Τα «λιμενεργατικά» της Καλαμάτας το 1934

Στις 9 Μάη 1934, με διαταγή της τότε κυβέρνησης, ο στρατός χτύπησε τη διαδήλωση που έκαναν απεργοί λιμενεργάτες και μυλεργάτες στην Καλαμάτα. Ο απολογισμός της επίθεσης ήταν επτά εργάτες νεκροί και πολλοί βαριά τραυματισμένοι.

Τα γεγονότα στην Καλαμάτα επέδρασαν καταλυτικά στο απεργιακό κίνημα που ήδη είχε αναπτυχθεί μέσα στο 1934, μετά και την ανάληψη της διακυβέρνησης από το Λαϊκό Κόμμα (Μάρτης του 1933). Στις απεργίες που έγιναν το 1933, υπολογίζεται ότι συμμετείχαν 100 χιλιάδες εργάτες και το 1934 οι απεργοί έφθασαν τους 182 χιλιάδες. Πολλές από αυτές τις απεργίες, σημαδεύτηκαν από τις συγκρούσεις των εργατών με τις δυνάμεις καταστολής.

Στη σύντομη αναφορά στα γεγονότα της Καλαμάτας αναφερόμαστε στις αιτίες και στην εξέλιξη του απεργιακού αγώνα. Αρνητικό ρόλο στην εξέλιξη αυτού του αγώνα έπαιξαν οι τότε δυνάμεις του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού, τμήμα των οποίων ήταν και οι αποκαλούμενοι «σοσιαλφασίστες», που υπερασπίζονταν με σθένος τη γραμμή της ταξικής συνεργασίας.

Οι μηχανές φέρνουν ανεργία στον καπιταλισμό

Από σύγχρονες ηλεκτρονικές σελίδες της περιοχής, αλιεύουμε τα εξής σημαντικά στοιχεία για την περίοδο πριν ξεσπάσει η απεργία: «Την εποχή εκείνη το ήμισυ σχεδόν του σιταριού της εγχώριας κατανάλωσης προερχόταν από εισαγωγές (για το λόγο αυτό, άλλωστε, και οι περισσότεροι αλευρόμυλοι βρίσκονταν κοντά στα μεγάλα λιμάνια).

(…) Επειδή τα μέσα εκφόρτωσης από τα πλοία σε εκείνα τα χρόνια ήταν ανύπαρκτα, υπήρχαν αρκετοί λιμενεργάτες που ασχολούνταν με αυτή τη δραστηριότητα.

Στις αρχές του 1934, όμως, παρουσιάστηκε στην Καλαμάτα το πρώτο «σιλό», ένας γιγαντιαίος απορροφητήρας ο οποίος ξεφόρτωνε το σιτάρι απευθείας στους αλευρόμυλους. Η χρησιμοποίηση των «σιλό» θα επέφερε δραματική ανεργία στις τάξεις των λιμενεργατών , οι οποίοι αμέσως αντέδρασαν με έντονες δημόσιες διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις.
Υπεύθυνος για την αντιμετώπιση της κρίσης ορίστηκε από την κυβέρνηση ο Στέφανος Στεφανόπουλος, υφυπουργός Οικονομικών, ο οποίος αρχικά έδωσε διαταγή να μη λειτουργήσει το «σιλό», ενώ αμέσως μετά κάλεσε τους αντιπροσώπους των εργοδοτών και των εργατών στην Αθήνα για να βρουν συμβιβαστική λύση».

Ο εκσυγχρονισμός των μέσων παραγωγής την εποχή εκείνη, προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγικότητα της εργασίας, οδήγησε σε αύξηση της ανεργίας, όπως συμβαίνει πάντα στον καπιταλισμό. Απέναντι σ’ αυτήν την εξέλιξη, η κυβέρνηση προσπάθησε να παρέμβει πυροσβεστικά προς όφελος της εργοδοσίας.

Σύμφωνα με τον «Ριζοσπάστη», «η επιτροπή ρυθμίσεως των λιμενεργατικών εργασιών, με τη συγκατάθεση του σοσιαλφασίστα αντιπροσώπου των εργατών πήρε απόφαση να ιδρυθεί Ταμείο Ασφαλίσεως, που θα μειώσει τον αριθμό των λιμενεργατών από 300 σε 150 και θα «αποζημιώσει» τους γέρους κι ανίκανους δίνοντας το ανώτατο 15.000 δρχ. εφ’ άπαξ ή 1.000 δραχμές μηνιάτικη σύνταξη, χωρίς να ασφαλίζεται η ανεργία και η ασθένεια.

Οι πόροι του Ταμείου θα προέρχονται από κράτηση 2 δραχμών κατά τόνο στα εισαγόμενα και από την αποζημίωση της ρουφήχτρας. Το Ταμείο θα διοικείται από την επιτροπή ρυθμίσεων κι ένα μονάχα αντιπρόσωπο των εργατών. Τις συνελεύσεις που γίνονται οι σοσιαλφασίστες τις διαλύουν δικτατορικά χωρίς να παίρνεται καμιά απόφαση ενάντια στον αντεργατικό κανονισμό του Ταμείου».

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του «Ριζοσπάστη» κι άλλων εφημερίδων, οι λιμενεργάτες ζητούσαν 8 δραχμές για κάθε τόνο που ξεφορτώνονταν από τον απορροφητήρα, αναδρομικά από το 1928. Το αίτημά τους βασιζόταν σε συμφωνία που είχαν κάνει από τότε με την εργοδοσία, χωρίς όμως η τελευταία να την έχει τηρήσει. Αντίθετα, οι αλευροβιομήχανοι και η κυβέρνηση πρότεινα 6 δραχμές ανά τόνο και όχι αναδρομικά.

Οργιο κρατικής τρομοκρατίας

Οι λιμενεργάτες και οι μυλεργάτες δεν δέχθηκαν τη συμφωνία. Στο φύλλο του «Ριζοσπάστη» στις 7 Μάη αναφέρεται: «Οι λιμενεργάτες είναι ανάστατοι ύστερα από την άρνηση του υπουργείου να λύσει το ζήτημα της ρουφήχτρας σύμφωνα με τις απόψεις τους. Σε δύο συνελεύσεις που κάνανε μέχρι σήμερα εξέλεξαν δύο 10μελείς απεργιακές επιτροπές και αποφάσισαν να κατέβουν σε απεργία μόλις πλευρίσει βαπόρι στη ρουφήχτρα.

Η απεργιακή επιτροπή κυκλοφόρησε ανακοινωθέν στους επαγγελματίες που το υπέγραψαν δηλώνοντας πως τάσσονται αλληλέγγυοι με τους λιμενεργάτες . Επίσης οι μυλεργάτες οργανώνουν την απεργιακή τους πάλη διεκδικώντας μεροκάματο ίσο με των μυλεργατών του Πειραιά».

Η απόφαση για απεργιακό αγώνα δεν ήταν καθόλου εύκολη δεδομένων των συνθηκών κρατικής τρομοκρατίας που ήδη επικρατούσαν στην Καλαμάτα και σε όλη τη χώρα. Χαρακτηριστικά είναι τα εξής γεγονότα:

Στην Πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση στην Καλαμάτα, όπου πήραν μέρος 1.000 εργάτες, «ισχυρή δύναμη πεζών και έφιππων χωροφυλάκων περιέζωσε το μέρος της συγκέντρωσης και απείλησε από αυτή τις εργάτριες. Οταν επιτροπή πήγε να επιδώσει το ψήφισμα στη νομαρχία, η αστυνομία δεν επέτρεψε στους εργάτες να παρουσιαστούν ομαδικά στη νομαρχία» («Ριζοσπάστης», 2 Μάη 1934).

Στις 3 Μάη 70 εργάτες του εργοστασίου Οίνων και Οινοπνευμάτων απήργησαν, διεκδικώντας αύξηση μεροκάματου κατά 75%. «Η αστυνομία κατέλαβε το εργοστάσιο και το ιππικό έκανε επέλαση για να διαλύσει τους απεργούς, που συγκεντρώθηκαν έξω από το εργοστάσιο. Συνελήφθησαν δύο εργάτες που αργότερα αφέθηκαν ελεύθεροι. Οι απεργοί μένουν απτόητοι» («Ριζοσπάστης», 4 Μάη 1934).

«Η απεργία των εργατών της εταιρίας Οίνων και Οινοπνευμάτων συνεχίστηκε και σήμερα. Χτες τη νύχτα ενώ οι απεργοί περιφρουρούσαν το εργοστάσιο τους επιτέθηκε δύναμη εφίππων και πεζών χωροφυλάκων. Οι απεργοί αμυνόμενοι αντεπιτέθηκαν και προκλήθηκε συμπλοκή, κατά την οποία τραυματίστηκε θανάσιμα εργάτης (…) Επίσης, συνελήφθησαν 16 απεργοί και τρεις γυναίκες που ακόμα κρατούνται» («Ριζοσπάστης», 5 Μάη 1934).

Και μετά την απόφαση για απεργία, η κυβέρνηση συνέχισε την παρελκυστική τακτική, ισχυριζόμενη ότι δεν θα πλευρίσει βαπόρι. Ο πρόεδρος του σωματείου των λιμενεργατών – ο «σοσιαλφασίστας Ζωάκος», όπως τον αποκαλούσε ο «Ριζοσπάστης» – ζήτησε από τους εργάτες να τον εξουσιοδοτήσουν για να ανέβει στην Αθήνα να κανονίσει τα ζητήματα. Ομως, οι εργάτες δεν το δέχτηκαν.

Η απεργία ξεκινά

Στις 7 Μάη οι μυλεργάτες κήρυξαν απεργία, διεκδικώντας μεταξύ άλλων αύξηση 40%. Στις 8 Μάη, περίπου στις 4.30 το απόγευμα, έφθασε στο λιμάνι σιτοφόρο βαπόρι. Με την άφιξή του δόθηκε το σύνθημα της γενικής απεργίας των λιμενεργατών , ενώ σε ένδειξη αλληλεγγύης οι επαγγελματίες της παραλίας κλείσανε τα μαγαζιά τους για δύο ώρες.

Για τα γεγονότα στις 8 Μάη ο «Ριζοσπάστης» αναφέρει: «Ολη η παραλία έχει γεμίσει από κόσμο (…) Δύο λόχοι πεζικού με πολυβόλα και όλη η πεζή και έφιππη χωροφυλακή έχουν αποκλείσει τη ζώνη όπου βρίσκεται το βαπόρι. Επίσης το σύνταγμα του πεζικού βρίσκεται σε επιφυλακή.

Οι λιμενεργάτες κάνανε αλλεπάλληλες επιθέσεις για τη διάσπαση της ζώνης. Ο πρόεδρος των λιμενεργατών Ζωάκος βρίσκεται σε συχνή επαφή με τις αρχές, τους ιδιοκτήτες των μύλων και το Εμπορικό Επιμελητήριο για το σπάσιμο της απεργίας. Η απεργιακή επιτροπή που κλήθηκε από το διοικητή της χωροφυλακής, δεν δέχτηκε να πάει. Οι μυλεργάτες συνεχίζουν και αυτοί την απεργία τους».

Μέχρι αργά τη νύχτα, δυόμισι χιλιάδες άτομα μαζί με τους απεργούς βρέθηκαν στην παραλία. Στις 9 Μάη 1943 ο στρατός δολοφονεί επτά εργάτες και τραυματίζει δεκάδες. Στο φύλλο του «Ριζοσπάστη» στις 10 Μάη 1934 καταγράφεται η μαρτυρία του ανταποκριτή του για όσα έγιναν στις 9 Μάη:

«Στις 5 το πρωί οι λιμενεργάτες άρχισαν να συγκεντρώνονται στο λιμάνι με επικεφαλής την απεργιακή τους επιτροπή για την περιφρούρηση της απεργίας τους (…) Ολες οι αρχές βρίσκονται στο πόδι μαζί τους και οι δήμιοι αλευροβιομήχανοι Τραβασάρος, Πάστρας κλπ.

Η απεργιακή επιτροπή που ήρθε σε επικοινωνία χτες τη νύχτα με το νομάρχη και τις άλλες αρχές πήρε την απάντηση: «ΘΑ ΣΑΣ ΧΤΥΠΗΣΟΥΜΕ ΣΤΟ ΨΑΧΝΟ, ΠΑΛΙΟΣΚΥΛΑ! ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΑΙΤΗΜΑ ΣΑΣ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΔΕΧΤΟ. Η ΡΟΥΦΗΧΤΡΑ ΘΑ ΔΟΥΛΕΨΕΙ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΧΤΥΠΗΣΟΥΜΕ ΤΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΩΝ ΜΥΛΩΝ ΜΑΣ!»».

Χτύπημα στο ψαχνό…

Οταν στις 8 το πρωί η ρουφήχτρα έβαλε μπροστά, μια ομάδα 15 εργατών μπαίνουν σε μια μαούνα για να πάνε στο σιτοφόρο βαπόρι. Φθάνοντας 15 μέτρα κοντά ρίχτηκε ομοβροντία πυροβολισμών. Να πώς περιγράφει ο «Ριζοσπάστης» τα γεγονότα:

«Ενας λιμενεργάτης μέσα στη μαούνα είναι βαριά τραυματισμένος. (…) Ο εργάτης που τράβαγε το κουπί της βάρκας πέφτει νεκρός και άλλοι τραυματισμένοι μέσα στη μαούνα (…) Οι εργάτες που βρίσκονται στην ξηρά πυροβολούμενοι από το οπλοπολυβόλο δεν υποχωρούν. Με ρόπαλα και πέτρες επιτίθενται φωνάζοντας: «Κάτω οι δολοφόνοι! Κάτω οι τύραννοι! Κάτω οι φασίστες!». Η θεριστική βολή και τα πυρά ομαδόν συνεχίζονται. Αλλοι δύο εργάτες ξαπλώνονται νεκροί στο πλακόστρωτο.

Ο υπολοχαγός Στεφανάκος φυτεύει μια σφαίρα στο κορμί του ξαδέρφου του λιμενεργάτη Στεφανάκου (…) Το πυρ συνεχίζεται με μανία. Οι εργάτες διασκορπίζονται, αλλά πάλι ξανασυντάσσονται. Αλλοι πέφτουν στη θάλασσα για να σώσουν τους δικούς τους, που για να γλυτώσουν από τους πυροβολισμούς είχαν πέσει από τη μαούνα στη θάλασσα.

Τα πτώματα των σκοτωμένων οι εργάτες τα βγάζουν από τη θάλασσα και συγκεντρώνονται φωνάζοντας: «Κάτω οι δολοφόνοι! Κάτω οι τύραννοι!» (…) Βάζουν τα πτώματα πάνω σε μια σκάλα ενώ ένα αυτοκίνητο μεταφέρει εφτά θανάσιμα τραυματισμένους στην κλινική του Μάντζαρη. Οι εργάτες, με τα πτώματα των σκοτωμένων με κόκκινες και μαύρες σημαίες από τα τσεμπέρια των γυναικών ξεκινούν για την πόλη φωνάζοντας: «Ατιμοι δολοφόνοι. Θα μας το πληρώσετε».

Ολοι οι εργάτες τραγουδούν το πένθιμο εμβατήριο: «Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς»… και η μάζα όλο και μεγαλώνει ανεβαίνοντας από την οδό Αριστομένους για την Καλαμάτα (…) Οταν το αυτοκίνητο που μετέφερε τους τραυματίες έφτασε έξω από την κλινική του Μάτζαρη, πέθαναν οι δύο από αυτούς»…

Γενική απεργία στην Καλαμάτα

Καθώς τα γεγονότα φουντώνουν, ο ανταποκριτής του «Ριζοσπάστη» μεταδίδει στην εφημερίδα: «Στο μεταξύ έχουν απεργήσει οι τσαγκαράδες, οι αρτεργάτες, οι ιδιωτικοί υπάλληλοι και όλοι οι εργάτες των εργοστασίων και γενικά όλοι οι εργάτες της Καλαμάτας . Οι εργάτες αυτοί σχηματίζουν διαδήλωση και βάζουν πάνω σε μια σκάλα τα δύο πτώματα των εργατών που πέθαναν τη στιγμή που τους μετέφεραν στην κλινική, διαδηλώνουν στους δρόμους φωνάζοντας: «Κάτω οι δολοφόνοι, Κάτω οι κλέφτες.»

Πρωτοσέλιδα του «Ριζοσπάστη» με αναφορές στα γεγονότα της απεργίας
Πρωτοσέλιδα του «Ριζοσπάστη» με αναφορές στα γεγονότα της απεργίας
(…) Ενώ η μάζα κατεβαίνει στην πόλη (…) οι σοσιαλφασίστες βγαίνουν στη μέση και φωνάζουν «Αυτά είναι άσκοπα…». Οι εργάτες χίμηξαν να τους λιντσάρουν με φωνές: «Κάτω οι πουλημένοι! Κάτω οι προδότες και τα τομάρια!»». Κατά τη διάρκεια της δολοφονικής επίθεσης «δύο φαντάροι έτοιμοι να πετάξουν τα τουφέκια, συλλαμβάνονται». Σε άλλη στιγμή «ένας λοχίας πετάει το όπλο του και περνάει με το μέρος των διαδηλωτών.
(…) Ο τόπος στρατοκρατείται ως τη μία το μεσημέρι, οπότε και πάρθηκαν τα πτώματα από τα πεζοδρόμια. Στο μεταξύ, όλη η δύναμη του συντάγματος με έφιππη και πεζή χωροφυλακή σε μικτά αποσπάσματα έχουν καταλάβει τα δημόσια κτίρια. Ολος ο εργαζόμενος λαός έχει ξεχυθεί στους δρόμους, πραγματοποιούν τις διαδηλώσεις, που διαλύονται βίαια και πάλι ανασυγκροτούνται.

(…) Αλλες ομάδες απεργών λιμενεργατών και μυλεργατών πολιορκούν το σπίτι του Πάστρα και του Τραβασάρου (σ.σ. αλευροβιομήχανοι) και σπάζουν τις πόρτες. Στου Πάστρα είναι έτοιμοι να ανέβουν απάνω, όταν καταφθάνει έφιππη χωροφυλακή κι αρχίζει τους πυροβολισμούς. Ταυτόχρονα, άλλοι εργάτες καταλαμβάνουν τα καμπαναριά των εκκλησιών. Ολες οι καμπάνες της πόλης χτυπάνε πένθιμα. Η αγανάκτηση έχει φτάσει στο κατακόρυφο. Στις συνοικίες σχηματίζονται μικροδιαδηλώσεις που τραβούν κάτω με το σύνθημα: «Κάτω ο ματοβαμμένος ελληνικός φασισμός»!

Στις 12 η ώρα ύστερα από απόφαση του νομάρχη και των αρχών η Καλαμάτα κηρύσσεται σε κατάσταση πολιορκίας (…) Οι αρχές για να καταστείλουν την εξέγερση των απεργών και του εργαζόμενου λαού της Καλαμάτας τηλεγράφησαν στο υπουργείο Στρατιωτικών που διέταξε να πάει στρατός στην Καλαμάτα από το Ναύπλιο και την Τρίπολη. Επίσης κήρυξαν το στρατιωτικό νόμο και η πόλη βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας».

Στις 10 Μάη η γενική απεργία στην Καλαμάτα συνεχίστηκε.

Χιονοστιβάδα αντιδράσεων

Η δολοφονική επίθεση προκαλεί πλήθος αντιδράσεων. Η Ενωτική ΓΣΕΕ κατήγγειλε την ομαδική σφαγή και απαίτησε από την κυβέρνηση την αποδοχή των αιτημάτων των εργατών, την απομάκρυνση των ενόπλων δυνάμεων, την τιμωρία των δολοφόνων, την αποζημίωση των οικογενειών των θυμάτων, την κατάπαυση των φασιστικών μέτρων.

Επίσης, απευθύνεται με γράμμα της στους απεργούς:

«Ταξικά αδέρφια,

η κυβέρνηση των τραπεζών, των αλευροβιομηχάνων και τσιφλικάδων, στην απαίτησή σας να περιφρουρήσετε το ψωμί των παιδιών σας σας δολοφόνησε ομαδικά όπως και τους εργάτες του Αλιβερίου και τους αγρότες Σάμου τον περασμένο χρόνο.

Αγωνιστείτε αλύγιστα. Στον αγώνα σας αυτόν η Ενωτική και τα τμήματά της βρίσκονται στο πλευρό σας.

Αποκηρύξτε την προδοτική Διοίκηση της Γενικής Συνομοσπονδίας που ο Γεν. Γραμματέας της Καλομοίρης προχτές στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, ενώ σας τηλεφωνούσε έδινε το χέρι του στον υφυπουργό Στεφανόπουλο και τον διαβεβαίωνε πως θα τα καταφέρει να τορπιλίσει τον αγώνα σας. Στιγματίστε τους προδότες! Περιφρουρήστε την απεργία σας! Κι η νίκη θα είναι δική σας!»

Ταυτόχρονα, απευθύνει κάλεσμα στα συνδικάτα να εκφράσουν εμπράκτως την αλληλεγγύη και να προχωρήσουν σε απεργία. Στην αντίπερα όχθη, η ΓΣΕΕ και τα Ανεξάρτητα Συνδικάτα ενώ δημαγωγούν για 24ωρη γενική απεργία, δεν παίρνουν κανένα μέτρο για την προετοιμασία της, πνίγουν κάθε προσπάθεια κήρυξης των απεργιών στους διαφόρους κλάδους.

Στο πρωτοσέλιδο του «Ριζοσπάστη» στις 11 Μάη δεσπόζει ο τίτλος: «Κάθε σταγόνα αίμα εργατικό πρέπει να πληρωθεί ακριβά από τους δολοφόνους! Εργάτες! Εργαζόμενοι! διαμαρτυρηθείτε για το σφαγιασμό των αδερφών σας στην Καλαμάτα! Κατεβείτε κεραυνοβόλα σε απεργίες και διαδηλώσεις διαμαρτυρίας!»

Οι εργάτες στον Πύργο, στο Γύθειο και σε άλλα μέρη κατέβηκαν σε γενική απεργία διαμαρτυρίας. Στο ίδιο πρωτοσέλιδο υπάρχει άρθρο με τον τίτλο «Η ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ». Σε αυτό σημειώνεται:

«Μιας μέρας ματοκύλισμα βοήθησε περισσότερο από 100 χρονών «ειρηνική» ζωή στο χτύπημα των μωραΐτικων παραδόσεων της «συντηρητικότητας» και της ταξικής «συμφιλίωσης» που καλλιεργούσαν η κεφαλαιοκρατία, τα «τζάκια» και οι πράκτορές τους στα μυαλά των εργατών και εργαζομένων της Πελοποννήσου. Οι εργάτες της Καλαμάτας αντίκρισαν με τα μάτια τους τον αληθινό εχθρό τους: τους αιμοβόρους βιομηχάνους το κράτος και τα λογής-λογής όργανά τους».

Στην Αθήνα μαζεύονται υπογραφές καταδίκης στις πανεπιστημιακές σχολές, ενώ γίνονται συγκεντρώσεις εργατών στη Νέα Ιωνία, στον Πειραιά και αλλού.

Στις 12 το μεσημέρι της 11ης Μάη γίνεται μεγάλη μαζική συγκέντρωση δυόμισι χιλιάδων εργατών μπροστά στο υπουργείο Εσωτερικών. Και σε αυτή η αστυνομία επιτέθηκε άγρια. Συνελήφθησαν 20 εργάτες ενώ η εργάτρια Ευγενία Γιαννοπούλου χτυπιέται σοβαρά.

«Θα συλλαμβάνεται κάθε κομμουνίζων»

Την ίδια μέρα, στην Καλαμάτα, 250 εργάτες ζήτησαν να αφεθούν ελεύθεροι οι συνάδελφοί τους Νιάρχος και Σταθάκος. Ο διοικητής της χωροφυλακής Αγγελέτος, δήλωσε ότι «δεν έχει όρεξη να παίξει με τους κομμουνιστές γιατί αυτοί καθοδηγούν την απεργία». Ακόμα, ότι θα «συλλαμβάνεται κάθε κομμουνίζων», ενώ ο ανώτατος διοικητής δήλωσε ότι σε περίπτωση που θα συγκροτηθεί συλλαλητήριο διαμαρτυρίας «θα πέσουν κι άλλα κορμιά».

Η εφημερίδα «Εστία» καλεί το κράτος να χτυπήσει «τους παράγοντας εκείνους, οι οποίοι δημιουργούν τον κομμουνισμόν, οι οποίοι διαιρούν τον Ελληνικό Λαό, οι οποίοι ευρύνουν τα μεταξύ των κοινωνικών τάξεων χάσματα, οι οποίοι δηλητηριάζουν τας ψυχάς των εργατών, των στρατιωτών, των νέων, οι οποίοι εκμεταλλεύονται διά τους αισχρούς των σκοπούς την υφισταμένην βεβαίως δυστυχία».

Η Ενωτική ΓΣΕΕ επέμενε στην πρότασή της να γίνει γενική πανεργατική απεργία, ωστόσο ΓΣΕΕ και Ανεξάρτητα Συνδικάτα συνέχισαν να κωλυσιεργούν. Ετσι η Ενωτική ΓΣΕΕ προχωρά μόνη της κήρυξη απεργίας στις 14 Μάη. Αμέσως μετά, ΓΣΕΕ και Ανεξάρτητα Συνδικάτα καταφεύγουν σε ελιγμό, ζητώντας να συμμετέχουν στην απεργία και γι’ αυτό ζητούν να μετατεθεί κατά δύο μέρες, προκειμένου να προετοιμαστούν. Τελικά, ακυρώνουν την απόφασή τους τελευταία στιγμή σαμποτάροντας την απεργία.

Παρά τους προδοτικούς ελιγμούς της ΓΣΕΕ και των Ανεξάρτητων Συνδικάτων, υπολογίζεται ότι απήργησαν 25-35 χιλιάδες εργάτες! Τελικά, η απεργία έληξε με την ηγεσία του σωματείου των λιμενεργατών να προχωρά σε συμφωνία με την κυβέρνηση και τους αλευροβιομήχανους, πολύ πίσω από τα αιτήματα και τις ανάγκες τους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το Γενάρη του 1935 εργάτες που πρωτοστάτησαν στην απεργία δικάστηκαν. Σύμφωνα με δημοσιεύματα στον Τύπο, το δικαστήριο καταδίκασε τον λιμενεργάτη Χρ. Νιάρχο σε φυλάκιση 18 μηνών και 2 χρόνια εξορία στον Αγιο Ευστράτιο, τον Στάθη Σταθάκο σε φυλάκιση 10 μηνών, τον λιμενεργάτη Π. Αντώνακα και τον τσαγκάρη Γ. Ξενάκη σε φυλάκιση 7 μηνών. Οι κατηγορίες για μεν τον Χρ. Νιάρχο ήταν ότι «επωφελούμενος της απεργίας των μυλεργατών και λιμενεργατών προκάλεσε ταραχάς και συγκρούσεις», για δε τους υπόλοιπους ότι «προεκάλεσαν και διήγειρον κατά των νόμων και των νόμιμων διαταγών της αρχής»…

Πηγή: «Ριζοσπάστης»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *