Μόνο αν περιηγηθεί κανείς στο Twitter/X μπορεί να πάρει μια πλήρη γεύση από τον χλευασμό με τον οποίο αντιμετώπισαν οι χρήστες του διαδικτύου ορισμένες απόψεις που έχουν διατυπωθεί δημόσια από πρόσωπα που συνδέονται με την «Ελληνική Αγωγή», τη σχολή που έχει ιδρύσει ο Άδωνις Γεωργιάδης.
Και εδώ που τα λέμε, ορισμένες από αυτές τις «διδασκαλίες» προσφέρονται σχεδόν από μόνες τους για σάτιρα.
Σε προηγούμενη ανάρτησή μας, ο σύντροφος mitsos175 σχολίαζε τα λεγόμενα μιας «καθηγήτριας» της «Ελληνικής Αγωγής», η οποία φέρεται να υποστήριξε ότι πριν από 13 εκατομμύρια χρόνια γεννήθηκε ο πρώτος Έλληνας, άριος και λευκός πρόγονός μας.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, ήρθε στη συνέχεια η Ευγενία Μανωλίδου να μας προσφέρει τη δική της «αποκάλυψη», σύμφωνα με την οποία ο Παρθενώνας έχει χτιστεί εδώ και… εκατομμύρια χρόνια.
Εδώ θα μπορούσε κάποιος εύλογα να πει: «Καλά, αυτά είναι υλικό για σατιρική εκπομπή ή για θεατρική επιθεώρηση. Γιατί να ασχολούμαστε περισσότερο;»
Μόνο που υπάρχει μια μικρή -και καθόλου ασήμαντη- λεπτομέρεια.
Ο ιδιοκτήτης αυτής της σχολής δεν είναι κάποιος τυχαίος ιδιώτης. Είναι ο Άδωνις Γεωργιάδης, αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας και πρωτοκλασάτο κυβερνητικό στέλεχος. Και η σύζυγός του, η Ευγενία Μανωλίδου, διευθύντρια και κεντρικό πρόσωπο της «Ελληνικής Αγωγής», διαθέτει ενεργό δημόσια παρουσία. Μάλιστα, τώρα συμπαρουσιάζει μαζί με τον Άρη Πορτοσάλτε πέντε ραδιοφωνικές εκπομπές στον ΣΚΑΪ, αφιερωμένες στην ελληνική μυθολογία.
Οπότε αξίζει τον κόπο να δούμε λίγο πιο προσεκτικά ποια είναι η κυρία που εμφανίζεται ως «δασκάλα» και ποιος είναι ο ιδεολογικός ρόλος όλης αυτής της ιστορίας.
Από τον τηλεπλασιέ στον «σοβαρό» πολιτικό
Για τη διαδρομή του Άδωνη Γεωργιάδη έχουμε γράψει πολλές φορές. Από τον ΛΑΟΣ και το πολιτικό περιβάλλον του Γιώργου Καρατζαφέρη, μέχρι τη μετακόμισή του στη Νέα Δημοκρατία και τη σταδιακή ενσωμάτωσή του στο κυβερνητικό στρατόπεδο, πρόκειται για μια διαδρομή που παρουσιάζει ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον.
Εκείνο που ίσως έχει λιγότερο συζητηθεί είναι ο τρόπος με τον οποίο ένας πολιτικός που είχε ταυτιστεί έντονα με την ακροδεξιά ρητορική και τη δημόσια εικόνα του τηλεπλασιέ κατάφερε να αποκτήσει, με τα χρόνια, το προφίλ ενός «κανονικού» και απολύτως ενσωματωμένου δεξιού πολιτικού.
Και σε αυτή τη διαδικασία η δημόσια εικόνα του ζευγαριού Άδωνη Γεωργιάδη – Ευγενίας Μανωλίδου έπαιξε αναμφίβολα τον δικό της ρόλο.
Η Μανωλίδου μπήκε δυναμικά στο προσκήνιο της τηλεοπτικής δημοσιότητας σε μια εποχή όπου τα πρωινάδικα, τα μεσημεριανάδικα και το λεγόμενο «κοσμικό ρεπορτάζ» είχαν τεράστια επιρροή. Τότε ήταν που την κάλεσε ο Θέμος Αναστασιάδης στην εκπομπή του, η οποία στάθηκε αφορμή για να ξεκινήσει πια και μια ιδιαίτερη φιλία.
Ο Αναστασιάδης μάλιστα πρότεινε τη Μανωλίδου στον ΑΝΤΙ για να παρουσιάσει το τηλεπαιχνίδι η στιγμή της αλήθειας και να ξεκινήσει η πορεία της στα κουτσομπολίστικα έντυπα. Από το δικό της στόμα άλλωστε ξέφυγε (;) και το περιβόητο «μπουμπούκος», που κατάφερε, ηθελημένα ή μη, να μετατρέψει τον Αδωνη ξαφνικά από ακραία δεξιό ωρυόμενο τηλεπλασιέ, σε γλυκό σύζυγο και πατέρα, λίγο γραφικό αλλά πάντως «όχι και… ακροδεξιό».
Η εικόνα του σκληρού, οξύθυμου και ακραία πολιτικού Άδωνη άρχισε σταδιακά να συμπληρώνεται από εκείνη του «Μπουμπούκου», του οικογενειάρχη, του συζύγου, του τηλεοπτικού προσώπου που μπορούσε να καταναλωθεί ως lifestyle προϊόν.
Και κάπως έτσι, δίπλα στην πολιτική διαδρομή, χτίστηκε και μια επικοινωνιακή διαδρομή.
Από την ακροδεξιά ρητορική του παρελθόντος στη «χαριτωμένη» τηλεοπτική περσόνα. Από τον πολιτικό που προκαλούσε με τις τοποθετήσεις του, στον πολιτικό που μπορούσε να εμφανίζεται σε τηλεοπτικά πάνελ, πρωινές εκπομπές και κοσμικές στήλες.
Η πολιτική δεν αλλάζει μόνο με ιδεολογικές μετατοπίσεις. Αλλάζει και με τη διαχείριση της εικόνας.
Η «Ελληνική Αγωγή» και η βιομηχανία της εθνικής μυθολογίας
Και κάπου εδώ φτάνουμε στην ουσία. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι κάποιοι λένε ανοησίες για την αρχαιότητα. Ανοησίες λέγονται καθημερινά και, συνήθως, πεθαίνουν εκεί που γεννήθηκαν.
Το ζήτημα αποκτά άλλη διάσταση όταν τέτοιες αντιλήψεις εντάσσονται σε ένα οργανωμένο εκπαιδευτικό εγχείρημα που εμπορεύεται «γνώσεις» γύρω από την αρχαία Ελλάδα και όταν πίσω από αυτό βρίσκεται ένα κυβερνητικό στέλεχος με τεράστια δημόσια προβολή.
Μέχρι σήμερα έχουμε ακούσει από την Ευγενία Μανωλίδου διάφορες απόψεις για την «ανωτερότητα» της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, για την υποτιθέμενη θεραπευτική της επίδραση, για την ενεργοποίηση εγκεφαλικών κυττάρων, για τη δύναμη της «συλλογικής προσευχής» και, βεβαίως, για τον Παρθενώνα που υποτίθεται ότι έχει ιστορία εκατομμυρίων ετών.
Εδώ η σάτιρα σηκώνει τα χέρια ψηλά. Γιατί η επιστήμη έχει ένα μικρό ελάττωμα: επιμένει στα γεγονότα.
Ο Παρθενώνας έχει συγκεκριμένη ιστορική ηλικία. Ο Μινωικός πολιτισμός έχει συγκεκριμένη χρονολόγηση. Η αρχαία ελληνική γλώσσα έχει συγκεκριμένη ιστορική εξέλιξη. Και η ανθρώπινη ιστορία δεν προσαρμόζεται στις εθνικές φαντασιώσεις κανενός.
Από την αρχαιολατρία στον εθνικιστικό μύθο
Το ακόμη πιο ανησυχητικό, όμως, βρίσκεται αλλού. Στην ιδέα ότι οι αρχαίοι Έλληνες αποτελούν κάποιο είδος υπεριστορικού, μοναδικού και «ανώτερου» λαού, ότι η αρχαία ελληνική γλώσσα είναι σχεδόν μια υπερφυσική γλώσσα, ότι οι σύγχρονοι Έλληνες αποτελούν αυτονόητα και βιολογικά την κορύφωση μιας αδιάσπαστης αρχαίας κληρονομιάς.
Αυτό δεν είναι ιστορία. Είναι εθνικός μύθος. Και ο εθνικός μύθος, όταν ντύνεται με τον μανδύα της επιστήμης και παρουσιάζεται ως εκπαιδευτική γνώση, γίνεται πολύ πιο επικίνδυνος. Γιατί τότε δεν έχουμε απλώς γραφικότητες. Έχουμε μια συγκεκριμένη ιδεολογική κατασκευή:
«Εμείς» είμαστε οι απόγονοι ενός μοναδικού και ανώτερου πολιτισμού.
«Εμείς» έχουμε την ανώτερη γλώσσα.
«Εμείς» κληρονομήσαμε κάτι που οι άλλοι λαοί δεν διαθέτουν.
Και από εκεί μέχρι τον εθνικισμό η απόσταση δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη.
Από κει και πέρα υπάρχουν και κάποιες άλλες ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες από το βιογραφικό της κ. Μανωλίδου όπως ότι χρημάτισε αντιπρόσωπος λογαριασμού του πρώην συζύγου της Θεόδωρου Μανωλίδη, το όνομα του οποίου βρέθηκε στη Λίστα Δαγκάρντ, σαν κάτοχος θυρίδας με χρυσό στην τράπεζα HSBC. Και όπως είναι φυσικά συνέβαλε ώστε η κόρη της Ολυμπία-Θεοδώρα Μανωλίδου, την οποία ο Αδωνης Γεωργιάδης αποκαλεί «κόρη μου», να προσληφθεί επί υπουργίας Αδωνι, στο υπουργείο Ανάπτυξης, τον Απρίλη του 2022 από τον παραχωρησιούχο και ανάδοχο των έργων υποδομής στο Ελληνικό Lamda Development. (Αναμενόμενες σχέσεις διαπλοκής και εξάρτησης ανάμεσα στην οικονομική και την πολιτική ελίτ με φόντο μια επένδυση διεθνούς εμβέλειας).
Σ’ αυτή την κατεύθυνση, ο Αδωνις ακολούθησε τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο γιος του οποίου Κωνσταντίνος, βρέθηκε να εργάζεται στο Ευρωκοινοβούλιο ως διαπιστευμένος κοινοβουλευτικός βοηθός του δεξιού Ισπανού αντιπροέδρου του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, Εστέμπαν Γκονθάλεθ Πονς.
Ποιος ελέγχει την «εκπαίδευση»;
Εδώ βρίσκεται και ένα πολύ σοβαρότερο ερώτημα, που θα έπρεπε να απασχολεί ιδιαίτερα τις εκπαιδευτικές συλλογικότητες.
Μπορεί ο καθένας να δημιουργεί έναν ιδιωτικό χώρο που εμφανίζεται ως εκπαιδευτήριο, να πουλάει «γνώσεις» και να αναπαράγει ανιστόρητες ή αντιεπιστημονικές αντιλήψεις ως εκπαιδευτικό περιεχόμενο; Και ποια είναι η θεσμική εποπτεία όταν τέτοιες δραστηριότητες αφορούν παιδιά;
Δεν μιλάμε για μια παρέα ανθρώπων που μαζεύονται και συζητούν την αρχαία Ελλάδα. Μιλάμε για την εμπορευματοποίηση της γνώσης. Για μια αγορά στην οποία η «αρχαία Ελλάδα» μπορεί να γίνει προϊόν, η εθνική μυθολογία να γίνει εμπορικό brand και η αρχαιολατρία να μετατραπεί σε εκπαιδευτικό πακέτο. Και κάπου εκεί η επιστήμη αντικαθίσταται από τη σελέμπριτι εκδοχή της γνώσης.
Δεν χρειάζεται πτυχίο. Δεν χρειάζεται επιστημονική τεκμηρίωση. Αρκεί να έχεις τηλεοπτική αναγνωρισιμότητα, ένα κατάλληλο αφήγημα και ένα κοινό πρόθυμο να πληρώσει για να ακούσει ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν… λίγο πιο αρχαίοι απ’ όσο νόμιζε.
Η αρχαιότητα ως άλλοθι
Το πιο αποκαλυπτικό είναι ότι αυτή η αντίληψη δεν έχει πραγματικά σχέση με την αρχαία Ελλάδα. Έχει σχέση με το πώς χρησιμοποιείται η αρχαία Ελλάδα σήμερα. Η αρχαιότητα μετατρέπεται σε καθρέφτη μέσα στον οποίο μια συγκεκριμένη κοινωνική και πολιτική αντίληψη θέλει να βλέπει τον εαυτό της ως «ανώτερο».
Δεν μελετά την αρχαιότητα για να την κατανοήσει. Την επικαλείται για να αισθανθεί ανώτερη. Δεν ενδιαφέρεται για την ιστορική πολυπλοκότητα. Θέλει έναν καθαρό, λαμπρό, αμόλυντο πρόγονο.
Δεν θέλει την πραγματική ιστορία. Θέλει τον μύθο της ιστορίας. Και αυτός ο μύθος είναι ιδιαίτερα χρήσιμος για κάθε εθνικιστική ιδεολογία.
Η γνώση δεν είναι τηλεοπτικό προϊόν
Η αρχαία ελληνική γραμματεία, η φιλοσοφία, η ιστορία, η αρχαιολογία, ο Μινωικός και ο Μυκηναϊκός πολιτισμός δεν χρειάζονται κανένα παραμύθι για να αποκτήσουν αξία. Αντιθέτως. Όσο περισσότερο γνωρίζουμε πραγματικά την ιστορία, τόσο περισσότερο συναρπαστική γίνεται.
Αυτό που δεν χρειάζεται είναι να της φορτώνουμε «λευκούς και άριους προγόνους», μυθικές χρονολογίες, υπερφυσικές ιδιότητες της γλώσσας και κάθε λογής εθνικιστικές φαντασιώσεις. Γιατί τότε δεν διδάσκουμε ιστορία. Διδάσκουμε ιδεολογία. Και όταν η ιδεολογία παρουσιάζεται ως επιστήμη, το πράγμα γίνεται ακόμη χειρότερο.
Η λεγόμενη «Ελληνική Αγωγή» δεν μας προβληματίζει επειδή κάποιοι άνθρωποι χορεύουν κρητικούς χορούς, διαβάζουν αρχαία κείμενα σε σκυλάκια ή οργανώνουν δραστηριότητες γύρω από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Μας προβληματίζει όταν η επιστημονική γνώση υποχωρεί μπροστά στον εθνικιστικό μύθο. Και ακόμη περισσότερο όταν αυτός ο μύθος παρουσιάζεται ως παιδεία. Γιατί η πραγματική παιδεία δεν καλλιεργεί την πεποίθηση ότι είμαστε σπουδαίοι επειδή κληρονομήσαμε ένα ένδοξο παρελθόν. Καλλιεργεί την ικανότητα να αμφισβητούμε, να ερευνούμε, να συγκρίνουμε, να αποδεικνύουμε.
Η ιστορία δεν είναι καθρέφτης εθνικής ματαιοδοξίας.
Η γνώση δεν είναι εμπορικό προϊόν.
Και η αρχαιότητα δεν είναι ιδιοκτησία κανενός.
Ναι, είναι σοβαρό θέμα δηλαδή ότι λειτουργεί με άδεια από το υπουργείο Παιδείας ένα “εκπαιδευτήριο” που οι μαθητές/ιες του “διαβάζουν σε γλυκύτατα και υπομονετικά σκυλάκια, αποσπάσματα από την αρχαία ελληνική γραμματεία”. Το πιο προβληματικό της ιστορίας είναι ότι διαδίδονται μια σειρά ανιστόρητες, και προβληματικές απόψεις όπως ότι τα αρχαία Ελληνικά είναι η γλώσσα του μέλλοντος. Και η δήλωση αυτή δεν είναι μόνο παραλογισμός, είναι επικίνδυνος αναχρονισμός ντυμένος με φιλολογική χλαμύδα. Είναι η φαντασίωση μιας τάξης που θέλει να νιώθει ανώτερη, όχι επειδή δημιουργεί, αλλά επειδή κληρονόμησε.
Πολύ σωστά μια επιστήμονας εκτιμούσε ότι η Ελληνική Αγωγή είναι ένα άντρο όπου επωάζονται με ύπουλο τρόπο το εθνικιστικό φαντασιακό και ό,τι αυτό συνεπάγεται.







0 Comments