Η Σοφία Βούλτεψη δεν είναι απλώς μια πολιτικός που συχνά καταφεύγει σε ακραία εθνικιστική και ισλαμοφοβική ρητορική. Είναι, κατά την άποψή μας, χαρακτηριστικό δείγμα μιας πολιτικής κουλτούρας που αντιμετωπίζει την ιστορική μνήμη σαν εργαλείο προπαγάνδας και την τηλεοπτική αντιπαράθεση σαν ευκαιρία αναπαραγωγής της ίδιας, χιλιοειπωμένης αντικομμουνιστικής κασέτας.
Τα είχαμε γράψει και τότε, όταν η βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας δέχτηκε δημόσια ένα ηχηρό πολιτικό «χαστούκι» από το στέλεχος του ΚΚΕ Χρήστο Κοσιώνη, με αφορμή την επανάληψη των γνωστών ισχυρισμών της για τα «εγκλήματα του Στάλιν» και την υποτιθέμενη εξαθλίωση του λαού της Σοβιετικής Ένωσης.
Και τώρα, ξανά από την αρχή. «Εκατομμύρια έσφαξε ο Στάλιν». «Δεν έβρισκαν να φάνε». «Το καθεστώς της καταπίεσης».
Η ίδια κασέτα. Τα ίδια συνθήματα. Η ίδια ιστορική αφήγηση σε επανάληψη, λες και η δημόσια συζήτηση έχει μείνει παγιδευμένη σε ένα αντικομμουνιστικό τηλεοπτικό δελτίο άλλης εποχής.
Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το ζήτημα.
Δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη τηλεοπτική κόντρα. Πρόκειται για την ανακύκλωση μιας ολόκληρης πολιτικής μυθολογίας, στην οποία ο κομμουνισμός παρουσιάζεται μονίμως ως ο απόλυτος εφιάλτης, ενώ οι εγκληματικές συνέπειες των πολέμων, του ιμπεριαλισμού, της αποικιοκρατίας και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης περνούν συστηματικά σε δεύτερο πλάνο.
Η Βούλτεψη, ως πολιτικό πρόσωπο της Νέας Δημοκρατίας και πρώην δημοσιογράφος, έχει κάθε δικαίωμα να υπερασπίζεται τις πολιτικές και ιστορικές της απόψεις. Το ίδιο όμως δικαίωμα έχουμε κι εμείς να επισημαίνουμε ότι η επιλεκτική επίκληση της Ιστορίας δεν αποτελεί ιστορική ανάλυση. Είναι πολιτική χρήση της Ιστορίας.
Και η συγκεκριμένη χρήση έχει σαφή στόχο: κάθε φορά που η συζήτηση φτάνει στα αδιέξοδα του σημερινού συστήματος, κάθε φορά που η κοινωνική δυσαρέσκεια μεγαλώνει, κάθε φορά που η Αριστερά και ιδιαίτερα το ΚΚΕ μπαίνουν στο στόχαστρο της αντιπαράθεσης, επιστρατεύεται ο γνωστός μπαμπούλας. Στάλιν. Γκούλαγκ. «Εκατομμύρια νεκροί». «Πείνα». «Δικτατορία».
Ένα τηλεοπτικό déjà vu που επαναλαμβάνεται μέχρι να γίνει υποκατάστατο πολιτικού επιχειρήματος.
Και κάπως έτσι η Βούλτεψη μετατρέπεται σε πολιτική καρικατούρα ενός συστήματος που έχει τεράστια ανάγκη από τέτοιες φωνές: φωνές που ανεβάζουν την ένταση, πολώνουν τη συζήτηση, ανασύρουν τον αντικομμουνισμό από τα συρτάρια και μετατρέπουν την πολιτική αντιπαράθεση σε τηλεοπτικό θέαμα.
Δεν είναι, λοιπόν, ζήτημα αν η Βούλτεψη είναι «γραφική». Το πρόβλημα είναι ότι τέτοιου είδους ρητορική είναι πολιτικά χρήσιμη. Χρήσιμη για την καλλιέργεια του φόβου. Χρήσιμη για την αναπαραγωγή του αντικομμουνισμού. Χρήσιμη για την κανονικοποίηση της αυταρχικής πολιτικής. Χρήσιμη για να εμφανίζεται κάθε εναλλακτική κοινωνική και πολιτική πρόταση ως περίπου «επικίνδυνη».
Και μέσα σε ένα πολιτικό σκηνικό όπου η Δεξιά επιχειρεί να συγκρατήσει τις πιο συντηρητικές και ακροδεξιές δεξαμενές ψηφοφόρων της, τέτοιες φωνές κάθε άλλο παρά περιττές είναι. Αντίθετα, αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη τηλεοπτική χρησιμότητα, πόσο μάλλον σήμερα που το κυβερνητικό κόμμα πρέπει να συγκρατήσει τις διαρροές στα δεξιά του, βλέπε κόμμα Σαμαρά. Δεν είναι τυχαίο ότι πρόκειται να φιλοξενήσει στα ψηφοδέλτια του ακροδεξιές φωνές όπως του Φαήλου Κρανιδιώτη.




0 Comments