
Γράφει ο mitsos175
«Γεια σου, θεέ».
Ποιος ήρθε;
«Εγώ, δε με γνωρίζεις»;
Ένα ανθρωπάκι! Μοιάζεις καταπληκτικά με ένα στον υπολογιστή που έπαιζα πριν
«”Υπολογιστή” ονομάζεις τον κόσμο μου»;
Δεν υπάρχεις πραγματικά. Είσαι ψηφιακό.
«”Ψηφιακό” Δεν ξέρω τι σημαίνει».
Τι να σου εξηγώ τώρα
«Αυτός είναι ο Παράδεισος, θεέ»;
Ποιος Παράδεισος; Κάθε άλλο. Επίσης δεν είμαι θεός.
«Δεν είσαι; Μα δε μας έφτιαξες εσύ; Δε μας καθοδηγούσες ώστε να αναπτυχθούμε»;
Ναι, αλλά απλά έπαιζα!
«Έπαιζες;! Μα πεθάναμε για σένα. Κάναμε ό,τι ακριβώς είπες, και λες πως ήταν παιχνίδι;»
Λυπάμαι.
«Όταν μας έβαζες να σκοτωθούμε μεταξύ μας λυπόσουν;»
(Τι να του πω; Πως το διασκέδαζα;) Άκου, με συγχωρείς, δεν ήξερα ότι αισθάνεστε.
«Φυσικά αισθανόμαστε. Δεν άκουγες τις κραυγές πόνου, όταν πεθαίναμε»;
Κάτι άκουσα.
«Επομένως θα μας βάλεις στον Παράδεισο, ναι»;
Αν ήξερα που είναι, θα το έκανα!
«Πως είναι δυνατόν να μην ξέρεις; Εσύ ξέρεις τα πάντα! Εσύ δημιούργησες τον κόσμο μας!»
Βασικά μια μηχανή σας έφτιαξε, που κατασκεύασαν άλλοι σαν εμένα.
«Υπάρχουν λοιπόν πολλοί θεοί! Δεν μας τα είχαν πει έτσι, νομίζαμε πως η πολυθεΐα ήταν ψέμα».
Δεν ήμαστε θεοί.
«Αλλά μας φτιάξατε. Πώς να σας πούμε;» Κι εσείς φτιάχνετε πράγματα.
«Ναι, αλλά εμείς είμαστε ζωντανοί. Τουλάχιστον ήμασταν…»
Δεν σας θεωρώ ακριβώς ζωντανούς.
«Γιατί; Δεν κινούμαστε; Δε μιλάμε; Εσύ είσαι ζωντανός;»
Είμαι!
«Πως το ξέρεις; Αν είσαστε κι εσείς παιχνίδια, ενός άλλου όντος, πιο ισχυρού, έξυπνου που ζει περισσότερο από σας;»
Δε θα με τρελάνεις εσύ εμένα! Δεν ξανανοίγω υπολογιστή.
«Κι ο Παράδεισος;»

0 Comments