Προβολή ταινίας στα Χανιά: Η θέση (1961) του Ερμάνο Όλμι

Δελτίο τύπου

Ο πολιτιστικός σύλλογος: “ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ” (ΧΑΝΙΑ – ΚΡΗΤΗ) σε συνεργασία με τη NEW STAR θα προβάλει την Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016 σε επανέκδοση το αριστούργημα του ΕΡΜΑΝΟ ΟΛΜΙ, «IL POSTO-Η ΘΕΣΗ».

Σκηνοθεσία: ΕΡΜΑΝΟ ΟΛΜΙ

Σενάριο: ΕΤΟΡΕ ΛΟΜΠΑΡΝΤΟ, ΕΡΜΑΝΟ ΟΛΜΙ

Πρωταγωνιστούν: ΣΑΝΤΡΟ ΠΑΝΣΕΡΙ, ΛΟΡΕΝΤΑΝΑ ΝΤΕΤΟ, ΤΟΥΛΙΟ ΚΕΖΙΤΣ, ΜΑΡΑ ΡΕΒΕΛ, ΓΚΟΥΙΝΤΟ ΣΠΑΝΤΕΑ

Δράμα, Ιταλία, 1961, 93′

Περίληψη: Η ταινία πραγματεύεται τη διαδικασία ένταξης ενός δεκαοκτάχρονου στο μηχανισμό του συστήματος μέσα από την εξασφάλιση μιας θέσης στο δημόσιο τομέα. Η δεύτερη ταινία του Ερμάνο Όλμι, ένα δράμα επιβίωσης που ισορροπεί δεξιοτεχνικά ανάμεσα στον νεορεαλισμό και το μοντέρνο σινεμά και υπήρξε αρκετό για να καθιερώσει το όνομα του δημιουργού του.

 Λίγα περισσότερα στοιχεία για την ταινία: Μια εξαιρετική ταινία του νεορεαλιστικού ρεύματος που σατιρίζει με οξυδέρκεια αλλά και λεπτή ευαισθησία το “οικονομικό θαύμα” της Ιταλίας που ακολούθησε τη μεταπολεμική ανάκαμψη. Ο Ερμάνο Όλμι σκιαγραφεί με διεισδυτική ματιά και οικονομία μέσων τις συνθήκες ζωής και τα φαινόμενα του “εκμοντερνισμού”, επικεντρώνοντας την προσοχή του στο γραφειοκρατικό σύμπαν των μεγάλων απρόσωπων εταιριών. Ο Όλμι βλέπει τον κόσμο με τους άλλους, όχι έξω από αυτούς, όπως λέει ο ίδιος. Αυτό το συντροφικό και απλό βλέμμα, αναδεικνύει την αντίφαση ανάμεσα στη φλογερή αν και συνεσταλμένη ανησυχία του νεαρού ήρωα και τη νεκρική συμβατικότητα του εργασιακού του περιβάλλοντος. Η ταινία αποτυπώνει τον ηρωισμό του κάθε ανθρώπου που πρέπει να διασχίσει μια γκρίζα εργασιακή καθημερινότητα χωρίς να γίνει κι ο ίδιος γκρίζος. Το ανήσυχο βλέμμα του Ντομένικο αφήνει το μέλλον ανοιχτό.

1Ανάλυση της ταινίας: O 19χρονος Ντομένικο κάνει τα πάντα για να εξασφαλίσει μια θέση σε μια μεγάλη εταιρεία στο Μιλάνο του 1961, αφού αυτή είναι και σύμφωνα με τους γονείς του η μεγαλύτερη ευκαιρία της ζωής του. Περνώντας όλες τις δοκιμασίες που απαιτούνται για να κριθεί κατάλληλος, θα γνωρίσει κατά τη διάρκεια των πολλαπλών εξετάσεων την Αντονιέτα και θα την ερωτευτεί. Όταν, όμως, θα προσληφθούν και οι δύο, θα τοποθετηθούν σε διαφορετικά τμήματα και έτσι ο έρωτάς τους θα διακοπεί απότομα, όσο ο Ντομένικο θα συνειδητοποιεί πως η πολυπόθητη θέση που κέρδισε βρίσκεται πολύ μακριά από το όνειρο μιας καλύτερης ζωής.

Βλέποντας τη «Θέση», μισό αιώνα μετά τη δημιουργία της αντιλαμβάνεσαι με τον πιο αυταπόδεικτο τρόπο τη δύναμη του κινήματος του νεορεαλισμού ως επιρροή για το σύγχρονο ανεξάρτητο σινεμά, αλλά και το πώς ακριβώς ο Ερμάνο Όλμι, μεταγενέστερος των πρωτοπόρων του είδους, κρατάει αυτούσια όλα τα στοιχεία του νεορεαλισμού μετουσιώνοντας τα σε μια ταινία που θα μπορούσε να είχε γυριστεί ακόμη και σήμερα χωρίς να χάσει ίχνος από τη δύναμή της.

Χωρισμένη σε τέσσερις νοητές πράξεις – στιγμές από τη ζωή ενός νέου στο μεταπολεμικό Μιλάνο των αρχών του 1960, η «Θέση» εξελίσσεται τελετουργικά, ακολουθώντας σχεδόν με ντοκιμενταρίστικο τρόπο τον πρωταγωνιστή της σε ένα καθημερινό roller-coaster που αποτελείται από μικρές και μεγάλες αγωνίες, εκπλήξεις, χαρές, ενθουσιασμούς και απογοητεύσεις, καθώς μια ιστορία επιβίωσης μεταλλάσσεται σε ένα love story και από εκεί σε ένα πορτρέτο μιας ολόκληρης χώρας που αλλάζει μπροστά στο δέος του «οικονομικού θαύματος».

2Με πλήρη την αντίστιξη ανάμεσα σε ένα εργασιακό περιβάλλον που δίνει περισσότερη σημασία στην τεχνοκρατική πλευρά της «δουλειάς» και στο αθώο, περιπλανώμενο στην πόλη και τα όνειρα για έναν έρωτα που γεννιέται και μια καλύτερη ζωή βλέμμα του Ντομένικο, ο Ερμάνο Όλμι σκηνοθετεί γεωμετρικά – με τον τρόπο του Μικελάντζελο Αντονιόνι – το οδοιπορικό του ήρωά του, κρατώντας την κάμερα όσο πιο κοντά γίνεται στο πρόσωπό του, όχι μόνο για να επιτείνει την αίσθηση του ντοκιμαντέρ, αλλά με σκοπό να αναδείξει τη μελαγχολία μιας ζωής που θα μπορούσε να ξεφύγει από τα γρανάζια μιας προγραμματισμένης κοινωνίας και να γευτεί τις μικρές, πραγματικές χαρές της ζωής.

Στην πιο αυτοβιογραφική του ταινία και αυτή που θα έστρωνε το δρόμο για τις μεγάλες του μετέπειτα στιγμές (το Χρυσό Φοίνικα για το «Δέντρο με τα Τσόκαρα» το 1978 και το Χρυσό Λιοντάρι στη Βενετία για το «Θρύλο του Ιερού Πότη» το 1988), ο Ερμάνο Όλμι – υπάλληλος για μια δεκαετία σε μια εταιρία του Μιλάνο, επενδύει πάνω στους ερασιτέχνες ηθοποιούς του και παραμένει κοντά τους ακόμη και όταν η διαδρομή τους τούς οδηγεί νομοτελειακά στην αποξένωση και την αλλοτρίωση.

Σε αυστηρό ασπρόμαυρο και σταθερά πλάνα που αφήνουν τη δράση να εκτυλίσσεται σαν να επρόκειτο για την αυστηρή παρατήρηση μιας κοινωνίας που ψάχνει το νόημα σε λάθος μέρη, η «Θέση» δεν απομακρύνεται ποτέ από την ουμανιστική της θέση, πιο κοντά ίσως στο σινεμά του Ρομπέρ Μπρεσόν χωρίς ωστόσο την πνευματικότητα που θα μπορούσε να την ανυψώσει σε ένα έπος για την πλάνη του Δυτικού Πολιτισμού.

Πολιτικός, ρομαντικός, έτοιμος να διακόψει την αφήγηση για να απλώσει το βλέμμα του σε πράγματα που κανονικά δεν θα ταίριαζαν σε μια συμβατική αφήγηση (μνημειώδης η σκηνή όπου η κάμερα φεύγει από το καφκικό γραφείο για να δείξει τις ζωές των συναδέλφων του Ντομένικο) και σίγουρος πως οι πραγματικές απαντήσεις δεν βρίσκονται σε διακηρύξεις, προπαγάνδες ή σε μελοδραματικούς μονολόγους, ο Όλμι κινηματογραφεί τον άνθρωπο μέσα στο σύστημα, αφήνοντας στο αποστομωτικό του φινάλε εκείνη την αμφιβολία για το πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα, αν η αλυσίδα μπορούσε να σπάσει και ο έρωτας, η ανεμελιά και τα μεγάλα όνειρα δεν θα ήταν τα πρώτα μεγάλα θύματα μιας Ευρώπης που βγαίνοντας από τον πόλεμο υπήρξε έτοιμη να θυσιάσει τα πάντα υπέρ μιας επίπλαστης ευημερίας.

ΕΡΜΑΝΟ ΟΛΜΙ: (1931, Ιταλία -)

Ιταλός σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Γεννήθηκε στο Μπέργκαμο, στις 24 Ιουλίου. Γιος χωρικών, έζησε στερημένα παιδικά χρόνια που απεικόνισε έξοχα στην καλύτερη ταινία του, Το δένδρο και τα τσόκαρα. Στιλίστας της λεπτόλογης ψυχολογικής παρατήρησης και ανανεωτής του νεορεαλισμού στη δεκαετία του ’60.

Διακρίσεις:

Χρυσός Φοίνικας Φεστιβάλ Καννών 1978 (Το δένδρο και τα τσόκαρα).
Χρυσό Λιοντάρι Φεστιβάλ Βενετίας 1988 (La Leggenda del Santo Bevitore).

ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ

Il tempo si e fermato (O χρόνος σταμάτησε, 1959) Ναταλί Ρόσι, Ρομπέρτο Σεβέζο
Il posto (Η θέση, 1961) Αλεσάντρο Παντζέρι, Λορεντάνα Ντέτο, Γκουίντο Τσίτι –
I fidanzati (Οι αρραβωνιασμένοι, 1963) Κάρλο Κραμπίνι, Άνα Κάντσι
…e vene un uomo (Και ήρθε ένας άνθρωπος, 1965) Ροντ Στάιγκερ, Αντόλφο Τσέλι, Ρίτα Μπερτόκι -Racconti di giovani amori (1967)
Un certo giorno (Κάποια μέρα, 1968) Μπρουνέτο Ντελ Βίτα, Λίντια Φουόρτες, Ραφαέλα Μοντούνιο, Μαρία Κροσινιάνι
I recuperanti (TV: Οι οδοκαθαριστές, 1970) Αντόνιο Λουνάρντι, Αντρέινο Κάρλι, Αλεσάντρο Μικελέτο
Durante l’ estate (Στη διάρκεια του καλοκαιριού, 1971) Ροσάνα Καλεγκάρι, Μάριο Μπαριλά
La circostanza (TV: Η περίσταση, 1974) Άνα Σαβέλι, Γκαετάνο Πόρο, Ραφαέλα Μπιάνκι
L’albero degli zoccoli (Το δένδρο και τα τσόκαρα, 1978) ερασιτέχνες ηθοποιοί
Cammina, Cammina (TV: Ακολουθώντας το άστρο, 1981)
Lunga vita alla Signora! (1987) Μάρκο Εσπόζιτο, Σιμόνα Μπρανταλίσε, Στεφανία Μπουσαρέλο
La leggenda del Santo Bevitore (1988) Ρούντγκερ Χάουερ, Άντονι Κουέιλ, Σαντρίν Ντιμάς, Ντομινίκ Πινόν
La leggenda del boscho vecchio (1993) Πάολο Βιλάτζιο, Τζούλιο Μπρότζι, Ρικάρντο Ζαναντόνιο, Λουτσιάνο Ζαντονέλ
Genesi (1994) Ομέρο Αντονούτι και ερασιτέχνες ηθοποιοί
Il mestiere delle armi (2000) Κρίστο Ζίφκοβ, Σέρτζιο Γκραμάτικο, Ντμίτρι Ράτσκοβ

Η κριτική της ταινίας από τον Βασίλη Ραφαηλίδη

3Ο χρόνος σταμάτησε ήταν ο τίτλος της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας (1959) του πατριάρχη της ιταλικής νουβέλ βαγκ. Ο χρόνος στην κυριολεξία σταμάτησε και στη δεύτερη ταινία του, τη Θέση (1961). Δε συμβαίνει τίποτα το αξιοσημείωτο σ’ αυτό το φιλμ. Τα μικρογεγονότα απλώς περιγράφονται, ή, καλύτερα, καταγράφονται με τη μεγαλύτερη δυνατή πιστότητα, χωρίς καμία απολύτως συμβολική προέκταση, απογυμνωμένα από κάθε διδακτική ή συνειρμική δυνατότητα. Είναι μια απλή ταινία που μιλάει για απλούστατα πράγματα με μια αφοπλιστική απλότητα που δεν αφήνει κανένα περιθώριο για παρερμηνείες. Ωστόσο, αυτές οι ταπεινές αλήθειες για τις οποίες κανείς δε μιλάει γιατί θεωρούνται αυταπόδεικτες ως μαθηματικά αξιώματα, για τον Όλμι έχουν ανάγκη από μία σχολαστική καταγραφή τέλεια ντοκουμενταρισμένη για να καταδειχθεί η πρωταρχικότητά τους και το αναλλοίωτο στοιχείο αιωνιότητας που εμπεριέχουν. Σ’ αυτές τις ταινίες του Όλμι, οι συσσωρευμένες μικρολεπτομέρειες περιστρέφονται σε σταθερές τροχιές γύρω από έναν άξονα, τη δουλειά, όχι για ν’ αποδείξουν την αβάσταχτη αναγκαιότητά της, όπως στον Παζολίνι, αλλά για να ταξινομηθούν οι βίδες και οι βιδίτσες με τις οποίες βιδώνεται και ξεβιδώνεται ο εργαζόμενος στις μηχανές και στους συναδέλφους του.

Η μόνη φιλοδοξία του Όλμι είναι να μας κάνει να διακρίνουμε την ποιότητα του μετάλλου της βίδας που μας κρατάει κολλημένους σ’ έναν δαιδαλώδη μηχανισμό. Ο ήρωάς του κολλάει στην καριέρα του όπως μια βίδα σ’ ένα μεγάλο μηχάνημα, χωρίς καμιά δυνατότητα διαφυγής. Ο Όλμι δε λέει ότι ο δεκαοκτάχρονος ήρωάς του θα αλλοτριωθεί από το κατεστημένο, μια κι έγινε βίδα του, αλλά ότι ο «μηχανισμός» προϋποθέτει την αλλοτρίωση του ατόμου για να δουλέψει χωρίς τριξίματα και κραδασμούς. Η συγκολλητική ουσία πουσφιχτοδένει τα γρανάζια, είναι το δέλεαρ μιας σίγουρης δουλειάς και μιας βέβαιης σύνταξης, μ’ άλλα λόγια μιας «θέσης» μέσα στον κοινωνικό μηχανισμό, που όλο τον λαδώνουν κι όλο τρίζει. Ο Όλμι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρείται ως επίγονος του νεορεαλισμού μόνο και μόνο γιατί ενδιαφέρεται για τον τρόπο λειτουργίας του κοινωνικού μηχανισμού. Ο νεορεαλισμός παίρνει τους ήρωές του από το δρόμο και της καθημερινότητα, αλλά απογυμνώνει και γενικεύει τα προβλήματά τους. Ο Όλμι, ωστόσο, ποτέ δεν ασχολήθηκε με το θέμα της ανεργίας, της στέγης, της ανάγκης για επιβίωση με κάθε τρόπο. Αντίθετα με τους νεορεαλιστές, ενδιαφέρεται για τα άτομα που ήδη ανήκουν στη μεγάλη συμβιβασμένη μάζα, κι όχι για τους εξεγερμένους και τους αποδιωγμένους. Ενδιαφέρεται για το «μηχανισμό» αυτόν καθ’ εαυτόν, κι όχι για ένα εξάρτημά του. Εφτά χρόνια δουλειάς στη βιομηχανική εταιρεία του Μιλάνου «Έντισον-Βόλτα» -για λογαριασμό της οποίας γύρισε 30 ταινίες μικρού μήκους- κάτι του δίδαξαν για τον τρόπο λειτουργίας του «μηχανισμού». Εκεί έμαθε τι σημαίνει «τέλεια κουρδισμένη δουλειά», καταγράφοντας με την κάμερά του τον τρόπο με τον οποίο δούλευαν και σκέπτονταν οι εργαζόμενοι.

Το 1953, που προσελήφθη στην εταιρεία, ήταν μόλις 22 χρονών – γεννήθηκε το 1931- και είχε κιόλας στο ενεργητικό του μια αξιόλογη καριέρα ως ηθοποιός και θεατρικός σκηνοθέτης. Στην «Έντισον» έγινε και αυτός μία ασήμαντη βίδα που τη βίδωναν τ’ αφεντικά του χρησιμοποιώντας για κατσαβίδι μια κάμερα. Δηλαδή, γύριζε ταινίες κατά παραγγελίαν, ώσπου μια μέρα το μπουλόνι έσπασε και η μικρού μήκους ταινία Ο χρόνος σταμάτησε μάκρυνε -παρά τις διαμαρτυρίες της «Έντισον» κι έγινε μεγάλη και κατέπληξε τους κριτές στο Φεστιβάλ Βενετίας, το 1960. Πράγμα που σημαίνει ότι η βίδα σπάει από το πολύ σφίξιμο κι ότι τα γρανάζια δεν είναι τόσο γερά όσο φαίνονται. Η θέση (1961) ήταν η ταινία με την οποία γιόρτασε την ελευθερία του. Το 1962 γυρίζει την τρίτη ταινία του -Οι αρραβωνιασμένοι- και το 1964 την τέταρτη -Ήρθε ένας άνθρωπος- και μαζί με τον άνθρωπο ήρθε κι ένας σκηνοθέτης, ο αξιολογότερος, ίσως, της καινούργιας γενιάς των Ιταλών κινηματογραφιστών.

του Βασίλη Ραφαηλίδη

Για μια θέση μέσα στο μηχανισμό

του Στράτου Κερσανίδη,

εφημερίδα Η εποχή

Το πολιτικό και οικονομικό σύστημα αποτελεί έναν μηχανισμό, ο οποίος εργάζεται ακατάπαυστα, με σκοπό την επίτευξη των στόχων του ο οποίος είναι η εξυπηρέτηση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης, δημιούργημα της οποίας είναι ο εν λόγω μηχανισμός.

4Για την αποδοτική του λειτουργία όμως, χρειάζονται και τα κατάλληλα εξαρτήματα τα οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι οι άνθρωποι. Εδώ, λοιπόν, υπεισέρχεται ο Μαρξισμός και έννοιες όπως κεφάλαιο, κέρδος, εργασία, ικανοποίηση αναγκών, υπεραξία, αλλοτρίωση κλπ., οι οποίες δεν είναι παρά η ίδια η πραγματικότητα κάτω από το πρίσμα της οικονομικής επιστήμης.

Ο Ερμάνο Όλμι (1931-) γύρισε το 1961 τη δεύτερή του ταινία «Η θέση» (Il posto) η οποία κατατάσσεται στον ιταλικό νεορεαλισμό. Το τέλος -συμβολικά φυσικά- του εν λόγω κινηματογραφικού ρεύματος σηματοδοτείται το 1954 με την ταινία «Λα στράντα» του Φεντερίκο Φελίνι η οποία αποτελεί το πέρασμα στο “σινεμά του δημιουργού”. Εν τούτοις ο Όλμι γυρίζει το βλέμμα του μερικά χρόνια πίσω και επιχειρεί ένα είδος αναβίωσης του νεορεαλισμού, ο οποίος, σύμφωνα με το θεωρητικό του κινηματογράφου Αντρέ Μπαζέν, «είναι κατ’ αρχήν ένα είδος ουμανισμού και μόνο δευτερευόντως είναι κινηματογραφικό στιλ».

Έτσι, στη «Θέση», ο Ερμάνο Όλμι με διεισδυτικότητα αποτυπώνει την κοινωνική κατάσταση στην Ιταλία και το όνειρο των ανθρώπων να εξασφαλίσουν μια μόνιμη δουλειά. Είναι μια εποχή για τη γειτονική χώρα, κατά την οποία σημειώνονται σημαντικές αλλαγές με την οικονομία να ανακάμπτει και να αναπτύσσεται. Δημιουργούνται θέσεις εργασίας, με εκείνες που προσφέρουν οι μεγάλες εταιρίες να θεωρούνται ως οι καλύτερες.

Μέσα σε αυτό το κάδρο ο ιταλός σκηνοθέτης τοποθετεί τον ήρωά του, τον 19χρονος Ντομένικο, ο οποίος παίρνει μέρος σε ένα διαγωνισμό για θέσεις εργασίας που προκηρύσσει μια μεγάλη ιδιωτική εταιρία στο Μιλάνο. Οι γονείς του τον παροτρύνουν να πάει επειδή, εάν προσληφθεί, θα έχει μόνιμη δουλειά. Τη μέρα των εξετάσεων ο Ντομένικο γνωρίζεται με τη Μανγκαλί η οποία επίσης διεκδικεί μια θέση εργασίας. Προσλαμβάνονται και οι δύο, ο Ντομένικο ως προσωρινός κλητήρας μέχρι να βρεθεί μια καλύτερη θέση και η Μανγκαλί ως δακτυλογράφος αλλά βρίσκονται σε διαφορετικά κτίρια. Η ταινία παρακολουθεί την καθημερινότητα του νεαρού στην εταιρία, την επιθυμία του να συναντήσει την κοπέλα και την προσπάθειά του να συμβιβαστεί με το εργασιακό του περιβάλλον.

5Ένα περιβάλλον στεγνό, συμβατικό, παγερό. Βλέπουμε μεγάλους διαδρόμους με πόρτες δεξιά κι αριστερά, γραφεία τοποθετημένα με απόλυτη τάξη στη σειρά κι ανθρώπους να εργάζονται σχεδόν σιωπηλοί, ανταλλάσσοντας μόνο λίγες κουβέντες μεταξύ τους. Είναι ένα σύγχρονο εργασιακό περιβάλλον, στο οποίο οι άνθρωποι αποτελούν τα γρανάζια μια τεράστιας μηχανής, ενός Λεβιάθαν που τους καταπίνει και τους αλλοτριώνει, επειδή μόνον έτσι τους καθιστά “αποδοτικούς”. Κι όμως, τα γρανάζια εξακολουθούν να διατηρούν τις ανθρώπινες ιδιότητές τους, είναι άνθρωποι με σάρκα και οστά και πάνω απ’ όλα, με επιθυμίες και όνειρα. Από τις πιο δυνατές στιγμές της ταινίας είναι όταν ο Όλμι μας δείχνει μερικά στιγμιότυπα από τις ζωές των συναδέλφων του Ντομένικο, εκτός εργασίας. Ο ίδιος αναζητά τη Μανγκαλί, κάποιος άλλος τραγουδά όπερες, ένας τρίτος γράφει κρυφά ένα μυθιστόρημα. Αυτός είναι ένας καθημερινός αγώνας, ένας προσωπικός αγώνας των απλών γενναίων ανθρώπων οι οποίοι εργάζονται σε μια εταιρία, εναντίον της υποταγής και της αλλοτρίωσης, ώστε να παραμείνουν άνθρωποι.

Μια ταινία ευαίσθητη που κυλάει με τρυφερότητα. Μια ταινία η οποία διαθέτει μια απλή, σχεδόν ανύπαρκτη αφηγηματική δράση. Δε συμβαίνει τίποτε το συνταρακτικό απλώς οι άνθρωποι κινούνται μέσα στο περιβάλλον τους, ζουν, υπομένουν και ονειρεύονται. Οπωσδήποτε όμως αυτό το οποίο κυριαρχεί, αυτό το οποίο δίνει τον τόνο δεν είναι οι άνθρωποι αλλά ο μηχανισμός αλλοτρίωσής τους. Το αδηφάγο τέρας του κέρδους το οποίο τους μετατρέπει, εκόντες άκοντες, σε υποταγμένους εργάτες οι οποίοι δουλεύουν για να επιβιώσουν. Κι αυτό που μένει, μέσα στους μεγάλους διαδρόμους της γραφειοκρατικής μηχανής με τις πόρτες που ανοιγοκλείνουν, είναι η συντροφικότητα των εργαζόμενων, τα βλέμματα που ανταλλάσσουν, η αλληλεγγύη που δείχνουν. Ακόμη, αν θέλετε και οι μικρές βλέψεις και φιλοδοξίες, όπως φαίνεται στην αντίδραση ενός υπαλλήλου, όταν ο νεότερός του Ντομένικο τοποθετείται σε καλύτερη, χωροταξικά, θέση από αυτόν.

Αυτή, εν τέλει, είναι η ιστορία του Ντομένικο και χιλιάδων ανθρώπων σαν αυτόν. Ενός νέου που θέλει να εκπληρώσει το μικροαστικό του όνειρο, μιας μόνιμης εργασίας. Ενός νέου που συρρικνώνει τα θέλω του για να γίνει δεκτός στο μηχανισμό. Ενός νέου που χάνει τον έρωτα πριν ακόμη προλάβει να τον αγγίξει.

Το εξαιρετικό αυτό φιλμ κέρδισε το βραβείο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου στο Φεστιβάλ της Βενετίας το 1961.

6

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *