Ο Βασίλης Ραφαηλίδης, η κομμουνιστική ανιδιοτέλεια και η επιδοματική πολιτική της κυβέρνησης
Το 1985, ο Βασίλης Ραφαηλίδης, δηλώνοντας την εκλογική του στήριξη στο ΚΚΕ, έγραφε:
“Ενας θεολογίζον φιλόσοφος, ο Γκαμπριέλ Μαρσέλ, με είχε εντυπωσιάσει πάρα πολύ κάποτε. Λέει λοιπόν ο Μαρσέλ, που πολύ απέχει απ’ το μαρξισμό, πως αν οι κομουνιστές έχουν μια πιθανότητα να επικρατήσουν κάποτε, την χρωστούν στο γεγονός πως είναι οι μόνοι, πια, που μπορούν και πεθαίνουν για συμφέροντα που δεν είναι τα προσωπικά τους. Βέβαια, δεν είναι αυτός ο (υπαρξιακός) λόγος που οι κομουνιστές θα επικρατήσουν κάποτε. Ωστόσο, η ρήση του Μαρσέλ διατηρεί ακέρια τη σημασία της για μας: Καμιά δεξιά πουθενά στον κόσμο δεν έχει να επιδείξει ένα δεξιό ανάλογο του κομουνιστή Μπελογιάννη, για παράδειγμα. Κανείς δεξιός δε θα πάει ποτέ στο εκτελεστικό απόσπασμα, αν μπορεί να διαφυλάξει τη ζωούλα του με μια απλή δήλωση μετανοίας, ή με μια προδοσία. Για τον δεξιό, καλό είναι ό,τι κάνει καλό σ’ αυτόν προσωπικά, το πολύ και στη γυναίκα του, ίσως και στα παιδιά του, άντε μετά βίας και στον κουμπάρο του, σε μια περίπτωση αυξημένης μέχρι τα έσχατα μασωνικά όρια «κοινωνικότητας». Τι μπορεί να καταλάβει το δεξιόν ζώον απ’ τη μεγαλειώδη έννοια της θυσίας, πάνω στην οποία στηρίζεται σταθερά η ιστορία, τουλάχιστον απ’ την πλευρά του υποκειμένου που όχι μόνο υφίσταται αλλά και τελεί την ιστορία;”
Ποια σχέση μπορεί να έχει αυτή η σκέψη με τη σημερινή κυβερνητική πολιτική των επιδομάτων, των pass και των ψηφιακών κουπονιών;
Εκ πρώτης όψεως, καμία. Κι όμως, η αντίθεση είναι αποκαλυπτική.
Από τη μία, μια αντίληψη που στηρίζεται στη συλλογικότητα, στην αλληλεγγύη και στον αγώνα για να αλλάξει η ζωή των πολλών. Από την άλλη, μια κυβερνητική πολιτική που παρουσιάζει ως μεγάλη κοινωνική προσφορά τα επιδόματα, ενώ αφήνει τους εργαζόμενους να παλεύουν καθημερινά με την ακρίβεια, τα πανάκριβα ενοίκια και τους καθηλωμένους μισθούς.
Για να μην παρεξηγηθούμε επαναλαμβάνουμε, αυτό που ήδη έχουμε γράψει: όποιος δυσκολεύεται να πληρώσει το νοίκι ή να γεμίσει το καλάθι του σούπερ μάρκετ δικαιούται κάθε ευρώ ενίσχυσης. Δεν φταίει ο άνθρωπος που έχει ανάγκη το επίδομα. Το πρόβλημα βρίσκεται σε μια πολιτική που αξιοποιεί αυτή την ανάγκη για να εμφανίζεται ως προστάτης των φτωχών, χωρίς να αντιμετωπίζει τις αιτίες που τους οδηγούν στη φτώχεια.
Πρώτα σου αδειάζουν την τσέπη, μετά σου επιστρέφουν ψίχουλα.
Η κυβέρνηση στήνει επικοινωνιακές παραστάσεις γύρω από τις οικονομικές ενισχύσεις. Χαμογελαστά πρόσωπα, διαφημιστικά μηνύματα, ψηφιακές κάρτες, QR codes και υποσχέσεις ότι το κράτος βρίσκεται δίπλα στον πολίτη.
Μόνο που ο εργαζόμενος γνωρίζει καλά την πραγματικότητα. Πληρώνει τον ΦΠΑ στα τρόφιμα, τους φόρους στα καύσιμα, τους λογαριασμούς της ενέργειας και το πανάκριβο νοίκι. Βλέπει τον μισθό του να εξανεμίζεται πριν τελειώσει ο μήνας και, όταν έρθει η ώρα μιας έκτακτης ενίσχυσης, καλείται να αισθανθεί και ευγνωμοσύνη.
Η κυβέρνηση εμφανίζεται να δίνει, αποσιωπώντας όσα προηγουμένως έχει αφαιρέσει από το διαθέσιμο εισόδημα των λαϊκών νοικοκυριών μέσω της φορολογίας και της ακρίβειας.
Κι έτσι, η στοιχειώδης υποχρέωση του κράτους να στηρίζει όσους έχουν ανάγκη μετατρέπεται σε επικοινωνιακό όπλο. Η κοινωνική πολιτική παρουσιάζεται σαν προσωπική γενναιοδωρία της κυβέρνησης και όχι σαν δικαίωμα των ανθρώπων που εργάζονται, παράγουν τον πλούτο και πληρώνουν τους φόρους.
Το επίδομα μπορεί να ανακουφίσει προσωρινά έναν άνθρωπο. Δεν μπορεί, όμως, να υποκαταστήσει τον αξιοπρεπή μισθό, τη φτηνή κατοικία, τη δημόσια υγεία και την ουσιαστική προστασία από την ακρίβεια.
Πολίτες με δικαιώματα ή δικαιούχοι με κουπόνια;
Εδώ βρίσκεται η ουσία της αντιπαράθεσης.
Ο άνθρωπος που εργάζεται δεν ζητά να ζει με την αγωνία αν θα δικαιούται το επόμενο pass. Δεν θέλει να εξαρτά την καθημερινότητά του από μια έκτακτη κυβερνητική ανακοίνωση, μια ψηφιακή κάρτα ή ένα βοήθημα που μπορεί να αποδειχθεί ανεπαρκές μπροστά στις πραγματικές του ανάγκες.
Θέλει να αμείβεται με μισθό που να του επιτρέπει να ζει αξιοπρεπώς. Θέλει να μπορεί να νοικιάσει ένα σπίτι χωρίς να διαθέτει το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του. Θέλει να έχει πρόσβαση σε δωρεάν και ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες υγείας και παιδείας. Θέλει να μη χρειάζεται να διαλέγει ανάμεσα στο σούπερ μάρκετ και στον λογαριασμό του ρεύματος.
Αυτά δεν είναι πολυτέλειες. Είναι στοιχειώδη κοινωνικά δικαιώματα.
Η επιδοματική πολιτική, όταν χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο μιας ουσιαστικής κοινωνικής πολιτικής, καλλιεργεί μια σχέση εξάρτησης: το κράτος εμφανίζεται ως ευεργέτης και ο πολίτης ως αποδέκτης της εύνοιάς του.
Αντί να συζητάμε γιατί οι μισθοί δεν επαρκούν, συζητάμε πόσο θα είναι το επόμενο επίδομα. Αντί να απαιτούμε μέτρα που θα μειώσουν ουσιαστικά το κόστος ζωής, πανηγυρίζουμε για μια προσωρινή ενίσχυση. Αντί να διεκδικούμε σταθερά δικαιώματα, περιμένουμε την επόμενη κυβερνητική ανακοίνωση.
Και στο μεταξύ, οι πραγματικές αιτίες της κοινωνικής ανασφάλειας παραμένουν.




0 Comments