
«Μια σέχτα ανώτατων δικαστών παρασέρνει τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης σε επικίνδυνες ατραπούς. Αρνούνται να δηλώσουν στο πόθεν έσχες περιουσιακά στοιχεία, κινητά αντικείμενα αξίας και ρευστό χρήμα. Αρνούνται να εξεταστούν οι δηλώσεις τους από την αρμόδια επιτροπή και να αντιμετωπίζονται ισότιμα με τους άλλους Έλληνες. Το νομικό σκεπτικό που επικαλούνται είναι ουσιαστικά το σύνταγμα με το κεφάλι κάτω. Η νομική λογική τους, την οποία δεν ντρέπονται να γράψουν, είναι “ό,τι συμφέρει εμάς συμφέρει τον πολίτη”. Η Ελλάδα πέρασε από την απειλή της τηλεοπτικής δημοκρατίας σε μια ιδιότυπη, πραξικοπηματική, ολιγαρχική δικαστική δημοκρατία ..
Την ίδια ώρα η… υπόλοιπη Δικαιοσύνη αποστασιοποιείται όλο και περισσότερο από την κοινωνία. Δικαστικές αποφάσεις χαϊδεύουν τους εγκληματίες του λευκού κολάρου ενώ η αυστηρότητα εξαντλείται στον απλό πολίτη».
Τα παραπάνω έγραφε μεταξύ άλλων η εφημερίδα «Documento». Φυσικά ο αρθρογράφος του εντύπου βλέπει το δέντρο και χάνει το δάσος κι αυτό γιατί είναι μεγάλο λάθος να μιλάμε γενικά κι αφηρημένα για «δικαιοσύνη». Πρέπει να έχουμε καθαρό ότι δεν έχουμε τίποτε άλλο παρά ένα μηχανισμό που θωρακίζει την λειτουργία του αστικού κράτους.
Και στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως γράφαμε και σε περασμένη ανάρτησή μας η αστική “δικαιοσύνη” από τη φύση και τον προορισμό της, ήταν πάντα εκφραστής, τοποτηρητής, υπερασπιστής των συμφερόντων του Κράτους.
Κάναμε αυτή την εισαγωγή βλέποντας τους σχολιασμούς που ακολούθησαν μετά την άρνηση του Αρείου Πάγου ο οποίος με δελτίο Τύπου αρνείται να δώσει στην Επιτροπή Θεσμών της Βουλής το σκεπτικό με το οποίο απάλλαξε την πρώην εισαγγελέα της ΕΥΠ Βασιλική Βλάχου από τις κατηγορίες που την βάρυναν.
Εξοχα. Αφού μάλιστα η ανακοίνωση του Αρειου Πάγου επικαλείται νόμους και διατάγματα, η πλέμπα, αλλά και οι βουλευτές του ελληνικού κοινοβουλίου, ας μείνουν στην άγνοια τους αφού έτσι τους το επιτάσσει μια μερίδα από την δικαστική κάστα.
Αντιγράφουμε, λοιπόν, από το δελτίο τύπου του Αρειου Πάγου:
Θεμελιώδης αρχή του Δημοκρατικού Πολιτεύματος είναι η διάκριση των Λειτουργιών του Κράτους, της Νομοθετικής, της Εκτελεστικής και της Δικαστικής.
Ουσιώδης έκφραση της αρχής αυτής είναι η ανεξαρτησία των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και η απαγόρευση των άλλων λειτουργιών να παρεμβαίνουν με οποιονδήποτε τρόπο σε αυτήν. …
Συνεπώς, η εκ μέρους των δικαστικών αρχών διαβίβαση εγγράφου ή αναφορά στο περιεχόμενο πειθαρχικής διαδικασίας, πολλώ δε, μάλλον, η παροχή εξηγήσεων και πληροφοριών σχετικών με δικαιοδοτική κρίση επί πειθαρχικής διαδικασίας εκ μέρους δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών,
ενώπιον της ανωτέρω Επιτροπής, ή οποιουδήποτε άλλου πολιτειακού οργάνου είναι αντίθετες προς τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και της νομοθεσίας …
Ο Γάλλος πολιτικός και φιλόσοφος Σαρλ ντε Μοντεσκιέ, ένα πρόσωπο που θεωρείτε από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Διαφωτισμού, στο έργο του το «Πνεύμα των Νόμων» (De l’ esprit des lois), που εξέδωσε το 1748, πρωτοεμφάνισε την αρχή της διάκρισης των εξουσιών (νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική) κάτι που επικαλούνται μέχρι σήμερα τα αστικά πολιτικά συστήματα.

Η πραγματικότητα όμως που ισχύει είναι εντελώς διαφορετική και την ακούμε από τον Κώστα Παπαδάκη.
Παρακάτω ένα απόσπασμα μιας γενικότερης τοποθέτησης που έκανε ο αγωνιστής δικηγόρος στην ραδιοφωνική εκπομπή «Με χωρίς πατρίδα» που μεταδιδόταν από την ertopen. (Το ηχητικό ολόκληρης της συγκεκριμένης εκπομπής μπορείτε να ακούσετε εδώ).
• Στα σύγχρονα καθεστώτα του κοινοβουλευτικού αστισμού δεν υφίσταται, παρά μόνο de jure, η διάκριση των τριών εξουσιών του κράτους, όπως την ανέλυσε ο Μοντεσκιέ.
Συνεπώς δεν τίθεται θέμα καν μιας αυτοτελούς και πλήρως ανεξάρτητης και αποστασιοποιημένης από το πολιτικό προσωπικό δικαστικής λειτουργίας. Και μόνο το γεγονός ότι οι ηγεσίες των ανωτάτων δικαστηρίων διορίζονται από την Κυβέρνηση και οι «επάνω» δικαστές ελέγχουν τους από «κάτω», καθορίζει και το «ανεξαρτησιόμετρο» τους
• Παράλληλα , και για όσους/ες αναφέρονται στην «Δικαιοσύνη», να γίνει ξεκάθαρο ότι πρόκειται περί ενός ιδεαλιστικού όρου. Περί δικαστικής εξουσίας πρόκειται και μάλιστα σκληρά ταξικά και πολιτικά προσανατολισμένης. Που λειτουργούσε, λειτουργεί και θα λειτουργεί πάντα εκφράζοντας και υλοποιώντας την βούληση ή την εικαζόμενη βούληση των κυρίαρχων πολιτικών επιλογών.

0 Comments