Από τη Lehman Brothers στο καλοκαίρι του 1914;

Είναι συμβατός ένας παρατεταμένος νομισματικός πόλεμος, καθώς και σκληρά συγκρουόμενες εξαγωγικές εθνικές στρατηγικές που οδηγούν στον προστατευτισμό με την ταυτόχρονη αναζήτηση περιφερειακής και παγκόσμιας σταθερότητας σε γεωπολιτικό επίπεδο;

Το ερώτημα που τίθεται με αφορμή τη Σύνοδο Κορυφής των G-20 στη Σεούλ νομιμοποιείται καθώς οι εκκρεμότητες ασφάλειας στην αρχή της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα είναι κυρίαρχες: Από το μέλλον της Διατλαντικής Σχέσης με επόμενο σταθμό τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Λισσαβόνα στα τέλη της επόμενης βδομάδας τις σχέσεις της Ρωσίας με τις ΗΠΑ και με τις Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης μέχρι τη χαώδη και απρόβλεπτη αστάθεια στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού από την Κορεατική Χερσόνησο, αλλά και την πολυεθνική σύγκρουση για τον έλεγχο της νότιας Σινικής Θάλασσας.

Να προσθέσουμε στα παραπάνω τη σύγκρουση για πρώτες ύλες και πηγές ενέργειας με χαρακτηριστικά παραδείγματα την προνομιακή αν όχι αποκλειστική θέση που έχει διασφαλίσει το Πεκίνο στις πρώτες ύλες της Αφρικανικής Ηπείρου και την αναγόρευση της διασφάλισης πετρελαϊκής επάρκειας που αναγορεύεται ως υπ’ αριθμόν ένα ζωτικό συμφέρον της Γερμανίας σε πρόσφατη μελέτη των ενόπλων δυνάμεων της χώρας.

δεκαετία του ’30
Η απάντηση μπορεί να θεμελιωθεί και με μια ιστορική αναδρομή στη δεκαετία του 30: Οι ανταγωνιστικές εθνικές στρατηγικές εξόδου από την Κρίση του 1929 αποσάθρωσαν το ούτως η άλλως ελλειμματικό καθεστώς ασφαλείας της Ευρώπης, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί το 1919 από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών και όπως είχε συμπληρωθεί από τη Συνθήκη του Λοκάρνο το 1926. Με άλλα λόγια η αδυναμία διαμόρφωσης κοινής στρατηγικής για την έξοδο από την κρίση έστησε το σκηνικό μιας ανεξέλεγκτης γεωπολιτικής αποσταθεροποίησης.

Μπορούμε σήμερα στα σοβαρά να μιλάμε για το μέλλον της Διατλαντικής Σχέσης και το νέο ρόλο του ΝΑΤΟ σε ένα σκηνικό μετωπικής αντιπαράθεσης Βερολίνου-Ουάσιγκτον με τη γερμανική πλευρά να είναι πιο κοντά στο Πεκίνο απέναντι στη νομισματική και οικονομική στρατηγική των ΗΠΑ;

Μπορούμε να μιλάμε για μακροπρόθεσμη σταθερότητα κι προβλεψιμότητα στις σχέσεις της Ρωσίας με τη Δύση και ακόμη περισσότερο για κοινό παρονομαστή ΗΠΑ, Γαλλίας, Γερμανίας απέναντι στην Μόσχα μπροστά σε μια δυναμική συρρίκνωσης των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου μιάς προοπτικής που κινδυνεύει να αναζωπυρώσει τη διένεξη για τον έλεγχο του Μαύρου Χρυσού στην πρώην ΕΣΣΔ αλλά και να κλονίσει την σημερινή Ειδική Σχέση Ρωσίας-Γερμανίας;

Αποδόμηση της σταθερότητας
Το συμπέρασμα είναι σαφές και δεν χρειάζεται περαιτέρω στοιχειοθέτηση: δύο και πλέον χρόνια μετά την έκρηξη της κρίσης αντί τη επιτάχυνσης της δυναμικής προς μια Παγκόσμια Διακυβέρνηση αυτό που καταγράφεται είναι η αποδόμηση της σταθερότητας τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε περιφερειακό επίπεδο.

Σε ότι αφορά ειδικότερα τη Δύση η σύγκρουση ΗΠΑ-Γερμανίας αλλά και η εν εξελίξει κρίση στην Ευρωζώνη και στην Ε.Ε ακυρώνουν σε μεγάλο βαθμό την όποια παρεμβατική αξιοπιστία σε εστίες κρίσεων και συγκρούσεων. Με δύο λόγια την Αμερικανική Παντοδυναμία φαίνεται να την υποκαθιστά όχι ένας Πολυπολικός αλλά ένας Απολικός Κόσμος, κύριο χαρακτηριστικό του οποίου μοιάζει να είναι η αλληλοακύρωση στρατηγικών περιφερειακής και παγκόσμιας εμβέλειας με την αστάθεια να προβάλλει ως μόνη σταθερά στο βάθος του ορίζοντα.

Περιφερειακό Βραχυκύκλωμα – Παγκόσμια Αστάθεια
Η ψευδαίσθηση της υπέρβασης της κρίσης αλλά και της εγκαθίδρυσης κυρίαρχης θέσης στους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς μέσω μιας σκληρής επιθετικής εξαγωγικής στρατηγικής σε παγκόσμια κλίμακα ορίζει τις επιλογές της Γερμανίας. Την ώρα που Βερολίνο και Πεκίνο συντόνιζαν τα πυρά τους κατά της ποσοτικής επέκτασης- του τυπώματος δολαρίων δηλαδή- που αποφάσισε πρόσφατα η Fed στην Ουάσιγκτον η Ευρωζώνη και η Ε.Ε συνολικά αγωνίζονται να αποτρέψουν τη μετεξέλιξη της κρίσης της Ιρλανδίας σε ανεξέλεγκτο Ντόμινο που δεν θα σταματήσει στον Νότο της Ευρωζώνης.

-Η απόφαση των ΗΠΑ να εξασφαλίσουν με κάθε κόστος και διεθνή και περιφερειακή παρενέργεια την αύξηση των εξαγωγών τους προκαλεί όχι μόνον την εναντίωση ου Πεκίνου και του Βερολίνου αλλά την έντονη δυσφορία χωρών όπως η Ιαπωνία και η Βραζιλία. Το παιχνίδι αναζήτησης από την Ουάσιγκτον πολιτικών ισορροπιών στην ευρύτερη Περιοχή Ασίας Ειρηνικού που θα εξισορροπούν την παντοδυναμία της Κίνας γίνεται πιο περίπλοκο αν δε ακυρώνεται για το ορατό μέλλον.

-Η Κίνα αναδεικνύεται ολοένα και περισσότερο ως κέντρο προβολής μονομερούς και μη διαπραγματεύσιμης ισχύος με αποτέλεσμα να μην μπορεί να θεωρηθεί ως προβλέψιμος εταίρος για κανένα άλλο κέντρο ισχύος του πλανήτη: Αρνείται την εξισορρόπηση που θα έφερνε μια ρεαλιστική ανατίμηση του Γιουάν, έχει κατοχυρώσει προνομιακή θέση στην εκμετάλλευση των σπανίων πρώτων υλών της Αφρικής και σε ένα όχι πολύ μακρινό μέλλον η ανάπτυξή της θα καταστήσει δυσκολότερη την πρόσβαση της Ε.Ε και της Γερμανίας ειδικότερα στο Φυσικό Αέριο και το Πετρέλαιο της Ρωσίας και της πρώην ΕΣΣΔ.

Ένα Ντόμινο συνολικής παγκόσμιας αποσταθεροποίησης βρίσκεται σε εξέλιξη: ΗΠΑ, Κίνα και Γερμανία ακολουθούν επιθετικές εξαγωγικές ανταγωνιστικές στρατηγικές με τα υπόλοιπα περιφερειακά κέντρα ισχύος να βρίσκονται επί του παρόντος σε στρατηγική αμηχανία και περιφερειακές ολοκληρώσεις όπως η Ευρωζώνη -Ε.Ε , το ASEAN, η ΑPEC και η NAFTA να κινδυνεύουν από μια διπλή δυναμική αποσταθεροποίησης, τη μονομερή επιθετική στρατηγική των περιφερειακών ηγετικών δυνάμεων και τη μεταφορά σε περιφερειακό επίπεδο των παρενεργειών μιάς εν εξελίξει παγκόσμιας αντιπαράθεσης.

Η κρίση του Οκτωβρίου του 2008 δεν επετάχυνε την προσαρμογή στις προκλήσεις του 21ου αιώνα αλλά διαμόρφωσε ένα πεδίο που θυμίζει τους πρώτους μήνες του 1914…

*Άρθρο του Γιώργου Καπόπουλου στην “Ημερησία


Αξίζει να (ξανα)διαβάσετε και δύο παλιότερα άρθρα μας σχετικά με τον ιμπεριαλισμό, που επιστρέφει, εδώ και εδώ

Επίσης, βάζουμε και δύο ακόμα άρθρα σχετικά με τις νεότερες εξελίξεις, κυρίως από τη Γερμανία:

Γερμανικό βέτο στην κυριαρχία των ΗΠΑ
FT: Κανείς Γερμανός καγκελάριος δεν θα τολμούσε να συνδεθεί τόσο στενά με την Κίνα, χωρίς αντίδραση των ΗΠΑ Ναι, αλλά τώρα τα πράγματα αλλάζουν: Οι ΗΠΑ πέφτουν…

ανάμεσα στα άλλα, η οικονομική κρίση έχει επιταχύνει την αμφισβήτηση της απόλυτης ηγεμονίας των HΠA από τους άλλους ισχυρούς του πλανήτη -ανάμεσα στους οποίους είναι τόσο η Γερμανία όσο και η Kίνα. H δε πολιτική της Oυάσιγκτον και της Fed, που τυπώνουν ασταμάτητα δολάρια σε μία προσπάθεια να αποτρέψουν μία δεύτερη συνεχόμενη και ακόμη πιο βαθιά ύφεση της αμερικανικής οικονομίας, έχει σημάνει συναγερμό στις τάξεις των αναδυόμενων χωρών, αναγκάζοντας πολλές από αυτές (όπως τη Bραζιλία) να συνάψουν αντικειμενικά -είτε το θέλουν είτε όχι- μια συμμαχία με το Bερολίνο και το Πεκίνο.

«Παλιότερα κάτι τέτοιο θα αποτελούσε σκάνδαλο: Kανείς Γερμανός καγκελάριος δεν θα τολμούσε πριν από μία σημαντική συνάντηση κορυφής να συνδεθεί τόσο στενά με την Kίνα, στρεφόμενος, μάλιστα, εναντίον των HΠA, χωρίς να προκαλέσει κατακραυγή από την άλλη πλευρά του Aτλαντικού», έγραφαν στο κύριο άρθρο τους την Πέμπτη οι Financial Times, στη γερμανική τους έκδοση. Nα, όμως, που αυτό συνέβη καθώς -όπως σημειώνει η ίδια εφημερίδα- «η Mέρκελ ενήργησε όπως πάντα, δηλαδή πραγματιστικά». Tι σημαίνει αυτό; Aπλούστατα, ότι οι διεθνείς ισορροπίες αλλάζουν ραγδαία και οι Γερμανοί -όχι μόνο αυτοί, φυσικά- δεν είναι διατεθειμένοι να μείνουν σε ρόλο παρατηρητή. Όσο για τους υπόλοιπους Eυρωπαίους, το Bερολίνο τους διαμηνύει ωμά: Eίτε είστε μαζί μας είτε εναντίον μας.

Η Γερμανία θέλει μόνιμη έδρα στο Συμβούλιο Ασφαλείας Διότι αποδεικνύεται πολύ πιο ισχυρή απ’ ότι έως τώρα τη θεωρούσαν, και θέλει μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας. Στο Συμβούλιο Ασφαλείας πάντως μπαίνουν χώρες που, εκτός των άλλων, έχουν και πυρηνικά, έχουν δηλαδή μεγάλη ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ δύναμη, και η Γερμανία ΔΕΝ έχει πυρηνικά, λόγω της συμφωνίας που είχε υπογράψει μετά την ήττα της στο Β’ Παγκόσμιο. Πολύ θα ήθελε να αποκτήσει όμως…Τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται εμένα
“Η Γερμανία επίσης είναι έτοιμη να αναλάβει περισσότερες ευθύνες”, υπογραμμίζει ο γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Γκουίντο Βεστερβέλε, σε ανακοίνωση του στην οποία χαιρετίζει τις δηλώσεις των ΗΠΑ για την Ινδία και την Ιαπωνία.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας, το κύριο όργανο λήψης αποφάσεων του ΟΗΕ, αποτελείται από δεκαπέντε μέλη, από τα οποία τα πέντε είναι μόνιμα με δικαίωμα άσκησης βέτο: οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα, η Γαλλία, η Ρωσία, η Βρετανία.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *