Το πρωί ξεκινάει εκπομπές το νέο ενημερωτικό ραδιόφωνο του δημοσιογραφικού ομίλου της ALTER EGO MEDIA, στη συχνότητα των 104,6. Και το ευρηματικό όνομα της πρώτης ενημερωτικής εκπομπής, που κάνει πρεμιέρα στις 6 το πρωί με Κακούση και Τσεκούρα, είναι «Πρωινό Predator».
Μόνο και μόνο αυτός ο τίτλος θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για αρκετό σχολιασμό. Είναι όμως και μια καλή ευκαιρία να δούμε λίγο πιο συνολικά τι κρύβεται πίσω από τα μιντιακά παζάρια, τις μεταγραφές «πρώτων ονομάτων» και τα ποσά που ακούγονται στα δημοσιογραφικά γραφεία.
Τα ακριβή ποσά των συμβολαίων αποτελούν, όπως είναι φυσικό, αντικείμενο ιδιωτικών συμφωνιών και δεν δημοσιοποιούνται. Οι πληροφορίες και οι φήμες, λοιπόν, για αστρονομικές αμοιβές και «χρυσά» συμβόλαια γύρω από το νέο ραδιοφωνικό εγχείρημα του Mega News 104.6 δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως επιβεβαιωμένα στοιχεία.
Αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί το βασικό πολιτικό και οικονομικό ζήτημα. Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα πληρώνεται ένας δημοσιογράφος για να μετακινηθεί από το ένα μιντιακό μαγαζί στο άλλο. Το βαθύτερο ερώτημα είναι γιατί επιχειρηματικοί όμιλοι με τεράστια οικονομική επιφάνεια επενδύουν τόσο συστηματικά σε μέσα ενημέρωσης, ακόμη και όταν αυτά δεν αποτελούν κατ’ ανάγκη αυτόνομες και ιδιαίτερα κερδοφόρες επιχειρήσεις, για να μην πούμε ότι στην συντριπτική πλειοψηφία είναι παθητικές.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Για έναν εφοπλιστή, έναν βιομήχανο, έναν μεγαλοεργολάβο ή έναν ενεργειακό επιχειρηματία, η κατοχή ενός ΜΜΕ δεν χρειάζεται να αξιολογείται αποκλειστικά με όρους ισολογισμού. Η πραγματική του αξία μπορεί να βρίσκεται αλλού: στην πολιτική επιρροή, στη δυνατότητα διαμόρφωσης της δημόσιας ατζέντας, στην κατασκευή κοινωνικών συναινέσεων και στην προστασία ενός ευρύτερου πλέγματος επιχειρηματικών συμφερόντων.
Οι συχνότητες των FM και τα τηλεοπτικά πλατό, σε αυτό το πλαίσιο, παύουν να είναι απλώς επιχειρήσεις που πουλούν διαφημιστικό χρόνο. Μετατρέπονται σε εργαλεία ισχύος.
Το κόστος λειτουργίας ενός ζημιογόνου μέσου μπορεί, για έναν οικονομικά πανίσχυρο όμιλο, να είναι αμελητέο μπροστά στην αξία της επιρροής που του προσφέρει. Η δυνατότητα να παρεμβαίνει καθημερινά στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, να καθορίζει ποια ζητήματα θα βρεθούν στην πρώτη γραμμή και ποια θα θαφτούν στη σιωπή, να προβάλλει συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές ως «μονόδρομο» και να παρουσιάζει τα συμφέροντα της οικονομικής ελίτ ως δήθεν «εθνικό συμφέρον», είναι από μόνη της ένα τεράστιο κεφάλαιο.
Δεν χρειάζεται, επομένως, να υπάρχει κάποιος κυριολεκτικός «τιμοκατάλογος» πολιτικής επιρροής για να κατανοήσουμε τη λειτουργία του συστήματος.
Η ενημέρωση γίνεται μέρος ενός ευρύτερου μηχανισμού οικονομικής και πολιτικής ισχύος. Και μέσα σε αυτόν τον μηχανισμό οι ακριβοπληρωμένοι «αστέρες» της συστημικής δημοσιογραφίας αποκτούν έναν ιδιαίτερο ρόλο. Μετακινούνται από όμιλο σε όμιλο, διαπραγματεύονται συμβόλαια, εμφανίζονται ως «μεγάλες μεταγραφές» και παρουσιάζονται ως εγγύηση της ενημερωτικής ποιότητας.
Όμως, ας μην κοροϊδευόμαστε. Η αγορά δεν πληρώνει τόσο ακριβά απλώς μια καλή φωνή, ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο ή μερικές ώρες ραδιοφωνικού προγράμματος. Αγοράζει επιρροή. Και η επιρροή αυτή έχει ταξικό πρόσημο. Γιατί όταν η ίδια δημοσιογραφική μηχανή αντιμετωπίζει τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων ως «ταλαιπωρία της κοινωνίας», τις απεργίες ως «εκβιασμό», τις διεκδικήσεις ως «ανευθυνότητα» και κάθε κοινωνική αντίσταση ως «ακραία συμπεριφορά», δεν κάνει απλώς δημοσιογραφία. Παράγει ιδεολογία.
Όταν οι εργαζόμενοι καλούνται να αποδεχτούν μισθούς πείνας ως «ρεαλισμό», οι συνταξιούχοι περικοπές ως «αναγκαίες μεταρρυθμίσεις» και ολόκληρη η κοινωνία θυσίες ως «μονόδρομο», ενώ τα κέρδη και τα προνόμια των ισχυρών παρουσιάζονται ως φυσιολογικό αποτέλεσμα της «ανάπτυξης», τότε η ενημέρωση έχει πάψει προ πολλού να είναι ουδέτερη. Έχει μετατραπεί σε ιδεολογικό μηχανισμό αναπαραγωγής της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων.
Αυτό είναι το πραγματικό «μιντιακό παζάρι».
Δεν αφορά μόνο τους μισθούς των παρουσιαστών και τις μεταγραφές των δημοσιογράφων. Αφορά το ποιος έχει τη δυνατότητα να αγοράζει μικρόφωνα, συχνότητες, τηλεοπτικό χρόνο και πρόσβαση στη δημόσια σφαίρα. Αφορά το ποιος αποφασίζει τι θα ακούσει καθημερινά η κοινωνία και, κυρίως, ποια πράγματα δεν θα ακούσει ποτέ.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση. Τα ίδια μέσα που εμφανίζονται ως υπερασπιστές της «ελεύθερης αγοράς» λειτουργούν συχνά μέσα σε ένα εξαιρετικά συγκεντρωμένο μιντιακό τοπίο, όπου η ενημέρωση βρίσκεται στα χέρια οικονομικά πανίσχυρων ομίλων. Η «πολυφωνία» περιορίζεται στην εναλλαγή διαφορετικών παρουσιαστών πάνω από την ίδια, λίγο-πολύ, πολιτική και ιδεολογική γραμμή.
Απέναντι σε αυτό το μιντιακό κατεστημένο, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η παθητική κατανάλωση των «χρυσών» μικροφώνων. Το εργατικό και λαϊκό κίνημα χρειάζεται τα δικά του μέσα ενημέρωσης. Μέσα ανεξάρτητα από επιχειρηματικούς ομίλους, κρατικές επιχορηγήσεις και πολιτικά γραφεία. Μέσα που θα δίνουν φωνή στους εργαζόμενους, στους ανέργους, στους συνταξιούχους, στη νεολαία, στους κοινωνικούς αγώνες και σε όλους εκείνους που η κυρίαρχη ενημέρωση θυμάται μόνο όταν χρειάζεται να τους συκοφαντήσει.
Γιατί η ενημέρωση δεν είναι εμπόρευμα. Δεν είναι περιουσιακό στοιχείο κανενός ολιγάρχη. Δεν είναι εργαλείο για να ενισχύονται τα επιχειρηματικά συμφέροντα των ιδιοκτητών των μέσων. Η ενημέρωση είναι κοινωνικό αγαθό.
Και όσο τα μικρόφωνα των ισχυρών θα χρησιμοποιούνται για να υπερασπίζονται τα συμφέροντα των ισχυρών, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για δυνατά, ανεξάρτητα, ταξικά και αγωνιστικά μέσα ενημέρωσης. Για να ακούγεται, επιτέλους, και η φωνή εκείνων που δεν έχουν ούτε εφοπλιστικές εταιρείες, ούτε τηλεοπτικούς σταθμούς, ούτε «χρυσά» συμβόλαια. Έχουν όμως κάτι πολύ σημαντικότερο: την ίδια την κοινωνία και τη δύναμη του συλλογικού αγώνα.



0 Comments