεις της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, αντί να αποδώσει δικαιοσύνη».
Πρόκειται για βαριά καταγγελία. Και ακριβώς γι’ αυτό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια ακόμη δήλωση που θα χαθεί μέσα στον θόρυβο των ημερών.
Ένα αρχείο που ξανανοίγει
Υπάρχει ένα στοιχείο που, εφόσον επιβεβαιώνεται όπως το παρουσιάζει η υπεράσπιση, απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.
Η 46χρονη είχε ήδη ελεγχθεί στο παρελθόν. Σύμφωνα με τον Κώστα Παπαδάκη, υπήρχε έκθεση της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών του 2022, η οποία κατέληγε ότι το διαθέσιμο φωτογραφικό υλικό δεν ήταν επαρκές ώστε να εξαχθεί συμπέρασμα για τη συμμετοχή της στον εμπρησμό.
Με βάση εκείνη την έκθεση, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών είχε κρίνει ότι δεν προέκυπταν ούτε απλές ενδείξεις για την άσκηση ποινικής δίωξης και έθεσε την υπόθεση στο αρχείο. Η αρχειοθέτηση, σύμφωνα με την υπεράσπιση, επικυρώθηκε και από τον Εισαγγελέα Εφετών.
Και τι μεσολάβησε μέχρι το 2026;Ένα ανώνυμο email.
Αυτό είναι το σημείο που πρέπει να φωτιστεί μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας.
Γιατί, σύμφωνα με όσα καταγγέλλει η υπεράσπιση, στην περίπτωση της 46χρονης δεν εμφανίστηκαν νέα φωτογραφικά δεδομένα ούτε κάποιο νέο περιστασιακό εύρημα που να τη συνδέει με τον εμπρησμό.
Μάλιστα, όπως αναφέρεται, ακόμη και η νέα έκθεση της ΔΕΕ δεν καταλήγει σε ταυτοποίηση της κατηγορούμενης, ενώ η σχετική «προσομοίωση» χαρακτηρίζεται ως «Limited support».
Τότε προκύπτει ένα απλό αλλά θεμελιώδες ερώτημα:
Ποιο ακριβώς είναι το νέο, ουσιαστικό και αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο που μετατρέπει μια υπόθεση που είχε αρχειοθετηθεί σε υπόθεση που οδηγεί σήμερα μια γυναίκα στη φυλακή; Αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι η καρδιά της υπόθεσης. Η Marfin δεν μπορεί να γίνει πεδίο επικοινωνιακής εκδίκησης
Κανείς δεν μπορεί και δεν πρέπει να ξεχνά τα θύματα της Marfin. Την Αγγελική Παπαθανασοπούλου, τον Επαμεινώνδα Τσάκαλη και την Παρασκευή Ζούλια.
Οι οικογένειές τους έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν ποιοι πραγματικά ευθύνονται. Έχουν δικαίωμα στην αλήθεια. Έχουν δικαίωμα στη δικαιοσύνη.
Αλλά ακριβώς γι’ αυτό δεν έχουν ανάγκη από αποδιοπομπαίους τράγους.
Δεν έχουν ανάγκη από μια υπόθεση που θα πρέπει να «κλείσει» πάση θυσία για να ικανοποιηθεί μερίδα της λεγόμενης κοινής γνώμης. Αν η “Δικαιοσύνη” καταδικάσει ανθρώπους για να αποδείξει ότι «κάτι έκανε», τότε δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη στα θύματα. Έχει διαπραχθεί μια ακόμη αδικία.
Και αυτό ακριβώς επισημαίνει ο Θανάσης Καμπαγιάννης, χαρακτηρίζοντας την ταλαιπωρία που υφίσταται η 46χρονη —μητέρα ενός πεντάχρονου παιδιού— «καφκική».
Το μήνυμα της υπεράσπισης είναι σαφές: η υπόθεση δεν τελειώνει εδώ. Προαναγγέλλεται προσφυγή κατά της προφυλάκισης και συνέχιση της δικαστικής μάχης.
Η κοινωνία δικαιούται απαντήσεις Η υπόθεση της Marfin δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη επεισόδιο στον κύκλο της πολιτικής και μιντιακής επικαιρότητας. Είναι μια υπόθεση με νεκρούς ανθρώπους. Και ακριβώς γι’ αυτό απαιτεί σοβαρότητα, αποδεικτική επάρκεια και όχι επικοινωνιακές φωτοβολίδες.
Το ζητούμενο δεν είναι να βρεθούν κάποιοι για να ικανοποιηθεί η ανάγκη μιας κοινωνίας για «ενόχους». Το ζητούμενο είναι να βρεθούν οι πραγματικοί ένοχοι.
Κι αν υπάρχουν νέα στοιχεία, ας παρουσιαστούν καθαρά. Αν υπάρχουν νέα δεδομένα, ας εξεταστούν εξονυχιστικά. Αν υπάρχει ασφαλής ταυτοποίηση, ας αποδειχθεί.
Αλλά αν μια υπόθεση που είχε αρχειοθετηθεί λόγω ανεπάρκειας στοιχείων ανασύρεται χρόνια αργότερα και οδηγεί ανθρώπους στη φυλακή χωρίς να έχει προηγηθεί η απαραίτητη αποδεικτική θωράκιση, τότε η κοινωνία έχει κάθε δικαίωμα να ρωτά: Τι ακριβώς άλλαξε; Και κυρίως: Πού τελειώνει η αναζήτηση της δικαιοσύνης και πού αρχίζει η ανάγκη για ένα επικοινωνιακά βολικό αφήγημα;
Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα δεν αφορά μόνο την 46χρονη. Αφορά το ίδιο το αστικό κράτος και τον λεγόμενο νομικό πολιτισμό του.
Υ.Γ.: Με ποια στοιχεία κρίθηκε «ιδιαίτερα επικίνδυνη»;
Και μια τελευταία, αλλά καθόλου ασήμαντη, λεπτομέρεια.
Η απόφαση για την προφυλάκιση της 46χρονης ήταν ομόφωνη από ανακρίτρια και εισαγγελέα, μετά την απολογία της, κατά την οποία η κατηγορούμενη αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες και δήλωσε αθώα. Σύμφωνα με την αιτιολογία της απόφασης, κρίθηκε «ιδιαίτερα επικίνδυνη και προσηλωμένη στο σχέδιο δράσης της ομάδας που πραγματοποίησε τη φονική εμπρηστική επίθεση».
Εδώ, λοιπόν, προκύπτει ένα ακόμη ερώτημα που δεν μπορεί να προσπεραστεί: Με ποια συγκεκριμένα δεδομένα κατέληξαν οι λειτουργοί της “Δικαιοσύνης” σε αυτή την κρίση;
Ποιο είναι το στοιχείο που αποδεικνύει ότι η συγκεκριμένη γυναίκα ήταν «προσηλωμένη στο σχέδιο δράσης» μιας ομάδας; Ποιο είναι το στοιχείο που τεκμηριώνει την υποτιθέμενη «ιδιαίτερη επικινδυνότητά» της;
Και κυρίως: πού βρίσκεται η ασφαλής ταυτοποίησή της, όταν -σύμφωνα με την υπεράσπιση- ακόμη και η έκθεση της ΔΕΕ δεν καταλήγει σε τέτοιο συμπέρασμα;
Ο Κώστας Παπαδάκης ήταν καταλυτικός στη δήλωσή του: «Η απόφαση εξέπληξε την κατηγορούμενη λόγω της αναντιστοιχίας της με τα νομικά δεδομένα και το αποδεικτικό υλικό της υπόθεσης».
Και αυτή ακριβώς η «αναντιστοιχία» είναι που απαιτεί απαντήσεις.
Γιατί μια προφυλάκιση δεν μπορεί να στηρίζεται σε γενικές κρίσεις περί «επικινδυνότητας» ούτε σε μια αόριστη περιγραφή της υποτιθέμενης ψυχολογίας ενός ανθρώπου. Χρειάζονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Χρειάζονται αποδεικτικά στοιχεία. Χρειάζεται αιτιολογία. Διαφορετικά, η κοινωνία δικαιούται να ρωτήσει: Όταν δεν υπάρχει ταυτοποίηση, όταν η υπόθεση είχε αρχειοθετηθεί και όταν το νέο στοιχείο που εμφανίζεται είναι ένα ανώνυμο email, πάνω σε ποια ακριβώς αποδεικτική βάση ένας άνθρωπος χαρακτηρίζεται «ιδιαίτερα επικίνδυνος» και οδηγείται στη φυλακή;



0 Comments