11/5/1936 «Επέσατε θύματα…»

– Κατάρα στους δολοφόνους!

Εκατόν πενήντα χιλιάδες κραυγές βγαλμένες μέσα από ανταριασμένα στήθεια βροντήξανε χτες το πρωί στην πλατεία της Ελευθερίας στη Σαλονίκη και γέμισαν την Ελλάδα.

– Κατάρα στους δολοφόνους!

Δεν είνε πια πανεργατική απεργία, δεν είνε ούτε παλλαϊκός συναγερμός. Είνε μια πόλη ολάκερη από διακόσιες πενήντα χιλιάδες ψυχές, που κηδεύει τα προχτεσινά θύματα, τα θύματα του καθεστώτος της Γκλεν και του Παπαστράτου και του κράτους των χαφιέδων, «στον τίμιο που πέσαν αγώνα…». Ολη η μεγάλη ματοβαμμένη πολιτεία της Μακεδονίας βρίσκεται στο πόδι. Αντρες και γυναίκες, νέοι και γέροι και παιδιά, λαός και στρατός. Ελληνες και Εβραίοι, με το ίδιο δάκρυ στα μάτια, με το ίδιο αναφιλητό στα στήθεια, με το ίδιο καυτό ανάθεμα στα χείλια.

Και μαζί τους ολάκερη η Ελλάδα, που δουλεύει και μοχτεί και ξέρει τι θα πει πείνα του ψωμιού και εκμετάλλευση του καθενός αφεντικού και βία του κράτους.

Στα σπίτια, στα γραφεία κλεισμένοι, αμπαρωμένοι, με διπλωμένο το βαρύ κορμί, με γοργόχτυπη την καρδιά, με τα χέρια τρεμάμενα και κίτρινο το μούτρο, μένουν μονάχα οι δολοφόνοι, οι ένοχοι, οι υποστηριχτές και οι συνεργοί τους. Αμπαρωμένοι μένουν οι χαφιέδες και τα όργανα της βίας και του εγκλήματος.

Η λαϊκή οργή δεν ανέχεται να τους δει να κυκλοφορούν ελεύθεροι στους δρόμους, με τα χέρια τους ακόμα άπλυτα απ’ το αίμα των εργατών. Αμπαρωμένοι με το ίδιο χτυποκάρδι, με την ίδια τρεμούλα και κιτρινάδα μένουν οι «άνθρωποι» που ζουν απ’ τον κόπο και το αίμα των δουλευτάδων τους, οι ύαινες και οι λύκοι του κεφαλαίου, που γι’ αυτούς η ζωή του ανθρώπου έχει πολύ πιο λιγώτερη αξία απ’ την αξία του ζωντανού και του υλικού παραγωγής.

Το κύμα της λαϊκής αγανάχτησης κατεβαίνει, φουσκώνει ολοένα, γεμίζει τους δρόμους και πλημμυρίζει τα πάντα. Καμμιά δύναμη δεν είνε ικανή να σταματήσει τον αφρισμένο ποταμό του Δικαίου, της Δουλειάς, της Λευτεριάς.

Να και ο Στρατός! Να τα αδέρφια, οι γυιοί του λαού, που διαδηλώνουν και τραγουδάν το «πένθιμο εμβατήριο». – Να τα παιδιά του λαού, που άφρισαν από αγανάχτηση όταν είδαν μπροστά στα μάτια τους να δολοφονούν τις αδερφές τους και τις μανάδες τους τα «όργανα του κράτους» – τα χακοφορεμένα παιδιά του λαού, που σήκωσαν το όπλο όχι για να χτυπήσουν τους απλούς εργάτες, μα για να τιμωρήσουν τους δολοφόνους. Οι εργάτες τούς σηκώνουν στα χέρια, τους αγκαλιάζουν (…)

Η «Μάνα» των αγωνιστών του λαού, ο ενισχυτής των θυμάτων της τρομοκρατίας και της βίας, η Εργατική Βοήθεια Ελλάδος τραγουδά το πένθιμο εμβατήριο. Εκατό πενήντα χιλιάδες θύματα την ακομπανιέρουν. Μια ανατριχίλα μυρμηδίζει απ’ τα ζεστά κορμιά, ως τα κεραμίδια των σπιτιών. Οι εργάτες σηκώνουν τη σφιγμένη γροθιά, οι φαντάροι στέκουνται «εις προσοχήν», οι αξιωματικοί βγάζουν τα πηλήκιά τους.

Λουλούδια, λουλούδια, χιλιάδες αμέτρητες λουλούδια, μπουκέτα, στεφάνια πολύχρωμα. Χρειάζουνται λουλούδια πολλά, πολλά. Δώδεκα λουλουδένιους βωμούς έχουν να στήσουν στα μέρη που δεν έπηξε ακόμα το άφθονο χυμένο αίμα. Δώδεκα τιμημένους νεκρούς έχουν να στολίσουν και καβαλλάρηδες και πεζούς φαντάρους κι αξιωματικούς έχουν να ράνουν και να στολίσουν. Κι ακόμα…

(…) Μέσα στις τραγικές στιγμές του τωρινού πένθους, μέσα στην τόσο φρέσκια ανάμνηση των χθεσινών σκοτωμένων αδερφιών τους, οι εργάτες και οι εργάτριες δεν ξεχνάν πως έχουν σύγκαιρα κι άλλα αδέρφια τους να νεκροστολίσουν. Τ’ αδέρφια τους που σκοτώθηκαν στους δεκάχρονους πολέμους και που τους σκότωσε το ίδιο χέρι, που σκότωσε και τα χθεσινά: Το άτιμο χέρι της κεφαλαιοκρατίας. Δεν το ξεχνάν αυτό οι εργάτες, οι δουλευτάδες των χεριών και του μυαλού. Και χθες στον παλλαϊκό επικήδειο συναγερμό θέλησαν να στολίσουν όλους τους νεκρούς τους – και τους στόλισαν.

Οι καμπάνες χτυπούν πένθιμα, ο μυριόστομος πένθιμος σκοπός φθάνει ως τα ουράνια, ένα αργό, βαρύ ποδοβόλημα από εκατό πενήντα χιλιάδες ζευγάρια πόδια τραντάζει τα θεμέλια της πολιτείας. Η Σαλονίκη κηδεύει τους νεκρούς της.

Με τη φλόγα της εκδίκησης στα μάτια, με τα χείλια δαγκωμένα απ’ τον πόνο και την απόφαση, με γοργή την ανάσα και σφιγμένες τις γροθιές, η Ελλάδα των δουλευτάδων στέκεται «σε προσοχή». (…)

***

Στις 29 Απρίλη 1936, οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης, του Βόλου, της Ξάνθης, της Δράμας και της Καβάλας κατέβηκαν σε απεργία διαρκείας ζητώντας την εφαρμογή της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.

Η απεργία συνεχίστηκε και επεκτάθηκε σε όλη τη χώρα. Στις 9 Μάη κηρύχτηκε πανεργατική απεργία στη Θεσσαλονίκη, καθώς την προηγούμενη μέρα η απεργιακή συγκέντρωση των καπνεργατών δέχτηκε την επίθεση της χωροφυλακής με αποτέλεσμα να τραυματιστούν περίπου 70 και να πιαστούν 100 απεργοί.

Ξημερώνοντας η 9η του Μάη παρουσίαζε όψη πολιορκημένης πολιτείας. Περίπολοι στρατού και χωροφυλακής, αντλίες και θωρακισμένα αυτοκίνητα ανεβοκατέβαιναν στους δρόμους. Παρά την τρομοκρατία, οι απεργοί ήταν χιλιάδες. Η χωροφυλακή επιτέθηκε με δολοφονική διάθεση, χτυπούσε στο ψαχνό τους αόπλους διαδηλωτές. Σφαγή. Με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία οι νεκροί ήταν 17 και περίπου 280 οι τραυματίες.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας, ακολούθησε νέα μεγάλη διαδήλωση. Οι χωροφύλακες κλείστηκαν στα αστυνομικά τμήματα και η κυβέρνηση Μεταξά έστειλε στη Θεσσαλονίκη ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις.

Στις 10 Μάη, έγινε η κηδεία των θυμάτων, που πήρε χαρακτήρα λαϊκού ξεσηκωμού, στον οποίο σημαντικός ήταν ο ρόλος της ΚΟ Θεσσαλονίκης του ΚΚΕ. Στην πορεία προς το νεκροταφείο, το λαϊκό πλήθος ενώθηκε με στρατιώτες και αξιωματικούς…

Σε αυτά τα συγκλονιστικά γεγονότα αναφέρεται το κείμενο που έγραψε ο λογοτέχνης Τάκης Κόντος, με το ψευδώνυμο «Στάρκος», στον «Ριζοσπάστη» στις 11 Μάη 1936.

Βλ. περισσότερα:

Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918 – 1939, τόμ. Α2, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2018, σελ. 455 – 462.

Συλλογικό, «Οι εργατικοί – λαϊκοί αγώνας του Μάη του ’36», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2016.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *