
Η υπόθεση της σύλληψης εν ενεργεία στρατιωτικού μέσα σε στρατόπεδο, με την κατηγορία της «συλλογής και μετάδοσης μυστικών πληροφοριών στρατιωτικής σημασίας σε τρίτους», παρουσιάζεται ως σοκ. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που σοκάρει δεν είναι η είδηση καθαυτή, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το κράτος επιχειρεί -για ακόμη μία φορά- να την επιβάλει ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια, απαιτώντας σιωπή, πίστη και συμμόρφωση.
Η κοινωνία καλείται να αποδεχθεί μια εξαιρετικά βαριά κατηγορία χωρίς να γνωρίζει σχεδόν τίποτα. Δεν γνωρίζει πώς αποκαλύφθηκε η υπόθεση. Δεν γνωρίζει αν υπήρξε παρακολούθηση και για πόσο διάστημα. Δεν γνωρίζει αν υπήρξε καταγγελία, από ποιον και με ποια κίνητρα. Δεν γνωρίζει αν υπήρξε εμπλοκή άλλων υπηρεσιών, ελληνικών ή ξένων. Καλείται απλώς να πιστέψει.
Η διατύπωση «σε τρίτους» είναι χαρακτηριστική. Τρίτοι ποιοι; Ξένη δύναμη; Ιδιώτες; Οικονομικά συμφέροντα; Πολιτικά κέντρα; Όλα αυτά συμπιέζονται σκόπιμα σε μια ασαφή λέξη, ώστε η υπόθεση να αποκτά τη βαριά οσμή της κατασκοπείας χωρίς να συνοδεύεται από συγκεκριμένα στοιχεία. Έτσι καλλιεργείται φόβος, όχι ενημέρωση.
Το ίδιο ισχύει και για τις «μυστικές πληροφορίες». Δεν διευκρινίζεται αν πρόκειται για επιχειρησιακά δεδομένα που πράγματι άπτονται της εθνικής άμυνας ή για έγγραφα και πληροφορίες που βαφτίζονται εκ των υστέρων «απόρρητες», ώστε να στοιχειοθετηθεί ένα κακουργηματικό αφήγημα. Χωρίς περιγραφή του περιεχομένου, η κατηγορία παραμένει πολιτικά χρήσιμη αλλά θεσμικά κενή.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η αποσιώπηση του ποιος είναι ο συλληφθείς. Ούτε βαθμός, ούτε θέση, ούτε αντικείμενο υπηρεσίας. Αν πρόκειται για χαμηλόβαθμο, τότε ανακύπτει σοβαρό ζήτημα ασφάλειας πρόσβασης στα «μυστικά». Αν πρόκειται για στέλεχος με κρίσιμη θέση, τότε ανακύπτει ζήτημα πολιτικής και στρατιωτικής ευθύνης για το πώς λειτουργούν οι μηχανισμοί ελέγχου. Και στις δύο περιπτώσεις, η σιωπή δεν προστατεύει τίποτα. Απλώς συγκαλύπτει.
Το πολιτικό πλαίσιο κάνει τα πράγματα ακόμη πιο βαριά. Σε μια συγκυρία έντασης, εξοπλιστικών προγραμμάτων, κοινωνικής δυσαρέσκειας και διαδοχικών αποκαλύψεων, μια «υπόθεση κατασκοπείας» λειτουργεί ως εργαλείο επίδειξης πυγμής και πειθαρχίας. Δεν είναι τυχαίο ότι κυβερνητικά στελέχη, όπως ο Θάνος Πλεύρης, σπεύδουν συστηματικά να προκαταλάβουν την αλήθεια, να ταυτίσουν την αμφισβήτηση με εχθρική στάση και να βαφτίσουν την κριτική «υπονόμευση».
Όμως η κοινωνία έχει εμπειρία. Έχει δει ξανά «εθνικούς κινδύνους» να χρησιμοποιούνται ως επικοινωνικό εργαλείο. Έχει δει υποθέσεις να διογκώνονται, να λειτουργούν αποτρεπτικά για κάθε ερώτημα και τελικά να καταλήγουν είτε σε κουκούλωμα είτε σε σιωπηλή λήξη χωρίς λογοδοσία. Γι’ αυτό και σήμερα, το αίτημα δεν είναι η καλλιέργεια φόβου, αλλά η απαίτηση για καθαρές απαντήσεις.
Όσο το κράτος αρνείται να μιλήσει συγκεκριμένα και απαιτεί να το πιστέψουμε γενικά, δεν υπερασπίζεται την ασφάλεια. Υπονομεύει την ίδια του τη νομιμοποίηση. Γιατί σε μια δημοκρατική κοινωνία, η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται με βαριές λέξεις και ασαφείς κατηγορίες. Κερδίζεται με διαφάνεια. Και εδώ, η διαφάνεια απουσιάζει εκκωφαντικά.


0 Comments